Category Archives: Uncategorized

Mr. Peralta, maybe the truths have already been told ? Kostas Varnalis

Category : Uncategorized

In order for non-white students to feel welcome, “we will need to tell the hard truths about our field,” said Peralta, adding that it is crucial to distance ourselves from the unjust practices and traditions of the past.

Slavery is a good illustration of this. There are quite a few textbooks for the study of Latin and Ancient Greek that are remarkably blind to, oblivious to, indifferent to the traumas of slavery and the impact those traumas had on enslaved people in ancient times but also on the people who are affected by modern forms of slavery. The professor clarified that he is referring only to certain aspects of the field. “I am in no way saying that we should stop studying the ancient civilizations of the Mediterranean. That would be wrong. But we need to make structural changes. Some of them will give rise to some negative commentary, but that is a good thing. Because criticism makes us and the field better.”

Structural changes needed for Classics here

Κώστας Βάρναλης (1965) Ελεύθερος Κόσμος, Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ: εδώ

Μας πρήξανε

Αραδαριά χορεύουν οι τρελομπουκάλες
ώς το λαιμό πνιμένες από τα κρασιά τους.
Αβράκωτος, κοιλιά φλοκάτη, τούρλ’ αφάλι,
του Ρούμπενς ο μπεκρόθεος, τύφλα στο μεθύσι,
γκρεμίζεται απ’ το γάιδαρο και δεν ξυπνάει.
Και του Ευριπίδη ο Κύκλωπας, κουτελομάτης,
χιλιόχρονο λαγούμι ορτό, ξερνοβολάει
μούργα κι αμάσητον, ωμό, ανθρωπίσιο κρέας.
Του Αριστοφάνη ο ψευτοδάσκαλος Σωκράτης,
όταν μπροστά στη μούρη του αστραποβροντήσαν
οι Νεφέλες, τ’ αμόλησεν αθέλητά του.

Παραμυθένια χωρατά παλιού καιρού;
Καθόλου! Αλήθεια τωρινή σου, μαύρε δούλε!
Εσύ μπουκάλα μεθυσμένη που χορεύεις·
εσένα θεόν αβράκωτον γκρεμίζει ο γάιδαρος
και σε τσαλαπατά με δυο ζευγάρια πέταλα·
εσύ ξερνάς αόμματος χολή και μούργα
κι αμάσητα κι ωμά ανθρωπίσια κωλομέρια·
συ βγάζεις τ’ άντερά σου ψευτομπουκωμένος,
όταν ξένοι και ντόπιοι σωματέμποροί σου,
των κεφαλιώνε κυνηγοί (και του δικού σου!)
σε λένε ντόμπρο χριστιανόν (ο θεός μαζί σου!)
κι ακρίτα πολέμαρχο της «Ελευθερίας»!

Κώστας Βάρναλης. [1965] 1987. Ελεύθερος κόσμος. Αθήνα: Κέδρος.

Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη

They’re bugging us

The crazy bottleheads are dancing in the ground
up to their necks choking on their wines.
“Bare-breasted, belly like a rag, omphalos flopping, navel flopping,
Rubens’s drunkard god, wasted
is knocked down from his ass never to wake up.
And Euripides’ Cyclops, the forehead-eyed, dull man,
a thousand years old tunnel standing, he vomits
sludge and raw, unchewed, raw, human flesh.
Aristophanes’ fake teacher, Socrates
when the Nebulae lightning thundered in his face
he unintentionally let them loose.

Fairy-tale jokes of old?
Not at all! It is your truth now, black slave!
You, drunken bottle that are dancing…
You, sans-culottes god, who the donkey pulls down
and tramples you with two pairs of horseshoes.
You vomit, oh blind, bile and sludge and mould,
unchewed and raw human buttocks.
You pull out your guts, falsely stuffed,
when foreign and local body-sellers are thy merchants,
head-hunters of your own head.
They call you an honest Christian (God be with you!)
and a real warlord frontiersman of “Liberty”!

Kostas Varnalis. [1965] 1987. Free World. Athens: Athens.

Translation: Ilias Kolokouris 2021


Αθησαύριστα Κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου

Το παρακάτω δημοσίευμα αποτελεί πνευματική εργασία και κομμάτι επερχόμενης διατριβής.

Κάθε αναπαραγωγή οφείλει να γίνεται με άδεια του συγγραφέα.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος στο Ναό της Αθηνάς Νίκης, φωτ. Σοφίας Λασκαρίδου. Αρχείο Λασκαρίδου. Επιμέλεια αρχείου και ψηφιοποίηση: Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος

Αθησαύριστα Κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου

Ηλίας Κολοκούρης

Υπ.Διδ. Νεοελληνικής Φιλολογίας

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο Περικλής Γιαννόπουλος, υπέγραφε τα ιδιόμορφα πεζά του έως το τραγικό πέρας του βίου (1871-1910) του με ψευδώνυμα.  Σύμφωνα με τη Ντουνιά (2015) θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 1902, μετά από χρόνια άσκησης στην γραφή, ώστε με ενθουσιασμό ο “Έλληνας Ράσκιν” να υπογράψει πια επωνύμως. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ο συσχετισμός των ψευδωνύμων του Γιαννόπουλου με τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο θείος του, λόγιος Μανουήλ Χαιρέτης. “Έλλην” ο θείος, “Νεοέλλην” ο ανηψιός. Ακολουθώντας την Βιβλιογραφία Κατσίμπαλη βλέπουμε πως τα λογοτεχνικά του υπογράφονται αρχικώς με το ψευδώνυμο Λωτός, κυρίως οι πρώιμες μεταφράσεις του, πεζά των Τσαρλς Ντίκενς, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Μιρμπώ και Πιέρ Λοτί. Επίσης, το 1894 δημοσιεύει διηγήματα και πεζοτράγουδα στην Ακρόπολη και την εφημερίδα Το Άστυ. Κατά τον Κατσίμπαλη το τελευταίο δικό του κείμενο που υπογράφει με το ψευδώνυμο “Λωτός” είναι το πεζό τραγούδι Το φιλί του σατύρου, δημοσιευμένο στο Ημερολόγιον του Ποδογύρου το 1896. Το συγκεκριμένο αισθησιακό κείμενο, αφορμώμενο από μία εικόνα του Φελισιέν Ροπς, ωθεί το αφηγηματικό εγώ στην θέαση της ερωτικής συνευρέσεως μιας μυθολογικής Λάμιας με ένα άγαλμα του Πανός, αναλυτικότερα στη Ντουνιά. Από το 1898 ο Γιαννόπουλος φαίνεται να αλλάζει ποικίλα ψευδώνυμα, ως “Ονούφριος” και κατόπιν ως “Απολλώνιος”, ώσπου να γίνει “Νεοέλλην” το προς το τέλος του 1899. Πλην όμως επανέρχεται το ψευδώνυμο “Λωτός” στις 21 Νοεμβρίου του 1899, οπότε και μεταφράζει Βοδελαίρ. Φαίνεται πως πράγματι από τον Ιανουάριο του 1896 έως τον Δεκέμβρη του 1898 ο Γιαννόπουλος δεν δημοσιεύει κανένα κείμενο. Ενδεχομένως πίσω το ψευδώνυμο “Ρέντγκεν” και τα δημοσιεύματα στην εφημερίδα Ακρόπολη κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων να βρίσκεται ο Περικλής Γιαννόπουλος. Άλλωστε οι θεματικές και υφολογικές ενδείξεις που ευρίσκει η Ντουνιά είναι εύλογες. Δυστυχώς δεν έχουμε ημερολόγια ή επιστολές εκείνης της εποχής, ώστε να γνωρίζουμε πού κατοικούσε ο Γιαννόπουλος. 

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από τον Μάρτιο του 1898 και αποτελεί χρονογράφημα. Υπογράφεται με το ψευδώνυμο “Λωτός” το οποίο, άλλωστε, ο Γιαννόπουλος επαναφέρει σε δημοσιεύσεις του το 1899. Το παιγνιώδες ύφος, η γλώσσα, αλλά και το σπάνιο ψευδώνυμο, “σύμβολο της ομορφιάς, του πνεύματος και της τέχνης που παραπέμπει στην παράδοση του ευρωπαϊκού αισθητισμού” αποτελεί και εδώ ένα προσωπείο. Γιατί το επιλέγει ο Γιαννόπουλος; Ίσως λόγω του παιγνιώδους χαρακτήρα του κειμένου; Πάντως έως τότε δεν έχει ακόμη υπογράψει επωνύμως κείμενό του. Όλα τα παραπάνω δεικνύουν πως πρόκειται για αθησαύριστο κείμενό του.

Το άρθρο έρχεται ως αντίδραση στα όσα παρατηρεί στην πόλη που βρίσκεται, την Πάτρα. Στο φύλλο της 12ης Μαρτίου 1898 του Νεολόγου διαβάζουμε την ανακοίνωση: “Σήμερον, ώραν 7 μ.μ. ο παρ’ ημίν θερμός υποστηρικτής παντός έργου αναγομένου εις την πρόοδον της γεωργίας και βιομηχανίας, ο Εμμανουήλ Θ. Χαιρέτης (πατήρ) θέλει πραγματευθή περί εκθέσεων εν γένει και περί της οργανιζομένης υπό της Βιοτεχνικής Εκθέσεως εν Πάτραις. Δια το επίκαιρον του θέματος και την ειδικότητα του ομιλητού, δεν αμφιβάλλομεν ότι η αίθουσα της Β. Σχολής έσεται πλήρης και κατά την εσπέραν ταύτην”. Μέσω των δραστηριοτήτων της Βιοτεχνικής Σχολής (της οποίας διευθύντρια βρίσκουμε το 1905 την Αναστασία Λαμπαρδοπούλου εκ Δημητσάνης) η οικογένεια Χαιρέτη, με το καρπερό κτήμα της στα Μποζαΐτικα Πατρών εκείνη την εποχή, είχε σημαντικότατη δημόσια παρουσία στα κοινά της εκβιομηχανιζόμενης τότε πόλης. Μιας Πάτρας όπως απεικονίζεται αριστουργηματικά στο μυθιστόρημα της Αθηνάς Κακούρη Πριμαρόλια. Μετά την τραγική ήττα του 1897 και εν μέσω σταφιδικής κρίσεως. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ο Περικλής Γιαννόπουλος έφυγε από την Αθήνα και βρέθηκε στην Πάτρα; Όπου και γράφει όσα παρουσιάζουμε στην παρούσα δημοσίευση; Ενδεχομένως,

Τρεις ημέρες μετά την ανακοίνωση περί πατρός Χαιρέτη, την 15η Μαρτίου 1898 στο Νεολόγο ανακοινώνεται η διάλεξη: “Σήμερον Κυριακή, ώραν 7 μ.μ. ο γεωπόνος κ. Σωτήριος Ε. Χαιρέτης θέλει εξακολουθήσει την περί μεταξοσκώληκος διάλεξίν του”. Φαίνεται πως αφορμώμενος από αυτή την διάλεξη, ο ανηψιός και υιός Χαιρέτη, Περικλής, αρθρογραφεί. Ο διδακτικός τόνος του θυμίζει αρκετά το ύφος των κειμένων του λογίου θείου του, Μανουήλ Χαιρέτη. Επίσης ενδιαφέρον έχει η αρκετά προωθημένη μεταφορική χρήση της λέξεως “οργασμός” ιδιαίτερα δε σε ένα άρθρο το οποίον επιθυμεί να δασκαλεύσει “δέσποινας και δεσποινίδας”. Θα έλεγε κανείς πως ειρωνεύεται τις γυναίκες, γυναίκες που με προεξάρχουσα τότε την Καλλιρρόη Παρρέν και το έντυπο Εφημερίς των Κυριών γυρεύουν την βασική ανεξαρτησία των και διεκδικούν ελευθερίες και πρόσβαση στην παιδεία, καθώς και αυτάρκεια. Μη ξεχνάμε πως ο θεσμός της προίκας θα καταργηθεί μετά το 1981, ενώ δικαίωμα ψήφου οι γυναίκες αποκτούν μόλις το 1952. Επίσης, θα διερωτάτο κανείς τι σημαίνει “συμφυεστέρα τη γυναικί ασχολία”, δηλαδή ποια είναι η απόλυτη φύση της γυναίκας και εν τέλει γιατί πρέπει να υπάρχουν φύσει κατάλληλες εργασίες για εκείνες; Αλλά οι συγκεκριμένες αντιλήψεις του Γιαννόπουλου-Λωτού αφ’ ενός αποδίδονται με ψευδώνυμο και ενδεχόμενο στόχο την πρόκληση, αφ’ ετέρου απηχούν ένα γενικότερο κλίμα καταπίεσης και υποβάθμισης της θέσεως της γυναίκας, το οποίο χρειάστηκαν χρόνια και αγώνες για να αρθεί, όσο έχει αρθεί στη σημερινή εποχή της γυναικοκτονίας. Μολαταύτα, το κείμενο έχει ενδιαφέρουσα γλώσσα, με τα κλασικά άλματα του μεταγενέστερου Γιαννόπουλου, χιούμορ, αλλά και ωραία εικονοποιία. 

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΠΑΤΡΑΙ

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1898 

ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ 

Έκτακτος οργασμός κατέλαβεν εν τη πόλει μας δεσποίνας και δεσποινίδας της ανωτέρας τάξεως υπέρ βιοτεχνικών εργασιών. 

Ούτω από τινος δεν ακούει τις εις ταις συναναστροφαίς των ανωτέρων τάξεων παρά περί παραγγελίας εργαλειών προς ύφανσιν, ευρέσεως διδασκαλισσών προς εκμάθησιν της εργασίας, περί προμηθείας σπόρου μεταξοσκώληκος και καλλιεργείας αυτών, περί αγγειοπλαστικής κλπ. 

Λίαν αξιέπαινος ο ζήλος ούτος του ωραίου φύλου να επιδοθή εις εργασίας τόσω χρησίμους της παραγωγής, και να αποβάλη το άεργον και άγονον της παρ’ ημίν γυναικός εν τη υψηλοτέρα σφαίρα. 

Ιδίως η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκος και η παραγωγή μετάξης είναι η συμφυεστέρα τη γυναικί ασχολία, διότι η λεπτότης ην απαιτεί η του σκώληκος ανατροφή, και η λεπτότης και το πολύτιμος και ευγενές προϊόν αυτού, της μετάξης, μόνον μετά της γυναικείας συμβιβάζονται λεπτότητος και αβράς επιμελείας. 

Αλλαχού τωόντι η σηροτροφία αποτελεί την ιδιάζουσαν της αριστοκρατικής του ωραίου φύλου ενασχολήσεως, και άμιλλα γεννάται μεταξύ αυτών περί παραγωγής εκλεκτοτέρου είδους μετάξης. 

Ωραία ευκαιρία παρέχεται και παρ’ ημίν ήδη, ότε ευτυχώς ανεπτύχθη τοιούτος ζήλος έν τη σηροτροφία, ώστε εις τάς διαλέξεις, τις οποίας έν τη Βιοτεχνική Σχολή έκαμε περί μεταξοσκώληκος ο ημέτερος γεωπόνος κ. Σωτήριος Χαιρέτης, το ακροατήριόν του συνέκειτο εκ πλείστων αντιπροσώπων του ωραίου φύλου, εν τη προσεχώς γενησομένη εκθέσει της Βιοτεχνικής Εταιρίας, να εκθέσωσιν αι κυρίαι και δεσποινίδες, το εκ της σηροτροφίας προϊόν της εργασίας αυτών. 

Και διά τον υφαντικόν ζήλον, το αυτό ηθέλομεν συστήσει, να παρουσιασθώσιν έργα του εργαλειού εκ της ανωτέρας τάξεως. 

Αλλά χρειάζεται και μία παρατήρησις, ήτις δεν θα ευαρεστήση ίσως πολύ την τάξιν ταύτην, ήτις τόσω εκθύμως πρόκειται να επιδοθή εις την εργασίαν αυτήν. Λαμπρά ασχολία αύτη να υφαίνη η κυρία τα αναγκαιούντα αυτή υφάσματα διαφόρων ειδών. Αλλ’ υπάρχει και έτέρα εργασία μάλλον οικεία προς άβρας χείρας, το ράψιμον των φορεμάτων, και η κατασκευή των πολυδαπάνων αυτών πίλων.

Φαντασθείτε κυρίαν ήτις υφαίνει εργαλειόν, και ράπτεται εις τής δείνα μοδίστας πληρώνουσα αδρότατα ραπτικά, ή προμηθευομένη εξ Αθηνών πίλους τερατώδεις, αξίας τερατωδεστέρας, και τους οποίους θα ηδύνατο να κατασκευάζη μόνη, αντί μικράς δαπάνης προς μεγίστην χαράν του συζύγου, και ισορροπίαν μεγάλης του βαλαντίου αυτού ! 

Εμπρός λοιπόν κυρίαι και δεσπονίδες, μη περιορισθήτε εις τους εργαλειούς μόνον, οι οποίοι ίσως έ[ρι]δα μόνον θα προσθέσουν εις τας οικιακάς δαπάνας, αλλά αναλάβετε και την ραπτικήν της αμφιέσεώς σας, και την καπέλλωσιν των ερασμίων κεφαλών σας, και την κατασκευήν των τεχνιτών ανθέων σας, δια να συντελέσητε και σείς εις την οικονομικήν αναμόρφωσιν, την τόσω αναγκαίαν ημίν. 

Λωτός. 

Αφορμώμενοι από την παραπάνω αισθητή παρουσία του Περικλή Γιαννόπουλου εν Πάτραις, κάνουμε μία διαφορετική υπόθεση εργασίας. Στις 5 Απριλίου 1897 με διακοίνωση της Υψηλής Πύλης ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Στις 13 Απριλίου κατελήφθη από τους Τούρκους η Λάρισα, αλλά λίγο αργότερα διατηρήθηκαν τα ελληνικά εδάφη στο χωριό Πέτα Άρτης. Ήδη όμως από τον Μάρτιο στο κέντρο της Αθήνας επικρατεί οχλοκρατία. Ανοργάνωτες και οργανωμένες διαδηλώσεις, χάος και βιαιότητες, άπαντες θεωρούνται ύποπτοι για εσχάτη προδοσία. Την καχυποψία ακολουθεί ενθουσιασμός, ο οποίος αποδεικνύεται φρούδος, αφού μετά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων στο Δομοκό, στις 5 Μαΐου, υπάρχουν ως και φόβοι για προέλαση του Σουλτάνου μέχρι την Αθήνα.

Με βάση τα παραπάνω, αλλά και την αρθρογραφία του Λωτού – Γιαννόπουλου τον Μάρτιο του 1898 στην εφημερίδα Πελοπόννησο, υποθέτουμε πως εν τέλει το κενό στην Βιβλιογραφία Κατσίμπαλη δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ο Γιαννόπουλος σωπαίνει από το 1896 έως τον Δεκέμβριο του 1898, αλλά στο γεγονός πως ο νεαρός (μόλις εικοσιέξι – εικοσιεφτά ετών), καθώς δεν γνωρίζουμε αν του επετράπη να στρατευθεί ως εθελοντής, βρισκόταν στην Πάτρα. Τα παρακάτω κείμενα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα Πελοπόννησος έχουν αρκετά από τα χαρακτηριστικά του Γιαννόπουλου ως πεζογράφου:

  1. Υπογράφονται με το ψευδώνυμο “Αχέρων”. Ο Αχέρων ποταμός, για τον οποίο ο Όμηρος περιγράφει πως “Χύνουνται εκεί ο Πυριφλεγέθοντας κι ο Κωκυτός, που βγαίνει από τη Στύγα, στον Αχέροντα· τα δυο ποτάμια σμίγουν λίγο πιο πάνω τα βροντόλαλα· στη μέση κι ένας βράχος.” Αυτό το ποτάμι των θρήνων, εκεί που ρέουν τα νερά για τον Κάτω Κόσμο επιλέγει ο μυστηριώδης εν Πάτραις συγγραφέας. Αν συσχετίσουμε την μετέπειτα επιλογή του Γιαννόπουλου να δημοσιεύσει το 1903 και 1904 πολλά κείμενά του (Λόγια του αέρος… του Αττικού αέρος λόγια, Οι αποτρόπαιοι θεοί, Η ζωή και ο θάνατος) με το ψευδώνυμο “Θ. Θάνατος”, δεν φαίνεται απίθανο η σειρά των παρακάτω κειμένων να του ανήκει. Επίσης, το ψευδώνυμο “Αχέρων” δεν έχει αποδοθεί από τον Ντελόπουλο σε κάποιον άλλο συγγραφέα.
  2. Τα πρώτα κείμενα που δημοσιεύει σχεδόν επωνύμως, δημοσιεύονται με τα αρχικά Π.Γ. ή Περ. Γ. το 1904, σύμφωνα με τον Κατσίμπαλη. Στην σειρά των κειμένων που δημοσιεύουμε εδώ υπάρχει και ένα άρθρο με τα ίδια αρχικά, ενώ το ύφος και οι θέσεις που εκφράζονται στο συγκεκριμένο χρονογράφημα θυμίζουν Γιαννόπουλο.
  3. Η αρχαιογνωσία, η δημιουργική χρήση των μύθων και η γλώσσα με άλματα από την καθαρεύουσα στην καθομιλουμένη θυμίζουν Περικλή Γιαννόπουλο.
  4. Στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύει σταθερά ο θείος του Μανουήλ Χαιρέτης ως “Έλλην”, ενώ έχουμε ενδείξεις πως πιθανόν η οικογένεια Χαιρέτη να ήσαν και ιδιοκτήτες τμήματος της εφημερίδος.
  5. Στην ίδια σειρά άρθρων μεταφράζονται Όσκαρ Ουάιλντ και Πιέρ Λοτί, αμφότεροι στα ενδιαφέροντα του Γιαννόπουλου. Οι δε ρήσεις του Ουάιλντ αναγράφονται “Οσκάρ” [sic] ιδιόμορφο τονισμό τον οποίο προτίμησε ο Γιαννόπουλος και όταν δημοσίευσε το Τριαντάφυλλο και το Αηδόνι το 1901 στο περιοδικό Παναθήναια.
  6. Το κείμενο “Στον τάφο του παιδιού της” θυμίζει ως θέμα αλλά και υφολογικά το βεβαιωμένο κείμενο του Γιαννόπουλου “Κηδεία μικρού παιδιού”.
  7. Το οραματικό και με ύφος αποκαλύψεως πεζοτράγουδο “Τιμωρός και εκδικητής” θυμίζει υφολογικά το “Στην εικών του Αγίου Αντωνίου” ενώ η περιγραφή της θεώμενης εικόνας που γίνεται, με τον συγκερασμό των τεχνών (βλ. Αγγελάτος) μας παραπέμπει σε βεβαιωμένα κείμενα του Γιαννόπουλου, όπως “Το φιλί του Σατύρου”. Στο “Τιμωρός και εκδικητής” ο αφηγητής περιγράφει ωσάν να βρισκόταν και εκείνος εκεί κατά την εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό. (Κατά Μάρκον 11:15-19· Κατά Λουκάν 19:45-48· Κατά Ιωάννην 2:13-22). Ωστόσο, καθώς η περιγραφή δεν είναι τόσο κοντά στο λεκτικό της Καινής Διαθήκης, φαίνεται πως ο Αχέρων – Γιαννόπουλος παρατηρεί και περιγράφει το έργο του Ελ Γκρέκο “La expulsión de los mercaderes” ή “La purificación del Templo” (1600, Frick Collection, New York City) με τον καθαρμό του Ναού και το αυστηρό, βλοσυρό πρόσωπο του Ιησού.
  8. Στο φύλλο 1963 της 1ης Οκτωβρίου 1897 δημοσιεύεται το πρώτο μέρος της εισαγωγής που έγραψε ο Αναστάσιος Γεννάδιος για το έργο του Μενάρ Ιστορία της Νέας Ελλάδος. Ο Αναστάσιος Γεννάδιος μας είναι γνωστός για την φιλία του με τον Γιαννόπουλο και την παροιμοιώδη ρήση του προς εκείνον «Πάψε να διαβάζεις Μπωντλέρ και λοιπά περιττώματα.» Θα μπορούσε, δεδομένου πως από τον Μάιο του 1897 ο Γεννάδιος έχει εξαναγκαστεί σε διακοπή κυκλοφορίας της εφημερίδας του “Σωτηρία” να εκλάβει την συγκεκριμένη παρουσία ως ένδειξη συνεργασίας των δύο, δηλαδή Γιαννόπουλος – Γεννάδιος ομού στην Πελοπόννησο. Ο εισαγωγικός λόγος δε του Γενναδίου θυμίζει έντονα την μεταγενέστερη γιαννοπουλική Έκκλησι προς το Πανελλήνιον Κοινόν.
  9. Ως περιεχόμενο, οι έννοιες του εκφυλισμού, της ελληνικής παρακμής και της πατρίδας, εντός κλίματος απαισιοδοξίας και με λίαν αποφθεγματικό λόγο, τα κείμενα που παρουσιάζουμε θυμίζουν επίσης την παρουσία του Περικλή Γιαννόπουλου. Τέλος, η έντονη χρήση αποσιωπητικών και τα ιδιαίτερα σημεία στίξης θυμίζουν μεταγενέστερα άρθρα του αλλά και την σελιδοποίηση με τα ηχηρά κεφαλαία που ακολούθησε στα βιβλία του Νέον Πνεύμα και Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν.

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1907 

ΠΑΤΡΑΙ ΤΡΙΤΗ 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

Η ΠΑΛΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗΝ 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΓΡΑΦΕΝΤΩΝ 

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ. 

Θα μάς επιτρέψη βεβαίως και κοινωνιολόγος κ. Μ. … και να τιτλοφορήσωμεν την προς αυτόν συνοπτικήν απάντησίν μας διά του γενικού τίτλου «Η πάλη διά την ζωήν» ον ούτος μετεχειριζετο προσπαθειών να παραστήση τη κοινωνία τα δεινά τα οποία εκάστη εργατική τάξις υφίσταται, και τούτο όπως προκαλέσωμεν την προσοχήν των παρακολουθησάντων τάς μελέτας αυτού.

Εξετάζων τας διαφόρους εργατικάς τάξεις ο κ. Μ….ς κατέληγε καθ’ εκάστην εις συμπεράσματα λίαν απελπιστικά διά την κοινωνίαν, φέρων αληθή κατακλυσμόν και προτρέπων, ούτως ειπείν. πάντας να απορρίπτωση πάσαν εργασίαν όπως απολαμβάνωσι πλείονα και ζώσι περισσότερον χρόνον. 

Ούτε οι τυπογράφοι, ούτε οι μαρμαρογλύπται, ούτε οι σοφαντζήδες, ούτε οι εμπορροράπται, ούτε οι γυρολόγοι, ούτε οι εξωμάχοι και οι κτηματίαι ούτε κανείς άλλος κατ’ αυτόν δεν είνε ευχαριστημένος διότι όλοι πεινώσι και όλοι ζώσιν ολίγα χρόνια. 

Χωρίς να εισέλθωμεν εις λεπτομερείας και και να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστης των τάξεων τούτων λέγομεν αυτώ: Τι πρέπει έκαστος να μετέλθη όπως απολαύση πλείονα και ζήση περισσότερα έτη. 

Τι πρέπει να μετέλθη ο τυπογράφος όπως μη λαμβάνη ημερομίσθιον δραχ. 3,50 -5 αλλά 10 ως υπουργός ; Τι ο σοφαντζής όπως μη λαμβανη ημερομίσθιον 5-7 δραχ. την ημέραν και να μη ανέρχεται επί των ικριωμάτων, αλλά να κατασκευάζη τας οικίας από μέσα από καμμίαν αποθήκην, δια να μη υπάρχη φόβος να πέση και να μη τον τρώγη ο ήλιος ; Τι ο ράπτης όπως μη λαμβάνη και ημερομίσθιον δρ. 4 ; Τι ο ξυλουργός όπως του αυξηθούν από δραχμές 5 εις 20 ; Τι μία γυνή η οποία διπλώνει νήματα και πανιά διά να αυξηθή το ημερομίσθιον της από 1,50 δρ. 5 ; 

Νομίζομεν ότι δεν εξήτασε καλώς τα πράγματα, διότι ομολογουμέν – και μεθ’ ημών βεβαίως θα συμφωνήση – σήμερον πεινώσι περρισότερον οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι οποίοι εδαπάνησαν και χρήμα και ζωήν, όπως εκμάθωσι τι και όμως σήμερον δεν απολαμβάνουσιν ούτε δύο δραχμάς και άλλοι τίποτε. Ολίγοι δέ οι οποίοι ζώσιν αξιοπρεπέστερον αυτοί παλαίoυσιν χειρότερον του σοφαντζή και μαραγκού, του γυρολόγου και τυπογράφου κ.λ.π. 

Οι εργάται όλοι χωρίς να δαπανήσωσι τίποτε έπειτα από ολίγας ημέρας αφ’ ή ετοποθετήθησαν ως μαθηται ακόμη, απελάμβανον ημερομίσθιον και η ωφέλεια εκ της εργασίας των είνε μεγαλητέρα των άλλων, ενώ οι άνθρωποι των γραμμάτων εδαπάνησαν τα διπλάσια και τριπλάσια. 

Κάτι άλλο θα ήθελε δια των μελετών του τούτων ο κ. Μ…ς να υπονοήση και όχι ότι αι εργατικαί τάξεις πάσχουσι. 

Αν επιμείνη εις τας αξιώσεις του ταύτας, τότε θα τον παρακαλέσωμεν να μας είπη τί πρέπει να μετέλθη ο εργάτης όπως μη κοπιάζη και όπως απολαμβάνη περισσότερα. Δεν πιστεύομεν όμως να μας είπη ότι όλοι πρέπει να γίνωσι τοκισταί και συνταξιούχοι. 

Όσον δ’ αφορά διά την πρόληψιν ην έχει ότι όλοι κινδυνεύουσι να πάθωσι τι εργαζόμενοι και να σ κ ο τ ω θ ώ σ ι πρέπει να την αποσκορακίση, διότι και ο τοκιστής και ο έμπορος γράφων δύναται να πάθη τι τυχαίως ή εξ απροσεξίας. 

Πλείονα άλλοτε. 

Γ. Π…ς. 

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1927

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

ΠΑΤΡΑΙ, ΔΕΥΤΕΡΑ 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1897 

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΗΣ 

Ήταν από τόση ώρα γονατισμένη μπροστά στον τάφο του, σκυμμένη απάνω στον ξύλινο σταυρό του. Τα άταχτα μαλλιά της είχανε ξεπλεχθή κι’ επέφτανε χάμου στό χώμα και εφαινόσαντε σάν να το φιλούσαν κρυφά, κρυφά. Η ντυμασιά της ήτανε. .. αχ και ποιός δεν μπορεί να το μαντεύση. Τι άλλη ντυμασιά  της έπρεπε παρά μαύρα, κατάμαυρα είσα με πού θα  ‘πέθαινε! 

Το πρόσωπό της δεν εφαινότανε· τόσο πολύ είχε πλησιάσει στη γη. Μοναχά τα δάκρυα έφαινόσαντε που τρέχανε σωρό, σαν βροχή. Καμμιά φορά δε κάτι άξαφνοι τιναγμοί έδειναν σημείο πώς ήτανε ζωντανή, γιατί όποιος θα την έβλεπε, θα την ‘νόμιζε γιά άγαλμα· τόσο ακίνητη ήτανε. 

Ευρισκότανε μοναχή, καταμόναχη, μέσα σ’ εκείνους όλους τους τάφους, σ’εκείνα τα άγια χώματα που έκρύφτανε μέσα τους, τόσα ένδοξα παλληκάρια, τόσους μάρτυρας της πατρίδος…. 

Καμμιά φορά δε μέσα σε ‘κείνη τη νεκρική σιγή πού ‘βασίλευε, άκουγότανε, ένας γεροπλάτανος, που ήτανε εκεί κοντά, να βογγάη αγάλια αγάλια, σάν νάκλεγε κι’ αυτός για τα τόσα άμοιρα παλληκάρια πού ήσαν θαμμένα από κάτω στον ίσκιο του, και τόσο κρυφά, σαν να ‘φοβότανε μην πάη και τα ξυπνήση από τον βαθύ τους και γλυκό ύπνο. … 

Κάποτε, κάποτε εδιάβαιναν από ‘κείθε από ένας ένας οι στρατιώτες, μα κι αυτοί χλωμοί με σκυμμένο κάτω το κεφάλι.  Κάπου κάπου δε ‘φαινότανε και κάνα δάκρυ να λαμπυρίζη μέσα στα μάτια τους. ‘Εκαναν σαν ξεχασμένοι το σταυρό τους μα καθώς βλέπανε την δυστυχισμένη εκείνη μάνα που βρίσκονταν βουβή εκεί χάμω, τότε τους έπιανε ένα παράπονο και τα δάκρυα τόσο πολύ ετρέχανε, ώστε εφεύγανε πάλι, γιατί δεν μπορούσαν να βαστάξουν από την λύπη. Εφεύγανε όμως με ήσυχο σαν νεκρικό βήμα, γιατί ίσως δεν θα θέλανε να τους δή εκείνη η άτυχη. 

Το είχε μονάκριβο ή άμοιρη εκείνο μόνο το παιδί της είχε απομείνει. Είχε κι’ άλλο ένα λεβεντόπαιδο, το καμάρι της γειτονιάς μα ! της άτυχης της το πήρε κι’ αυτό άσπλαγχνα ο χάρος. Οκτώ ημέραις έδερνότανε απάνω στο κρεβάτι του, χωρίς καμιά ελπίδα, και στης εννιά πέθανε στην αγκαλιά της. Ο θάνατός του της έκαψε την καρδιά. Αλλά μέσα στην τόση απελπισία της, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι έφεγγε σαν μικρό φώς πού μπορούσε να ελπίζη, το άλλο της το παιδί, αχ αυτό που ήτανε τώρα μπροστα της μέσα στον τάφο. Η δύστυχη, το είχε κρυφή χαρά και είχε μια τόσο καλή καρδιά · με κανένα ποτέ δεν είχε μαλώσει, όλος ο κόσμος είχε να πη γι’ αυτό.

  Αλλοίμονο όμως ήρθε ο πόλεμος και της το πήρανε κι’ αυτής. “Εφυγε χαρούμενο, με χίλιαις ελπίδες πώς θα γυρίση, την εμάλωσε μάλιστα όταν την είδε πού έκλαιγε, γιατί του έφαινότανε πώς ήτανε κακό. Από το στρατόπεδο της είχε στείλει τρία γράμματα και της έγραφε πολλά. Ύστερα από κείνα δεν έλαβε άλλο. ‘Αρχισε κι’ ανησυχούσε και έγραφε άκοπα γράμματα μα ! αλλοίμονο απάντησε καμιά. Τότε απελπίστηκε, άρχισε να φοβήται, έκλαιγε πολλαίς φοραίς χωρίς να το θέλη, έδερνότανε, ετραβούσε τα μαλλιά της, γιατί της εφαίνετο σαν κάτι να της έλεγε μέσα της πώς της το σκοτόσανε το παιδί της. 

Δεν είχε άλλο να κάμη παρά να γράψη στο λοχαγό του, οποίος ήτανε φίλος του παιδιού της από πρώτα. “Εστειλε λοιπόν γράμμα και τον παρακαλούσε να της γράψη αν ζη το παιδί της ναι ή όχι και να μή της το κρύψη διόλου.

Επερίμενε αρκεταίς ημέραις, μα αυτής της φαινότανε πώς η ημέρα ήτανε χρόνος. Είχε μεγάλη αγωνία, στο κρεβάτι δεν είχε πέσει, να κοιμηθή δεν μπορούσε.  Είχε μία στενοχώρια απερίγραφτη. 

Έκαθότανε μέσα κλεισμένη νύχτα μέρα, κι’ άλλη δουλειά δεν έκανε παρά έδιάβαζε της τρείς επιστολαίς του παιδιού της. 

Μία ημέρα όμως εκεί που καθότανε σκυμμένη  απάνω ‘ς το τραπέζι ακούει να  κτυπάνε την πόρτα της. Πετάχτηκε αμέσως από την θέση της κι’ επήγε κι άνοιξε την πόρτα. Το γράμμα που περίμενε ήρθε. Το πήρε στα χέρια της αλλά εδίσταζε να το ανοίξη. Της ήρθε σαν σκοτούρα κι’ επήγε κι’ εκάθησε στην καρέκλα. Εκεί το άνοιξε τα μάτια της ελάμπανε σαν του αστρίτη και ετρέχανε απάνω στο γράμμα εδώ κι’ εκεί; ‘Εψαχνε να δη μήν έγραφε για… θάνατο. 

Άξαφνα βγάνει μια φωνή σπαραχτική  και πέφτει χάμω λιποθυμισμένη. 

Εδιάβασε η άμοιρη τον θάνατο του παιδιού της. 

Οι γειτόνοι είδανε τον γραμματοκομιστή, μα δεν ξέρανε πώς έτρεχε τέτοια δουλειά. Τον έρωτήσανε από πούθε ερχότανε και αφού έμαθανε πως ήτανε από το στρατόπεδο ήσυχάσανε, γιατί ενόμισαν πως το έστελνε το παιδί της.  Ύστερα από λίγαις  μέραις είδανε το σπίτι της κλειστό. ‘Αρχισαν ν’ ανησυχούνε. Ναι μεν δεν την έβλεπαν γιατί δεν έβγανε από τότε που έφυγε το παιδί της, μα τώρα νάναι κλειστό και  το σπίτι της κάτι κακό πράγμα θα έγινε.  Ερώτησαν λοιπόν εδώ, εκεί, εγύρισαν όλα τα γνώριμα σπίτια, μήπως την είδαν,  αλλά παντού όπου κι αν ρώτησαν, δεν ήξευραν γι’ αυτην τίποτε.  Μια, μέρα όμως ‘κεί που ρωτούσαν, έμαθαν πως την είδαν ντυμένη κατάμαυρα κι’ εμπήκε σ’ ένα ατμόπλοιο πού έφευγε για  το στρατόπεδο… 

Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1937 

ΠΑΤΡΑΙ, ΠΕΜΠΤΗ, 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

Ο ΕΦΕΔΡΟΣ

Δόσατέ μου σας παρακαλώ κύριοι ό,τι ευχαριστείσθε για να πληρώσω τον ναύλο να πάω στο σπήτί μου…

Τας λέξεις ταύτας απηύθηνε προς όμιλόν τινά, μετ΄ενδομύχου λύπης, ως εδείκνυε το πρόσωπόν του το καταμέλανον, το οποίον ιδρώς περιέβρεχεν, άνθρωπος μετρίου αναστήματος, φέρων ενδυμασίαν χωρικήν πλήν του σάκκου και του πίλου,κ άτινα αντικαθίστα η βλούζα και το πηλίκιιον.  Ήτο στρατιώτης της ηλικίας οτυ 85, ήν οι κυβερνήται μας τώρα εθεώρησαν περιττήν πλέον και προς απόλυσίν της ενόμισαν καθήκόν των μόνον, να εκ΄δωσωσι το σχετικόν περί τούτου διάταγμα, αδιάφορον αν οι ατυχείς ούτοι στρατιώται στερούνται μέσων προς επάνοδος εις τας εστίας των.  Και ως εκ τούτου βλέπεις στρατιώτης καταλιπόντα  τέκνα και σύζυγον ή φέροντας γονείς και αδελφάς, σπεύσαντα εις την φωνήν της Πατρίδος, μη ελπίζοντα να επανέλθη και αφίταντα εν τη οικία του την λύπην και την δυστυχίαν να επαιτή τι;  Να επαιτή τον ναύλον της επανόδου του εις την προσφιλή του οικίαν.

Οία ειρωνεία!  Οίος εξευτελισμός!

Ο πρώην σφριγών υπό του ιερού προς την Πατρίδα ενθουσιασμού, ο μεταβάς εις το πεδίον της τιμής καθάριος εύρωστος, υγιής, χαίρων, επανέρχεται νύν καταπεπονημένος, άπελπις, φθειριών και το χείριστον επαιτών και πηγαίνει;  ‘Α!  πικρόν μειδίαμα αναβαίνει επί των χειλέων μου, αποτέλεσμα του ψυχικού πόνου, όστις με καταλαμβάνει αναλογιζόμενος τι υπέφερε και τι θα υποφέρη ο δυστυχής Έλλην, ένεκεν της επαισχύντου αναλγησίας των κυβερνητών του, πηγαίνει ο τάλας στρατιώτης να εύρη όπως κατέλιπεν την οικίαν του, τα τέκνα του την σύζυγόν του;  Πηγαίνει ν΄ανακουφισθή εκ των φρικτών ταλαιπωριών άς υπέστη εις το στρατόπεδον;  Όχι.  Πηγαίνει να εύρη την οικογένειάν του πεινώσαν, ελεεινή, γυμνητεύουσαν ήδη, πηγαίνει να εύρη τα κτήματά του ακαλλιέργητα, σχεδόν φθίνοντα, πηγαίνει ο τάλς να ριφθή πάλιν, μη δυνάμενος άλλως να πράξη ά τε βλέπων το φάσμα της πείνης να τον πλησιάζη, να ριφθή πάλιν εις τον βιοπαλαιστικόν αγώνα, να μοχθήση να κοπιάση υπερανθρώπως, διότι ο δυστυχής αισθάνεται την πείναν κρούουσαν αδιαλείπτως την θύραν της οικίας οτυ και νομίζει ότι ακούει τα τέκνα του πεινώντα κλαίοντα, τείνοντα προς αυτόν τας χείρας να ζητώσιν άρτον….

Τον εκάλεσε τότε η Πατρίς προς βοήθειαν, τον ήρπασεν εκ της εστίας του ίνα τον μεταφέρη εις το πεδίον των μαχών, να πολεμήση, ν΄αποθάνη, τα οποία ούτος ευχαρίστως ήθελεν υπομείνει χάριν αυτής.

Τώρα η αυτή ιδία Πατρίς τον εγκαταλείπει εις το έλεος του Θεού, τώρα πλέον δεν τον γνωρίζει, τώρα δεν είνε το τέκνον της εκείνο, ού επικαλείτο την συνδρομήν, δεν είνε τώρα ο υπερήφανος στρατιώτης της, δεν τον γνωρίζει πλέον.

Τώρα δεν είνε δι΄αυτήν τίποτε και ομοιάζει σαν να του λέγη

-Πήγαινε εις την εστίαν σου, επάνελθε εις τα τέκνα σου, δεν μοί χρειάζεσαι πλέον.

Και όταν ο τάλας αντείπη την έλειψιν των μέσων, στρέφει αύτη τα νώτα και απέρχεται προσσποιουμένη ότι δεν ήκουσεν αυτόν….

Αλλά δεν πταίεις σύ τάλαινα Πατρίς.  Όχι, δεν πταίεις σύ.  Πταίουν οι διά τυχοδιωτικών μέσων γιγνόμενοι εκάστοτε κυβερνήταί σου, αυτοί πταίουν αυτοί σε ητίμασαν, αυτοί σε κατέστρεψαν, αυτοί σε κατέσχισαν και σε κατέστησαν πτώμα…..

Θα έλθη όμως καιρός………. 

Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1946 

ΠΑΤΡΑΙ, ΚΥΡΙΑΚΗ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1897

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

ΟΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ 

Μπα ! πίσω πόλεμο; δεν εντρέπεσε αδελφέ ! … ούτε στ’ όνειρό σας δεν πρέπει να το φαντάζεσθε… Δεν θέλουν έλεγχον… ο έλεγχος θα μας σώση, θα μας δώση  την ησυχίαν μας… θα σωθούμε … 

Και όλο θα μας σώση ο έλεγχος εγκρίνιαζε κεκυφός τι γερόντιον…. 

– Τι βρ’ αδελφέ πόλεμο; τα ίδια πίσω; δεν λέτε έλεγχο παρά πόλεμο· η ήττα μας (!) μάς έσωσε και ο έλεγχος θα μας σωφρονίση. Γιατί αν νικούσαμε θα το επέρναμε απάνω μας, θα ετρελλαινόμεθα: καλλίτερα που ήλθαν έτσι τα πράγματα… 

Επρόφερε μετά θράσσους ένας υπάλληλος ανώτερος … 

‘Ετριψα καλά τα μάτια μου, τους κύτταξα, τους παρετήρησα προσεκτικά, τους έκαμα ανατομίας με τους οφθαλμούς μου, μήπως δεν είδα καλά, μήπως και ηπατήθην…. 

Δεν επίστευα ό,τι ήκουσα να το ειπή, να τολμήση να το προφέρη ένας, μα και και ο τελευταίος Έλλην. Και όμως το ήκουσα και είδα καλά ποιος το είπε δεν  ηπατήθην όχι, το είπε Έλλην, επιστήμων, νομοθέτης και …. ανώτερος υπάλληλος. Τάλαινα Πατρίς…. δεν επερίμενα να τα ακούσω. Ιδού λοιπόν πατριώται, ιδού αισιόδοξοι περί της καταστροφής σου. Εκοκκίνισα, εκιτρίνισα και εγώ δεν γνωρίζω πόσα χρώματα ήλλαξα εις το διάστημα της απαισίου συνομιλίας των. Φαντάζομαι την ψυχικήν τους γαλήνην, φαντάζομαι τον βρεφικόν ύπνο τους, φαντάζομαι τέλος την …. ευτυχία τους … 

Ευτυχείς αυτοί, αισιόδοξοι, ήρεμοι. διατί ; διότι ένικήθημεν, διότι επροδόθημεν, διότι ητιμάσθημεν, διότι ίσως, το οποίον δεν το ελπίζω να γίνη, νά αλυσοδεθώμεν και ταφώμεν δια παντός εν τη ατιμία … 

Ευχαριστήθησαν διά την ήτταν μας, διότι θα το επέρναμε επάνω μας (!) θέλουν τον έλεγχον, διότι θα μας σωφρονήση!!, διότι τους αρέσει, τους ευχαριστεί.. 

Και ποιοι είνε αυτοί ; Α! ιδού, έλληνες, επιστήμονες. Μάλιστα. Αυτοί οίτινες έπρεπε να φωνάζουν νυχθημερόν εις τους άλλους τον επερχόμενον κίνδυνον, αυτοί οίτινες γνωρίζουν τι εστί έλεγχος και ποία τα αποτελέσματα αυτού. 

Γνωρίζουν ότι έλεγχος είνε καθώς η φθίσις, ήτις κατατρώγουσα το σώμα του ανθρώπου, τον μαραίνει και τέλος τον αφανίζει. Το γνωρίζουν αυτό. Και όμως υποστηρίζουν ν’ αποθάνωμεν τον διά φθίσεως θάνατον, άδοξοι, καταφρονημένοι, επικατάρατοι υπό των προγόνων τε και υπό των επερχομένων ελληνικών γενεών παρά να αποθάνωμεν ένδοξοι επί του πεδίου της τιμής, ευλογούμενοι υπ’ αυτού του Θεού και αποδεικνύοντες τοις χαμερπέσιν Γερμανοεβραίοις και εις τους ακολούθους τούτων πώς ξεύρει ο Έλλην να ζη και ξεύρει πώς ν’ αποθάνη …. 

Οίμου τάλαινα Πατρίς …. 

Αχαίρων 

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1960 

ΠΑΤΡΑΙ, ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

Ο ΤΙΜΩΡΟΣ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΤΉΣ

…Και τον είδον το μαστίγιον ανά χείρας έχοντα, αυστηράν την όψιν, μαστιγούντα και εκδιώκοντα αυτούς, οίτινες κάτω την κεφαλήν νεύοντες, έφευγον όπως κρυβώσιν εις μέρος τι μάλλον σκοτεινόν, μάλλον αόρατον, ένθα ίσως ήλπιζον να εύρωσι προσωρινήν ησυχίαν και …ανάπαυσιν. Εφόρουν ακόμη την υπ᾽ αυτών κηλιδωθείσαν εκ του αίσχους των στολή, ουζί όπως μετά των τους βαθμούς εκδεικνυόντων άστρων.

Το πιλικιόν των δεν είχε πλέον τας γραμμάς εκείνας….ούτε ο Σταυρός μετά του Στέμματος εφαίνετο επ΄αυτού.   Οι την ηχηράν και ολίγον σπασπωδικήν φωνήν παράγοντες πτερνιστήρες έλειπον· Η δε ενίοτε γρυλλίζουσα σπάθη…..απουσίαζεν.

Έφευγον, έφευγον ως οι τελευταίοι κατάδικοι:  η δεν κηρινή μορφή των προεκάλει την λύπην και τον οίκτον. Ταυτοχρόνως ηκούετο η σάλπιγξ λυπηρώς ηχούσα την….καθαίρεσιν.

Και ανεμνήσθην του Χριστού εκδιώκοντος εκ του ναού τους αργυραμοιβούς και διαφόρους πωλητάς, οίτινες εβεβήλουν τον οίκον του πατρός του πωλούντες και ….αγοράζοντες.

Οποία αλληγορία και ….ομοιότης.

Τους εξεδίωκεν ο Χριστός, διότι υπό την πρόφασιν της προσευχής εισήρχοντο και επώλουν και εμπορεύοντο.

Τους εξεδίωκεν ο Στρατηγός διότι υπό το πρόσχημα και την πρόφασιν ότι θα υπηρετήσουν και θεραπεύσουν την Πατρίδα την…..

Και εις αμφότερα προδοσία και βεβήλωσις.

. . . . . . . . . . .

Τους παρετήρουν μετά οίκτου, έβλεπον την μάστιγα πίπτουσαν άσπονδον και ανεηλεή επί της ράχεώς των, επί του προσώπου των.

Ρίγος με κατέλαβε. Ετόλμησα  ο τάλας να ρίψω μίαν ματιάν επί του πελωρίου Στρατηγού, αλλ’ έν σοβαρόν βλέμμα του τόσον σεβασμόν και φόβον συνάμα μοι ενέπνευσε, ώστε αυθωρεί ένευσα προς την γήν.

Και ήκουον την φοβεράν και βροντώδη φωνήν του συγχεομένην μετά των κρωγμών της μάστιγος να λέγη.

«Άνανδροι…. Προδόται…. αφανίσθητε» ….

Και ηννόησα ευθύς οποίον έργον ετελείτο, οποία καταδίκη εγίγνετο και οποία σωτηρία προεκηρύσσετο….

Τότε η καρδία μου η εκ του φόβου ψυχρανθείσα, εθερμάνθη ολίγον και ανεσκίρτησε και …. ετόλμησα να αιωρήσω πλάνον τι και περιδεές βλέμμα επί του στρατηγού….

Έτερον τότε θέαμα με κατέστησε σχεδόν εννεόν.

Άνωθεν και πέριξ του Στρατηγού είδον, την κόμην μακράν και πάλλευκον έχοντας, τον Κολοκοτρώνην και Καραϊσκάκην, τον Κανάρην και Μιαούλην και εν κύκλω πάντας τους λοιπούς ήρωας και ελευθερωτάς μας.

Τους έβλεπον με άπληστον όμμα, η δεν καρδία μου έπαλλεν ευφρόσυνος και ηγάλλετο…

Έβλεπον τους ημιθέους εκείνους, τους ατρομήτους εκείνους ήρωας, παρισταμένους εις την εκτέλεσιν της δικαίας εκείνης τιμωρίας, ωσανεί να ήθελον διά της παρουσίας των να επιδοκιμάζουν την σωτήριον και εκδικητικήν ταύτην πράξιν του Στρατηγού και ήμην ευδαίμων….ευτυχής….πλήν….. εκκωφαντική βροντή μετά τυφλωτούσης αστραπής με έφερεν εις….το γραφείον μου καθήμενον και πρό εμού έχοντα ανηρτημένην την εικόνα του Στρατηγού ανά μέσον των εικόνων των ημιθέων του εικοσιένα….      

Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1962 

ΠΑΤΡΑΙ, ΤΡΙΤΗ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

ΗΜΕΡΑ ΤΗ ΗΜΕΡΑ

«ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΗ»

Βαρύς υπό των εθνικών συμφορών μετέβην μετά τίνων φίλων μου ή μάλλον εφέρθην υπ΄αυτών είς τι ποτοπωλείον, όπως, κατά την εν Πάτραις συνήθειαν λάβωμεν το ορεκτικόν. Εισήλθομεν εντός εγώ δε εσκοτισμένος υπό πολλών σκέψεων και ιδεών καθίσας ερέμβαζα, ουδόλως προσέχων εις τας ευτραπέλους γλυαρίας των ομοτραπέζων μου.  Και τοι τους παρετήρουν οι οφθαλμοί μου, εγώ όμως δεν τους έβλεπον ή μάλλον τους έβλεπον αλλά δεν τους εώρων.

Κυριολεκτικώς είχα πελαγώσει εν τη ρέμβη του απείρου, εν τη υπνωτική και συνεφώδει εκείνη ατμοσφαίρα…..

Μόνον, ότε εμέλλομεν να πίωμεν, εισήλθον εις την πραγματικότητα και έλαβον το προσφερθέν ποτήριον ίνα πίω.

Και προς στιγμήν διελύθησαν τα μελανά και σκοτεινά νέφη, άτινα με περιεκύκλουν.

Έλαβον το ποτήριον και αναισθήτως έφερον εις τα χείλη μου τούτο.

Αίφνης εσταμάτησαν οι οφθαλμοί μου επί του τοίχου, επί τινος καλλιτεχνικού πλαισίου όπερ είχε καλλιτεχνικώς γεγαμμένας τας λέξεις:

Κι’ αὐτὸ θὰ περάσῃ

Θα περάση κι᾽αυτό, έλεγε· ποίον;  Τι ήθελον αι λέξεις αύται να είπωσιν;  Εσκέφθην…..

Θα περάση το έτος αυτό το δυστυχές το άθλιον, το υπό πάσαν έποψιν κακόν;

Θα περάση το δυστύχημα και το πένθος της ταλαίνης Πατρίδος, το τόσον σκληρόν και ανέλπιστον;

Ά μήπως ήθελε να είπη ότι θα περάση κι᾽ αυτό το εν τω ποτηρίω ποτόν και ότι ένεκεν τούτου χρήζει νέου τοιούτου;

….Αγνοώ ….

Και εσκέφθην την ιδεώδη, την πραγματικήν, την στερεότυπον εφ΄όλων των πραγμάτων αλάνθαστον αυτήν αλήθειαν.

Και εβυθίσθην εν τω απεράντω πελάγω των σκέψεων….

Και μοί εφάνη ως να είδον εν τω απείρω γεγραμμένην ταύτην την λέξιν:

Έλπιζε.

. . . . . . . . .

Όταν εξήλθομεν του ποτοπωλείου η καρδία μου ήτο ολιγώτερον βεβαρυμένη, ανέπνεον ανετώρερον, διότι μοί εφάνη ότι και αυτή η λαθραίως επί του προσώπου μου πνεόυσα γλυκεία και ναρκωτική αύρα, μοί εφάνη λέγω, ότι και αυτή ως να μοί εψιθύριζεν εις το ούς μου, ηδονικώς

Έλπιζε……

                                                                                         Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1963 

ΠΑΤΡΑΙ, ΤΕΤΑΡΤΗ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’

ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Τα υψηλά αλώνια άρχισαν να ευμοιρούν ολίγων περιπατητών.  Η γραφικωτέρα θέσις της πόλεώς μας, η μαγευτική αυτή είνε· βλέπεις την δύσιν του Ηλίου· βλέπεις αυτόν κόκκινον εκ της θερμότητος σπεύδοντα να λουσθή.

Χ

Τα δενδράκια πρό πάντων αυτής της πλατείας των υψηλών αλωνίων, είνε κάτι τι έξοχον, ποιητικόν· μοιάζουν σαν μποκεδάκια το ένα κοντά στο άλλο αδελφωμένα σαν να φιλιώνται, σαν να κρυφομιλούν.

Χ

Ημείς όμως δεν την εκτιμώμεν· μόνον η φύσις και οι ξένοι επισκέπται· ημείς τίποτε.

Χ

Και επειδή ο λόγος περί πλατείας, αυτή η πλατεία του Αγ. Γεωργίου ομοιάζει σαν αποχερσωθέν χωράφιον. Ανωμαλία εδάφους πρωτοφανής διά πλατείαν. Αυτή η ιστορικοτέρα, η τόσας αναμνήσεις εθνικάς περικλείουσα, αυτή είνε η πλέον εγκατελελειμμένη· μερικά ασθενικά, φθισικά δενδράκια κι’ αυτά εγκαταλελειμμένα υπάρχουν, και εις το μέσον η λιμνάζουσα ενίοτε στέρνα.

Χ

Μετ’ ολίγον θα έχωμεν τελείαν και υπό πάσαν έποψιν την Παντάνασσαν πρώτην εκκλησίαν εν τη Ελλάδι. Έν κόσμημα αξιόλογον της πόλεως. Μένει μόνον να γείνη η πρό της εκκλησίας πλατεία, δηλαδή το πρό αυτής νύν τετράγωνον αυτό όμως εις το…μέλλον.

Αχέρων

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1985 

ΠΑΤΡΑΙ, ΣΑΒΒΑΤΟΝ 23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1897 

ΚΑΙ ΣΥ ΒΡΟΥΤΕ;

Τέλεον απογοητευμένος, ανεγίνωσκον εν τω αναγνωστηρίω τας τοσούτον φρικτάς αποκαλύψεις των διαφόρων εφημερίδω διά την ήτταν μας, ήτις ήδη αποδεικνύεται προεσχεδιασμένη.

Βαθεία η σιγή επεκράτει· μόνον ξηρός τις βηξ κάποτε ηκούετο και τίνες μονόλογοι ομοιάζοντες ολίγον προς μυκηθμούς και την επιδοκιμασίαν ή τουναντίον, των αναγιγγνωδκομένων δηλούντες.

Εκ τω μέσω όμως της σιγής ταύτης ακούεται αίφνης μικρός θόρυβος μετατιθεμένου καθίσματος· συγχρόνως δε επιφωνήματά τινα αγανακτήσεως μάλλον ή απορίας και κύριός τις λέγων προς έτερον ταύτα:

-Φρίκη φίλε μου φρίκη….απελπισία!  γι΄αυτό λοιπόν ηττήθημεν χωρίς να νικηθώμεν τας απάτριδας!…….   γι΄αυτό έλεγον άνανδρον και δειλόν τον στρατόν μας διά να καλύψουν το αίσχος των….οι δείλαιοι…..διατί εγκαταλείφθη το Μάτι….η Λάρισσα; Μη και είχομεν έλλειψιν επιτηδείων, μήπως ενικήθημεν, μήπως εδειλίασεν ο στρατός μας πολεμών;  …τους αθλίους· όχι!  όχι!

-Μα τότε λοιπόν διατί;  Μήπως και….

-Ιδού διατί· ιδού· διότι υπεχωρούμε· ουδόλως πολεμούντες και διότι ηττήθημεν νικώντες· τα εννοεις λοιπόν τι σημαίνουν αυτά τα οξύμωρα σχήματα;  Τα εννοείς; ….Δυστυχής Ελλάς! Πάντοτε και εν τη καρδία σου ακόμη θα ενδιαιτώνται οι καταστροφείς σου;  Καλά οι εξωτερικοί σου εχθροί, οι οποίοι αναφανδόν σε επολέμουν, σε επεβουλεύοντο, σε κατεδίωκον · αλλά αυτοί…..αυτά τα τέκνα σου; Πόσον ομοιάζεις τάλαινα τον Καίσαρα πόσον τον ομοιάζεις.  Και αυτός ο δύστηνος εχθρούς ενόμισε μόνον εκείνους, οίτινες φανερά τον επολέμουν, αγνοών ότι και εν τω οίκω του και μεταξύ των προσφιλεστάτων αυτώ ενυπήρχον οι δολοφόνοι του· και ότι εδολοφονείτο μη δυνάμενος ακόμη και τότε να πιστεύση, ότι οι φίλτατοι αυτώ οικείοι του τον εδολοφόνουν, εφώναξεν απελπιστικώς:

«Και σύ Βρούτε;»

Πόσον αρμόζει και εις σε αθλία Πατρίς ν’ αναφωνήσης, περιχεομένη υπό των αιμάτων των ρεόντων εκ των τραυμάτων σου λυπηρώς και μάλλον οικείως:

«Και σείς τέκνα μου;»

Πώς ενεπαίχθημεν οι ταλαίπωροι…πόσον ηπατήθημεν…..τους δολοφόνους!…..

-Μα μήπως είνε τυχόν υπερβολικά, υπέλαβεν ο έτερος κύριος δειλώς.

-Υπερβολικά; Αυτά υπερβολικά;…

Εάν ήταν υπερβολικά ή και ψευδή έπρεπε αμέσως να διαψευσθώσιν και να φυλακισθώσιν οι ταύτα αποκαλύπτοντες αλλά αλλοίμονον · όλα είνε αλήθειαι πικραί μεν δι’ ημάς, δι’ αυτούς όμως…

Και έβηξεν σπασμωδικώς.

Και πάλιν η προτέρα σιγή επανήλθε, αλλά μελαγχολικωτέρα και μάλλον νεκρική….

Εν τω μέσω ταύτης ανεμνήσθην των αποφράδων εκείνων ημερών, ας η μία μετά την άλλην κατέφθανον αι ειδήσεις περί εγκαταλείψεως δ ι α δ ο χ ι κ ώ ς των διαφόρων θέσεων. Και ανεπόλησα την θλίψιν, ήτις πάντας κατέλαβεν επί τούτοις, την απογοήτευσιν, την απελπισίαν…

Και ενεθυμήθην τας παννυχίους εκείνας συζητήσεις επί των τριόδων και πλατειών και των διαφόρων κέντρων και την από τότε αμφιβολίαν του λαού ως προς την διεύθυνσιν του πολέμου· την οσημέραι επαυξάνουσαν ιδέαν περί της προσχεδιασθείσης ήττης μας και νύν ταύτην επιβεβαιουμένην….

Δεν ηδυνήθην πλέον να μείνω εντός, αι χείρες μου σπασμωδικώς εκινούντο και σκοτοδινία ήρχισε να με καταλαμβάνη, ηγέρθην και εξήλθον, ίνα αναπνεύσω ολίγον την εσπερινήν αύραν, και ίνα άλλαι ιδέαι εισχωρήσουν εις το εσκοτισμένον κρανίον μου….

Και ενώ εβάδιζον σύνοφρυς, σκεπτικός ανεμνήσθην πάλιν το του Καίσαρος:

«Και σύ Βρούτε;» ..,…

                                                                                         Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1992

ΠΑΤΡΑΙ, ΠΕΜΠΤΗ 30 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

ΠΑΡΕΡΓΑ

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αντιθέσεις επί αντιθέσεων.

Η πλατεία ήτο κατάμεστος κόσμου, ήτο αληθές ανθρωποστίβαγμα· πληθώρα εκ του θήλεως ή του ωραίου, όπως θέλετε, φύλου, οι κομψευόμενοι ντιστεγκέδες και αυτοί εις ουχί  μικράν ποσότητα ήσαν. Τα καθίσματα των πέριξ της πλατείας καφενείων και ζαχαροπλαστείων πλήρη μέχρις ενός. Τα πολυτελή και μοδέρνα (;) γλυκίσματα και διάφορα ποτά επηγαινοήρχοντο ακαταπαύστως και κατεβροχθίζοντο ανηλεώς.

Τα γελαστά και φαιδρά πρόσωπα πάντων και πασών εδήλουν την υπερπληρούσαν αυτούς χαράν και ψυχικήν τέρψιν, αι δε μετά πολλής επιτετηδευμένης στωμυλίας συνδιαλέξεις των επλήρουν τον πνέοντα αραβίαν όλον ασφυκτικόν και στενόν εκείνον χώρον του πηγαινοερχομού.

Εδώ γέλωτες και καγχασμοί ένεκεν επιτυχίας αστεϊσμού τινος, εκεί τρυφεροί χαιρετισμοί επακολουθούμενοι από ρεβερέντσιαις ήγουν από εδαφιαίας υποκλίσεις, παρέκει βλέμματα υπόπτου προελεύσεως στεναγμοί και που και….. επιψαύσεις…. Διατί η τοσαύτη συνάθροισις και πληθύς; Μήτοι και σπουδαίον τι μελετάται; Μήτοι (ένεκεν του δεσπόζοντος κατά τον αριθμόν ωραίου φύλου) και προμηνύεται συλλαλητήριον προς αποσκοράκισιν της ασκόπου πολυτελείας και υποστήριξιν της εγχωρίου βιομηχανίας;…. Όχι,  ούδεν εξ αυτών· ούτε το πρώτον, διότι εις τα σπουδαία τρέχομεν ως αι χελώναι και βαδίζομεν ως οι καρκίνοι, ούτε το δεύτερον, διότι τούτο διαψεύδουσιν οι περικαλλείς ανθώνες και ορνιθώνες, οι εναέριοι ούτως ειπείν, οι επί των κεφαλών των γυναικών στηριζόμενοι. Αλλά διατί λοιπόν;… Ά! σύνηθες· θα παιανίση η μουσική και…. ιδού ακούεται το τύμπανον αυτής ερχομένης…….

. . . . . . . . .

Η μουσική ήλθεν…. παιανίζει ήδη το εμβατήριον. Πάντες ανακουφίζονται· πόσον ωραία παιανίζει· πόσον καιρόν είχομεν να την ακούσωμεν. Φαντάσου εννέα όλους μήνας χωρίς μουσικήν…. πώς υπεμείναμεν· αλλά τώρα πλέον. . . . τα πάντα βαίνουσιν κατ΄ευχήν. . . . . . 

Και ενώ η μουσική επαιάνιζε μελωδικώτατα και οι πάντες ηγάλλοντο και αι γαστέρες πολλών επληρούντο πολυδαπάνων του ενός κατόπιν του άλλου ερχομένων γλυκισμάτων, εν μια άκρα της πλατείας θα έβλεπε τις μικράν ομάδα προσφύγων ρακενδύτων και ριγούντων, εκ των οποίων άλλοι μεν καθήμενοι οκλαδόν κατεβρόχθιζον απλήστως μικρόν τι τεμάχιον άρτου, άλλοι δε όρθιοι, κεκυφότες και την απελπισίαν εζωγραφισμένην έχοντες εν τω προσώπω, περιλύπως εθεώντο τον εν τη πλατεία ποικιλόχρωμον και φαιδρόν συρφετόν. . . . 

Οποία ειρωνική αντίθεσις!..,…

. . . . . . . . .

Πόσον ωραία, πόσον καταλλήλως πόσον ειρωνικώς ήθελες ανακράξει το αθάνατον εκείνο, ώ Αίσωπε:  «τῶν οἰκιῶν αυτῶν ἐμπιπραμένων οὖτοι ἅδουσιν, οἱ κοχλίαι!….»…….

Και μοί επανήλθεν η εντύπωσις εκείνη, ήν μοί παρήγαγεν η μουσική, προηγουμένην τινά εορτήν, παιανίσασα τον εθνικόν μας ύμνον.  Και πάλιν, ως και τότε τα ώτα μου εβόμβουν και μοί εφάνη ως να ήκουον και πάλιν τον ύμνον παιανιζόμενον ουχί ως ποτέ, ενθαρρυντικόν και μετά στόμφου, αλλά λυπηρώς, μετά δέους, και ειρωνείας και οιονεί προς ημάς την νεωτέραν γενεάν του 97 λέγουσαν «Δυστυχής παρηγορία, μόνο σ΄έμενε να λές | περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να….κλαις ( ; ; )! »

Αλλοίμονον! . . . . . .

Αχέρων

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1999 

ΠΑΤΡΑΙ, ΠΕΜΠΤΗ 6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’. 

Ο ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ

Μεταξύ των πολλών και διαφοροτρόπων υπονομεύσεων προς κατάπνιξιν του εθνικού μας φρονήματος και αποκτήνωσιν ημών, υπό των ενόχων, παρουσιάσθη πρό τινων ημερών και η απαγόρευσις της παραστάσεως μερικών εθνικών δραμάτων υπό της αστυνομίας της πρωτευούσης κατ΄ανωτέραν εντολήν……

Απηγορεύθησαν δε ταύτα διατί νομίζετε ώ Έλληνες; Διότι είνε εθνικά, διότι είνε Ελληνικά· διότι εις την παράστασις εμφανίζεται το ελληνικόν μας ένδυμα, το ένδυμα των πατέρων μας, των ελευθερωτών μας, η φουστανέλλα, το φέσι, το τσαρούχι· διότι ακούονται κελαδούμενα τα αθάνατα των πατέρων μας άσματα, τα άσματα εκείνα, τα οποία αδόμενα ενεθάρρυνον τους πατέρας μας και έφερον αυτούς προς την ελευθερίαν, τα οποία και νύν αδόμενα μας ενθυμίζουν την Ελληνικήν γενεάν του 21, τα κατορθώματα αυτής και τον ιδικόν μας προορισμόν.

Χ

Γνωρίζομεν πόθεν πηγάζει η ανωτέρα αύτη εντολή της απαγορεύσεως.

Ώ της κουφότητητος, ώ της ηλιθιότητός των!…. Νομίοζουσιν ότι θα καταπνίξουν τοιουτοτρόπως το μένος, την οργήν τον πόθον της εκδικήσεως…..

Δεν θέλουσι να εμφανίζεται εις την  σκηνήν η φουστανέλλα, δεν θέλουσι να ψάλλωνται τα ελληνικά άσματα ·γνωρίζουσιν οι δόλιοι ότι εις ταύτα ο και πλέον αναίσθητος ο και πλέον τελευταίος Έλλην σκιρτά εκ του ενθουσιασμού, αναζωογονείται εν αυτώ το αίσθημα της πατρίδος, του καθήκοντος και παράγονται λαμπηδόνες, αρκεταί προς παραγωγήν ηθικής θερμότητος και εθνικού συναισθήματος εν τη ψυχρά και μαύρη αυτού καρδία.

Δεν θέλουσι την αναπτέρωσιν του εθνικού φρονήματος νύν, ότε έπρεπε να αναζωογονήται αυτό προς εξουδετέρωσιν της απογοητεύσεως, ήτις πάντας κατέλαβε, κατόπιν του εθνικού δυστυχήματος, όχι δεν θέλουσιν αυτό.  Θέλουσι και επιζητούσι διά διαφοροτρόπων καταχθονίων μέσων τον εκφυλισμόν μας. Θέλουσι να μας καταστήσωσιν αναισθήτους, ζώα, κτήνη, τοιούτους, ώστε να μην εννοώμεν τι γίγνεται ολίγον πέραν ημών υπ΄αυτών και των ομοίων των. Απαγορεύουσι την παράστασιν των μεστών αθωότητος, και θερμού πατριωτισμού, εθνικών δραμάτων, διότι γνωρίζουσιν οι οι δημοβόροι, ότι έφθασεν η ημέρα της κρίσεως, ότι ήγκικεν η ώρα καθ’ ην θέλουσι δώσει λόγον των πράξεών των, ότε και θα αμειφθώσι καθώς ειργάσθησαν….

Χ

         Πρέπει όμως καθώς ούτοι λαμβάνουσι τα μέτρα των ούτω και ο Ελληνισμός, το έθνος, πάς Έλλην να λάβη τα μέτρα του τα νόμιμα, τα συνταγματικά να υπερασπίση τον εθνισμόν του, διότι η απαλλοτρίωσις των ηθών μας θα μας θάψη και θα μας αφανίση και τότε… δε πρέπει πλέον να ονομαζώμεθα Έλληνες..

Τι κάμνωμεν όμως ημείς;  όχι μόνον δεν αντιδρώμεν προς τον ημέρα τη ημέρα προοδεύοντα εκφυλισμός μας αλλά και συντρέχομεν πάσαις δυνάμεσιν αναισθήτως και ασυνειδήτως προς επαυξησιν αυτού.

Υπακούομεν εις τας επιβούλους και αχρειωτάτας ανωτέρας εντολάς ως δούλοι Κάφροι και Ζουλού και το μάλλον χειρότερον δεχόμεθα αυτάς ου μόνον αγογγύστως, αλλά και μετά σιωπής αξιοστιγματίστου και παράδειγμα η μετά ευλαβεστάτης σιωπής αποδοχή της κατ’ ανωτέραν εντολήν απαγορεύσεως των εθνικών μας δραμάτων.

Άς ίδωμεν έως πότε.

Αχέρων.

ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 2025 

ΠΑΤΡΑ, ΤΡΙΤΗ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1897 

ΕΤΟΣ ΙΑ’.

ΠΑΡΕΡΓΑ 

Η ΦΘΙΣΙΩΣΑ

Πόσον ωραία, πόσον θελκτική, πόσον χαρίεσσα ήτο πρίν. Φεύ! τώρα πόσον χλωμή, πόσον μελαγχολική, πόσον ρεμβώδης. Α! αυτή η κατάστασις την κατεβασάνιζε πολύ. Εκείνο το ελαφρόν, το μόλις των παρειών της εφαπτόμενον ερύθημα, το διαρκές εκείνο δώρον της φύσεως εξέλιπε. Την θέσιν του κατείχε το άνοστον, το περιφρονημένον χρώμα, το χλωμόν. Ουδείς ήδύνατο ν’ αναγνωρίση εν τη χλωμή εκείνη παρθένω την πρίν ζωηράν νεάνιδα, την τόσους αδηφάγους οφθαλμούς προς αυτήν ελκύουσαν, την πρίν ευπροσήγορον εν τοίς θελγήτρεις αυτης ωραιότητα …. Ουδείς ! 

Και εάν τις ανεγνώριζε ταύτην παρήρχετο μετ’ αδιαφορίας, περιφρονών τα ίχνη της πρίν υπ’ αυτού θαυμασθείσης νύν δέ εκλιπούσης ωραιότητος. Ουδείς πλέον τη ήτο φίλος· ουδείς προσέφερεν εις αυτήν ως τι εύοσμον ρόδον τον χαρίεντα αυτού και φιλοφρονα χαιρετισμόν. 

Και βεβαίως … 

Χ

Έπαυσαν πλέον αι αλησμόνητοι εκείναι νυκτεριναι διασκεδάσεις, καθ’ άς αύτη συνοδευομένη υπό της ρεμβώδους κιθάρας της έψαλλεν μελωδικώς ως δι’ αγγελικής φωνής τόσα ωραία άσματα· πέριξ δ’ αύτης τότε οι παρευρισκόμενοι γνώριμοι νέοι καθήμενοι κατέτρωγον διά των οφθαλμών, την μελανόφθαλμον και πολυθέλγητρον εκείνην κόρην. Αλλ’ όμως παρήλθεν ο καιρός εκείνος … 

Την ωραιότητα του προσώπου της και την λευκότητα αυτού διεδέχθη το απαισιον του φθινοπώρου χρώμα.· η φωνή της,  το Σειρήνιον εκείνο κελάδημα εχάθη, απωλέσθη, εξέλιπε και αποτέλεσμα τούτων … η διά παντός διακοπή των διασκεδάσεων και η εγκατάλειψις υφ’ όλων των πρίν θαυμαστών της.

Λείψανα των παλαιών θελγήτρων έμενον οι μεγάλοι και μαύροι ωραίοι εκείνοι οφθαλμοί, οίτινες μόνοι εν τω μέσω της … ωχρότητος, προσεπάθουν διά των ηδονικών των βλεμμάτων να υπενθυμίσωσι την εκλιπούσαν ήδη ωραιότητα. 

Χ 

Πάντες οι πρίν φίλοι, νύν μετεβλήθη σαν εις αγνώστους· ουδείς αυτήν επλησίαζε, διότι ήτο φθισιώσα. Καίτοι όμως εγνώριζε τούτο εις τους ερωτώντας αυτήν απεκρίνετο ερωτώσα: Είμαι ακόμη χλωμή; 

Εγνώριζε βεβαίως την υποσκάπτουσαν, βραδέως και κατ’ ολίγον την ζωήν της επάρατον εκείνην νόσον, απηχθάνετο όμως και να το λέγη. Εγνώριζνε ότι επ’ ολίγον ήθελε ζήση, αλλά δεν εδειλία. 

Το μόνον πράγμα όμως, το οποίον την κατελύπει ήτο ή των γνωρίμων αυτής εγκατάλειψης και αδιαφορία· αυτό την κατέτρωγε. Πλήρης δε αισθήματος και καρδίας έκλαιεν εκ τούτου. Ολίγον κατ’ ολίγον τα δάκρυα και αυτά εξέλιπον την δε προς τον κόσμον αγάπην διεδέχθη η αποστροφή και ολίγον τι το μίσος. Δι’ αυτήν ο ορίζων ήτο νεφελώδης και σκοτεινός, αποτρόπαιος εν τη μελαγχολία της, απειλητικός εν τη όψει της. 

– Τα πάντα απελπιστικά….

Ήδη προσήγγιζε το τέλος της· αλλά τίς εκ των οικείων της θα ετόλμα να εκτοξεύση τοιαύτην λέξιν ; …. 

Καθημένη η κόρη απέναντι της κρεμαμένης και προ πολλού σιγώσης κιθάρας της, έβλεπεν αυτήν περίλυπος. Δεν ηδύναντο φεύ ! Οι πρίν ωραίοι και χυτοί αυτής δάκτυλοι τότε οστεώδεις να εγγύσωσι και κρούσωσι ταύτην. Και παρατηρούσα ταύτην απερροφάτο και εβυθίζετο τίς οίδε εις ποίας μαγικάς και φαντασιώδεις εκστάσεις, εις ποία θλιβερά και φρούδα όνειρα ….

      Εν τω φανταστικώ τουτω των ονείρων πελάγει πλέουσα ημέραν τινά, ανετινάχθη εκ της θέσεώς της ακούσασα και ιδούσα τας χορδάς της κιθάρας της διαθλωμένας μίαν προς μίαν, αίτινες εις εκάστην θλάσιν εξέπεμπον θρηνώδη τινά και πένθιμον ήχον. Και τότε κλίνασα αλγεινώς και περιλύπως την κεφαλήν της επανέπεσεν, υπόκωφο και βαθύν στεναγμόν έκβαλούσα εις την προτέραν της θλιβεράν και νεφελώδη φαντασίαν, διαγνούσα ίσως η ατυχής εν τη θλάσει των χορδών της κιθάρας της το προμήνυμα του μετ’ ολίγον επελθόντος αώρου τέλους της…. 

‘Αχέρων. 

Το Νοέμβριο του 1904 η Νέα Σκηνή βρίσκεται στην Πάτρα. Διδάσκεται το έργο “Το Ξένο Ψωμί”, Ρώσου συγγραφέως, το οποίο λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές “Εύγε στον κύριον Χρηστομάνον δια την εκλογήν. Εύγε και στον κύριον Παπαγεωργίου δια την επιτυχίαν”  καθώς και οι κωμωδίες “Πώς μιλούμε τ’ Αγγλικά” και “Μπεμπέ”.

Το Νοέμβριο του 1904 η Νέα Σκηνή βρίσκεται στην Πάτρα. Διδάσκεται το έργο “Το Ξένο Ψωμί”, Ρώσου συγγραφέως, το οποίο λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές “Εύγε στον κύριον Χρηστομάνον δια την εκλογήν. Εύγε και στον κύριον Παπαγεωργίου δια την επιτυχίαν”  καθώς και οι κωμωδίες “Πώς μιλούμε τ’ Αγγλικά”, “Μπεμπέ”, “Ο κύριος Προσωπάρχης” και η κωμωδία “Η τελευταία απ’ όλαις”. Για την πρώτη γράφεται πως “ήτο η ωραιοτέρα εξ όσων ανεβάσθησαν επί της Πατραϊκής σκηνής. Όλη γέλως, απ’ αρχής μέχρι τέλους. Προυκάλεσεν ενθουσιασμόν και γενική αξίωσις είναι να επαναληφθή.” Στον Χρηστομάνο συνίσταται “να επιμεληθή τα του υποβολείου του οποίου αι φωναί καλύπτουσι πολλάκις τας επί σκηνής”.

Στην στήλη “Θεατρικά” της ίδιας εφημερίδας, στις 2 Δεκεμβρίου διαβάζουμε προεξαγγελτικώς: 

«Κοραλία και Σία» μία από τας θαυμασιωτέρας φάρσας του παγκοσμίου δραματολογίου, πρώτη φορά αναβιβαζομένη επί Ελληνικής σκηνής, με μόνον ελάττωμα ή προτέρημα, αν θέλετε, ότι είναι ολίγον πιπεράτη. Η λεπτότης όμως των φράσεων, η ευφυία της πλοκής και η άφθαρτος κωμικότης των επεισοδίων και πρωτοτυπία των σκηνών, καθιστώσι συγγνωστήν και ευχαρίστως αποδεκτήν ακόμη και την ελευθεριάζουσα γλώσσαν και σκέψιν του έργου. Οπως δήποτε μολονότι η κωμωδία είναι κυρίως της αυτής των πλείστων έργων του γαλλ. δραματολογίου, τα οποία τόσον αριστοτεχνικώς μας έδωκε η Νέα Σκηνή, η Διεύθυνσις του θιάσου, ίνα μη προσκρούση εις ευλόγους λεπτότητας καλώς εσκέφθη να εκφράση την ευχήν, όπως αι νεαραί δεσποινίδες μη προσέλθωσιν εις την παράστασιν χαρακτηρίζουσι ως λαμβάνουσαν χώραν αι διαδραματιζομέναι σκηναί μόνον εις το Παρίσι. Όντως η αποψινή απόλαυσις εις το Θέατρον Απόλλων θα είνε μια πανδαισία τόσον μάλλον αβίαστος, όσον και τερπνή.”

Η παράσταση ανεβαίνει, αλλά την επόμενη ημέρα η κατά τ’ άλλα δραστήρια στήλη σωπαίνει. Η Νέα Σκηνή παραμένει στην Πάτρα, αλλά αλλάζει μάλλον άρον – άρον εκ νέου ρεπερτόριο, με τα έργα “Ο Μπρινιόλ και η κόρη του” και “Η Νίκη του Λεωνίδου” στις 5 και 6 Δεκεμβρίου 1904. Λίγες ημέρες αργότερα ανακοινώνεται πως καταφθάνει στην Πάτρα η Ελένη Πασαγιάννη, αδελφή του Άγγελου Σικελιανού και γυναίκα του Σπήλιου και μία εκ των “μυστών” του Χρηστομάνου, και η Νέα Σκηνή θα συνεχίσει με τα έργα “Αγριόπαπια” του “δαιμονίου Ίψεν” και “Λοκαντιέρα” του Γολδόνη. Την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου η Νέα Σκηνή διοργανώνει τιμητική εσπερίδα υπέρ των θεατρώνων του Θεάτρου Απόλλων Ανδρέα Ευσταθίου και Κωνσταντίνου Θεμελή, προφανώς κατόπιν των αντιδράσεων που προκάλεσε η «Κοραλία και Σία». Η Ελένη Πασαγιάννη τελικά δεν εμφανίζεται παρά στις 21 Δεκεμβρίου και ενώ αρχικώς η Νέα Σκηνή κλείνει την παρουσία της στην Πάτρα την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου, με τα έργα “Το πυρ υπό την τέφραν” και “Το κατάβρεγμα του έρωτος”, αμφότερα με την Κυβέλη Ανδριανού Μυράτ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, επανέρχονται λίγο πριν τα Χριστούγεννα με το έργο “Ο κύριος Προσωπάρχης” και “Οι ερωτευμένοι” του Γολδόνη. Το τελευταίο έργο που ανεβαίνει εν Πάτραις είναι η κωμωδία “Κάτι ξέρω” του γερμανού Kneirel. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το μέγεθος του ρεπερτορίου που ανεβαίνει σε μία υποτίθεται επαρχιακή πόλη. 

Εγράφη εν φύλλω Νεολόγου Νοεμβρίου (Δεκεμβρίου) 6 1904 περί Νέας Σκηνής. Εν τω άρθρω εκείνω κατακρίνεται και καταΧΧΧΧ η Νέα Σκηνή δια το άσμενον και ακόλαστον ΧΧΧστικών έργων της εν τω θεάτρω. 

Εις το άρθρο εκείνο κάποιος ανωνύμως απήντησε ομολογουμένως ικανά και ειρωνευόμενος και εξαίρει τους αγώνας και τας θαυμασίας της Νέας Σκηνής νέες της τέχνης.

Επί της απάντησιν ταύτην είναι ανταπάντησις το ενταύθα δημοσιευθέν.

ΝΕΟΛΟΓΟΣ 

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 

ΠΕΜΠΤΗ 2 Δεκεμβρίου 1904 

ΘEATPON KΑΙ ΘΕΑΜΑΤΑ 

Από της ενάρξεως της Νέας Σκηνής ο εγχώριος Τύπος άμιλλάται αδιαλείπτως πλέκων το εγκώμιον της παρ’ ημίν επιτυχίας της Νέας Σκηνής, των αρίστων καλλιτεχνών αυτής και των παιζομένων εκάστοτε μετά λαμπράς επιτυχίας έργων. Και περί μεν της εν γένει παραστάσεως και υποκρίσεως των διαφόρων ηθοποιών ουδεμίαν έχομεν αντίρρησιν προς τα κατά καθήκον ή κατά προαίρεσιν πλεκόμενα αφειδή εγκώμια, και είνε βεβαίως πολλών συγχαρητηρίων αξία η Νέα Σκηνή, ή προβιβάσασα την σκηνήν εις καλλιτεχνικήν απόλαυσιν. Και δικαίως ένεκα τούτου το θέατρον είνε καθ’ εσπέραν κατάμεστον θεατών, και το κοινόν παρέχει όλην την συνδρομής του προς ενίσχυσιν της Νέας Σκηνής. . 

Αλλά το θέατρον δεν είνε μόνον απλούν θέατρον ψυχαγωγίας των θεατών. Είνε δημόσιον θέαμα, το οποίον εαν μη συμβάλλη προς την διδασκαλίαν τών χρηστών ή των ωφελίμων, εάν περιορίζη ται εις τα ευτράπελα και κωμικά έργα, οφείλει όμως να μη προσκρούη ούτε πόρρωθεν εις την δημοσίαν αιδώ, τα χρηστά ήθη, την κοινήν ηθικήν. Ατυχώς, είτε εκ παραδρομής, είτε εκ πεπλανημένης γνώμης, τινά των έργων, τα οποία επαίχθησαν από της Νέας Σκηνής, πολύ απέχουσι τού να τηρώσει τους τελευταίους τούτους όρους. Τα έργα ταύτα πιθανόν να επαίχθησαν λαμπρά υπό τεχνικήν έποψιν, αλλά δεν είνε έργα διά θέατρα Ελληνικά, και μάλιστα εν Επαρχίαις, όπου το ηθικόν αίσθημα τηρείται αλώβητον ακόμη από την ψώραν του ψευδοπολιτισμού, και όπου η διαφθορά των ηθών δεν θεωρείται ακόμη ως ένα προϊόν υψηλής περιωπής! 

Τοιαύτα έργα είναι καλά ίσως αλλού, ίσως εις τα Καφωδεία των Παρισινών βουλεβάρτων, ή τα καφφενεία των Λεσχών των Παρισίων και είναι όχι μόνον άτοπον και άκοσμον τόσω απεριφράστως, τόσω καταφώρως πολλάκις να προσβάλλεται η αιδώς, αλλά και βλαπτικόν αποβαίνει εις τα δημόσια χρηστά ήθη. 

Ακριβώς κατά τινας παραστάσεις εί δεμεν δεσποίνας και δεσποινίδας να τρέπωνται εις φυγήν εκ των θεωρείων, ως μή ανεχόμεναι τοιαύτα θεάματα. Είναι αληθές ότι δεν έφυγεν εις αυτάς όλος ο κόσμος, ούτε εσφύριξε την παράστασιν (ουχί τους ηθοποιούς), ώς ώφειλε να πράξη, αλλ’ είναι γνωστόν ότι ατυχώς εισί τινές οι οποίοι την διαφθοράν, την ανηθικότητα, την έλλειψιν αιδούς, την ακοσμίαν, εν γένει, θεωρούσιν ώς πρόοδον την οποίαν επιβάλλει ο νέος πολιτισμός, ο Φράγκικος, εις τον οποίον ενασμενίζονται να επιδεικνύωνται ότι επιδίδουσιν. Εισί και άλλοι οι οποίοι εξ επιεικείας και ανοχής ανέχονται τα πάντα, ίνα μη φανώσι και ούτοι υστερούντες κατά τον ψευδοπολιτισμό! I 

Αλλ’ υπάρχουσιν όρια, πέραν των oποίων η ανοχή είναι ασυγχώρητος. Όταν δε ο κ.Διευθυντής της Νέας Σκηνής δεν αντιλαμβάνεται των ορίων τούτων, και αναβιβάζη επί της σκηνής έργα, τα οποία φυγαδεύουσι τους θεατές, οφείλουσιν οι άλλοι αρμόδιοι, οι γνώσται των ηθών του τόπου, των αισθημάτων του κοινού, να επιβάλωσιν αυτώ καλλιτέραν εκλογήν. 

Το θέατρον είναι Δημοτικόν και επομένως ο Δήμαρχος είναι ο ανώτερος επόπτης 

αυτού. Πάσα παρεκτροπή των του θεάτρου, αντανακλά εις αυτόν, και ανάγεται εις την αρμοδιότητά του και έχει το καθήκον να την περιστέλλη. Δεν πιστεύομεν δε ότι και ο Δήμαρχός μας είναι  οπαδός του ψευδοπολιτισμού, και αρέσκεται και αυτός εις την εν τω τόπω του διαβουκόλησιν της εθνικότητος. Ηξεύρομεν μάλιστα, ότι και αυτός εξέφρασε την απαρέσκειάν του κατά τινα παράστασιν κατά παιζομένου ασέμνου έργου· ατυχώς όμως περιωρίσθη εις απλήν απαρέσκειαν. Άλλως τε η Επιτροπή του θεάτρου ήτις είναι η αμέσως αρμοδία να επιβλέπη και επί του προκειμένου, είναι η ήκιστα κατάλληλος όπως κρίνη περί αιδούς και κοσμιότητος, έχουσα τον τίτλον της Επιτροπής μόνον ένα έχη την είσοδον δωρεάν και πλέον ού! 

Αλλά, θα πήτε, «αυτά γίνονται και στας Αθήνας» και ο κόσμος τα ανέχεται και τα εκθειάζει. Ναί… ατυχώς! Αλλά μήπως εκεί δεν εχειροκρότησαν και την Μις Δούγκαν διότι ενεφανίσθη γυμνή επί της σκηνής;! Αλλως «το ψάρι βρωμά από το κεφάλι» κατά την παροιμίαν και ημείς τουλάχιστον ας φυλαχθώμεν από την βρώμαν αυτην! 

Πατριώτης 

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΑΤΡΩΝ 

ΠΑΤΡΑΙ-ΣΑΒΒΑΤΟ 11 Δεκεμβρίου 

Η ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ ΚΑΙ Ο ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΣ 

Αληθής σταυροφορία διοργανώθη από τινος εν Πάτραις κατά της Νέας Σκηνής επ’ ευκαιρία της παραστάσεως έργων τινων τού δραματολογία της και ιδίως της «Κοραλίας και Σα». Αι διαμαρτυρίαι αύται εξενεχθείσαι με όλην την μεγαλόστομον αγανάκτησιν και τον ψευδή στόμφον  «κουακέρου» εύρον απήχησιν και εις τας στήλας Αθηναϊκής εφημερίδος, εκορυφώθησαν δε διά της, υπό του κ. Δημάρχου απαγορεύσεως της επαναλήψεως τής «Κοραλίας και Σα» την όποίαν ζωηρότατα επεξήτει το Πατραϊκόν κοινόν. Το βέβαιον είνε ότι η διεύθυνσις της Νέας Σκηνής επί τη αναγγελία της παραστάσεως του έργου είχεν εκφρασει δια του τύπου την ευχήν, όπως αι δεσποινίδες μη προσέλθωσιν, αφ’ ενός μεν δια να μη προσκρούση ακριβώς εις ουδένα, έστω και αδικαιολόγητον, εν ονόματι της ηθικής δισταγμόν, αφ’ ετέρου δε και κυριώτατα χάριν πλείονος ρεκλάμας, διότι είχε ληφθή φροντίς να περικοπώσει πάντα τα κάπως τολμηρά της εκφράσεως· ανεξαρτήτως όμως τούτου το έργο είναι τόσον υπερόχως τέλειον δια την ευφυίαν του διαλόγου, το έντεχνον της πλοκής και την άφθαστον κωμικότητα των σκηνών και επεισοδίων, ώστε αποτελεί πνευματικόν εντρύφημα σπανίου περιεχομένου εις το ελληνικόν κοινόν και το οποίον καθιστά ευχαρίστως αποδεκτά και έτι ορθώτερα ή όσον είναι τα αφελή λογοπαίγνια και τας φαιδράς παρεξηγήσεις του έργου. 

Όσον αφορά το δραματολόγιον της Νέας Σκηνής εν γένει οφείλει τις να παρατηρήση ότι τα εν αυτώ αναφερόμενα έργα είνε απαξάπαντα αριστουργήματα κορυφαίων πανευρωπαϊκής φήμης δραματουργών τελούντα σταθμούς επιτυχίας, εις τα πρώτα ευρωπαϊκά θέατρα και εν χώραις ακόμη όπου υπάρχει αυστηρά λογοκρισία και ότι ο σκοπός ιδίως του διευθυντού ήτο να ιδρύση νέαν σχολήν ηθοποιίας και να υψώση το ελληνικόν θέατρον υπό έποψιν τέχνης, καλαισθησίας και πνευματικής ψυχαγωγίας εις οίων επίπεδον ευρίσκονται τα Ευρωπαϊκά. 

Εάν το κατώρθωσεν ή όχι ο κ. Χρηστομάνος, μ’ όλα τα παρεμβληθέντα ανυπέρβλητα εμπόδια, περί τούτου θα ομιλήστη η ιστορία, όταν θα γράψη την σελίδα τη δια το ελληνικόν Θέατρον, αλλά και το Πατραϊκόν κοινόν θα ομολογήση μια φωνή, ό τι ουδέποτε είδε Θίασον υψηλοτέρας τέχνης, και προς κοινόν τελείως ανεπτυγμένον και μόνον αποτεινόμενον προ της Ν. Σκηνής. 

Με τοιούτον πρόγραμμα η Νέα Σκηνή δεν ηδύνατο βεβαίως να παριστάνη την «Γκόλφω και τον «Μπάρμπα Λινάρδο».Και εν τούτοις μόνη αυτή, και αυτού του Βασιλικού Θεάτρου προθυμοτέρα, προσεπάθησε ν’ αναδείξη την νέαν ελληνικήν δραματουργίαν, επιμένουσα να παίζη προ κενών εδωλίων ελληνικά πρωτότυπα έργα, ως δυστυχώς, απεδείχθη και ενταύθα προ παντός όμως δεν εσκόπει η Νέα Σκηνή να κηρύξη νηστείαν και προσευχήν εις τους μέχρι τούδε αποδειχθέντας οπαδούς του Βοκακίου και των ποικιλωνύμων άλλων οπερετών, εναντίον των οποίων ουδέποτε ελήφθη μέτρον λογοκρισίας· αφ’ ετέρου οφείλει να ομολογήση τις ότι η Νέα Σκηνή αντικαταστήσασα εφέτος κατά την χειμερινήν περίοδον την Ιταλικήν όπεραν αντικατέστησεν εντελώς και επί το ελληνοπρεπέστερον τα γνωστά ήθη των Ιταλικών παρασκηνίων. 

Απολλώνιος 

Σημείωσις: Ταύτα εγράφησαν υπό τινός της Νέας Σκηνής εις απάντησιν του άρθρου μου (της 10ης Δεκεμβρίου Νεολόγου) και αυτής δημοσιευθείσας εις το φύλλον το οποίον απωλέσθη. Συνεπεία δε του άρθρου μου εκείνου παρεκινήθη ο Δήμαρχος να απαγορεύση την επανάληψιν της «Κοραλίας και Σία» ως ανήθικον. Ο «Ηθικολόγος» δε εις ον απευθύνεται η όπισθεν απάντησις της Νέας Σκηνής δια του Απολλωνίου, εννοεί τον «Πατριώτην», ψευδώνυμον με το οποίον γράφω συνήθως. 

Η Αρλεζιάνα του Ντωντέ που ανέβασε ο Χρηστομάνος εγκαινιάζοντας το ιδιόκτητο θέατρό του, θεωρήθηκε η καλλιτεχνικότερη παράσταση που είχε δοθεί στην Αθήνα ως το 1903. Παρασυρμένος από την επιτυχία και θεωρώντας το εύκολη οικονομική λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το θέατρο (του οποίου μέτοχος ήταν και ο Γιαννόπουλος) ανέβασε την κωμωδία “Κοραλία και Σία” των Εννεκέν και Βαλαμπρέκ. Η ηθική έκπτωση όμως επί σκηνής προκάλεσε τους θεατές, αφήνοντας την σκηνική απόπειρα ως μελανέστατο σημείο στην ιστορία της πρωτοποριακής Νέας Σκηνής. 

ΝΕΟΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ 

ΠΑΤΡΑ — ΤΕΤΑΡΤΗ 15 Δεκεμβρίου 1904 

Η ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ 

Η Νέα Σκηνή ησθάνθη, φαίνεται, την ανάγκην να απολογηθή δια την εξεγερθείσαν κοινήν γνώμην κατά τινων των παιζομένων υπ’ αυτής έργων. 

Χαίρω, διότι ησθάνθη την διαμαρτυρίαν και ηννόησε το καυτήριον, αν και η απολογία της ήκιστα δικαιολογεί την μήνιν της επί τοις ελεγχθείσι. 

Δεν συζητούμεν ούτε τους αγώνας και κόπους της, ούτε την ανύψωσιν της τέχνης ην διεκδικεί, αλλά φρονούμεν ότι ηδύνατο, και ώφειλε μάλιστα, να καταβάλη και ολίγην φροντίδα περί την εκλογήν των έργων τα οποία παίζει, και αντί να διαλέξη τα μάλλον άσεμνα και άκοσμα θεάματα της Ευρωπαϊκής εκφυλισμένης Μούσης, να ανεύρη και μερικά μη τοιαύτα, 

Εις το θέατρον επιβάλλεται η ηθικοποίησις και ουχί ο εκφυλισμός και εκφαυλισμός των θεωμένων. Δεν φρονούμεν δε ότι εις αξιoύντα την δημιουργίαν και την ανύψωσιν της θεατρικής τέχνης είναι απαραίτητη η παράστασις όλων των φράγκικων ασχημιών, και μόνον ασχημιών, όπως προσελκύση την προσοχήν και την εύνοιαν και την προσέλευσιν του κοινού. 

Ημπορεί τα παιζόμενα έργα να είναι εξόχων συγγραφέων, να έτυχον μεγάλης επιτυχίας αλλού. Αλλά αυτό το αλλού και το εδώ, διαφέρουν πολύ. Είναι δε περίεργον πώς η έξοχη αντίληψις του κ. Χρηστομάνου (Διευθυντού της Νέας Σκηνής) υστερεί εις την αντίληψη της διαφορές ταύτης ! 

Μέμφεται του Δημάρχου, ως εμποδίσαντος την επανάληψιν της παραστάσεως της Κοραλίας. Αλλ’ ίσα ίσα ο κ. Δήμαρχος απαγορεύσας τούτο, εξετέλεσε καθήκον προς την ευπρέπειαν και του θεάτρου και αυτής της σκηνής. Εάν δε, ως διατείνεται και συνήγορος της Νέας Σκηνής, εζητείτο επιμόνως η αναπαράστασις, τον συγχαίρομεν δια την αντίληψίν του, αλλά δεν μως λέγει και από ποίους εζητείτο….διότι υπάρχουσι και άνθρώποι πλέον άπαστροι από χοίρους, η δε εύνοια και επιδοκιμασία των τοιούτων έχει αξίαν μόνον εις τους ομοίους. 

Βεβαίως όλα τα αριστουργήματα των ξένων δεν περιορίζονται μόνον εις ξεδιάνθρωπα έργα, τα οποία και με όλην την δύναμιν της τέχνης η οποία δυνατόν να τα περιβάλη, και με όλην την τελειότητα της σκηνικής παραστάσεως, ουδέποτε χάνουσι τον έκφυλον χαρακτήρα, οπουδήποτε και αν παίζωνται, και εις οιονδήποτε ακρωτήριον. Είναι και άριστα έργα παλαιών και νέων συγγραφέων εξόχων, τα οποία δεν περιορίζονται εις την «Γκόλφω» και τον «Μπάρμπα Λινάρδον» και τα οποία ηδύναντο κάλλιον να εξάρωσι την Νέαν Σκηνήν. 

Aπορούμεν τωόντι, διατί η Νέα Σκηνή εξελέξατο το πεδίον της δράσεως και αναδείξεώς της, εντός σφαίρας ελαττωματικής, και δεν αφιέρωσε τόσους μόχθους και κόπους διά να υπηρετήση, συν τη τέχνη και την ηθικοποίησιν. 

Hμπορεί να επαίχθησαν άλλοτε εις το θέατρόν μας όπερας και οπερέται, μή συνάδουσαι πολύ με την ευκοσμίαν και ηθικήν, χωρίς να εξαναστή κατ’ αυτών το κοινόν. Αλλ’ εις την όπεραν και την οπερέταν υπάρχει και πολλά καλύπτουσα και τα χαμηλά εξαίρουσα μουσική, ή μάλλον την προσοχήν ελκύουσα, και η ξένη γλώσσα, ήτις δεν είναι κοινώς καταληπτή. Τα εξιλαστήρια ταύτα δύνανται να δικαιολογήσωσι πάσαν του κοινού ανοχήν. Άλλως πιστεύομεν ότι η Νέα Σκηνή δεν αξιοί την δόξαν των θιάσων εκείνων, οι οποίοι ουδεμίαν έχoυσι σχέσιν ουδε αξίωσιν της εξυψώσεως του θεάτρου και της προαγωγής της τέχνης και της ηθοποιίας, ούτε διεκδικούσι την κοινήν ευγνωμοσύνην δια το έργον των !
Πατριώτης 


Oscar Wilde ~ Η Ελένη της Τροίας

Όσκαρ Ουάιλντ

Οι Γυναίκες του Ομήρου

Μία εισαγωγή – Ηλίας Κολοκούρης

Πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πολύ χρήσιμος τόμος δοκιμίων του Daniel Mendelsohn Περιμένοντας τους βαρβάρους. Ο δοκιμιακός λόγος του Mendelsohn, μαζί με την ικανότητά του να ευρίσκει αισχυλικά διακείμενα σε σειρές που όλοι αγαπάμε όπως οι Sopranos, μόνο να εμπνεύσουν μπορούν. Ωστόσο, δίχως να επιθυμούμε να υποτιμήσουμε την μεγάλη αξία των δοκιμίων, πιστεύουμε πως σε ένα συγκεκριμένο, το αναφερόμενο στον Όσκαρ Ουάιλντ τον κλασικιστή, η εστίαση αν και στοχευμένη, υποτιμά την αξία ενός αμετάφραστου στα ελληνικά, κειμένου. Μιλάμε για το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ, Γυναίκες του Ομήρου.

Ο Mendelsohn αφηγείται με εμβρίθεια την σχέση του Ουάιλντ με τα κλασικά κείμενα, τα Ηθικά Νικομάχεια. Παρουσιάζει το δοκίμιο “Ιστορική κριτική στην αρχαιότητα”, επίσης του Ουάιλντ. Πλην όμως, επιθυμώντας να αποδείξει κάτι το οποίο εμπίπτει στα δικά του ενδιαφέροντα, αποφαίνεται πως ο Ουάιλντ επιλέγει να γράψει για τις γυναίκες στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια επειδή ήταν ένα ασφαλές, ήπιο κεφάλαιο στο βιβλίο του John Addington Symonds Studies of the Greek Poets.

Δηλαδή, ο Ουάιλντ γράφει για τις γυναίκες στον Όμηρο επειδή δεν είναι και τίποτε σπουδαίο ως θέμα, δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τον ίδιο, άρα μπορεί να γράψει ανερυθριάστως περί αυτού. Εμείς φυσικά δεν μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε επί του ερωτήματος γιατί γράφει για αυτό και όχι για εκείνο το κεφάλαιο, πόσω μάλλον να μπούμε στην θέση του Ουάιλντ και να ισχυριστούμε ότι μάλλον θα προτιμούσε να γράψει για το σκανδαλώδες τελευταίο κεφάλαιο στο βιβλίο του Symonds, αλλά ντράπηκε. Χάριν αντεπιχειρήματος, ωστόσο, αν ήταν τόσο ασήμαντο το θέμα και ο Ουάιλντ γράφει για αυτό επειδή είναι ασφαλές, τότε γιατί η κριτική του παρέμεινε αδημοσίευτη όσο ζούσε;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, πριν απολαύσουμε ένα απόσπασμα από το δοκίμιο αυτό καθαυτό.

Το βιβλίο Studies of the Greek Poets κυκλοφορεί σε δύο τόμους, ο πρώτος το 1873 και ο δεύτερος τον Μάιο του 1876. Ο Όσκαρ Ουάιλντ σπουδάζει κλασική φιλολογία στο Magdalen College της Οξφόρδης. Καταλήγει εκεί, μετά από εξαιρετικές επιδόσεις ως μαθητής στο Βασιλικό Σχολείο Portora, όπου οι προφορικές μεταφράσεις του σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Πλάτων και του Βεργιλίου παραμένουν αξέχαστες, όπως μαρτυρεί ένας συμμαθητής του. Μάλιστα δε, μεταφράζει τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και η φωνή που του δίδει στα αγγλικά θεωρείται viva voce. Υπότροφος της Βασιλίσσης Βικτωρίας, συνεχίζει τις κλασικές του σπουδές στο Δουβλίνο. Κερδίζει βραβεία μεταφράσεως, μετάλλια και γράφει κωμικά ποιήματα στην αττική διάλεκτο, τα οποία δεν σώζονται δυστυχώς σήμερα. Αποφασίζει να δώσει εξετάσεις για το Magdalen College και το 1874 ξεκινά τις σπουδές του στην Οξφόρδη με υποτροφία.

Τον Αύγουστο του 1876, μετά από μία κουραστική εξεταστική περίοδο, ο Ουάιλντ κάνει διακοπές στο θερινό εξοχικό της οικογενείας του στην Κονεμάρα, στα μοναδικά φιορδ της Ιρλανδίας. Στο ψαροχώρι όπου διαμένει, ψαρεύει σολομούς και πέστροφες, κυνηγάει χήνες και κουνέλια και αθλείται. Γράφει ελάχιστα, αλλά γράφει την κριτική για το βιβλίο “ενός από τους πιο αξιόλογους λογίους του 19ου αιώνα” (όπως τον αποκαλεί σε μεταγενέστερο δοκίμιό του). Το βιβλίο είναι το Studies of the Greek Poets και ο καθηγητής και μύστης του Ουάιλντ στα ελληνικά πράγματα John Mahaffy έχει υποσχεθεί να επιμεληθεί το δοκίμιο του ανερχόμενου κριτικού.

Αυτό το βιβλίο που επιλέγει ο Ουάιλντ, καθιέρωσε εν πολλοίς την οπτική που είχαν οι βρετανοί Αισθητιστές / Ντεκαντέντ για την αρχαία Ελλάδα. Το άρθρο του, εκτός από κριτική του βιβλίου είναι και μία ιδιοσυγκρασιακή εισαγωγή του ιδίου του Ουάιλντ στις ηρωίδες των ομηρικών επών. Φαίνεται, από το ύφος του χειρογράφου, πως ο Ουάιλντ σκόπευε να εκφωνήσει το συγκεκριμένο κείμενο πριν το δημοσιεύσει, αλλά το εγκατέλειψε, όμορφο, αλλά μισό.

Η κριτική του Ουάιλντ, προμηνύουσα την μεικτή μέθοδο που ακολουθεί στο μεταγενέστερο Ο κριτικός ως δημιουργός (στα ελληνικά σε μετάφραση του Σπύρου Τσακνιά, εκδόσεις Στιγμή, 1984) δεν δημοσιεύτηκε ούτε ολοκληρώθηκε ποτέ. Το χειρόγραφο παρόλα αυτά, επιβίωσε. 8500 λέξεις με ενιδαφέρουσες παρατηρήσεις και ένας ρέων λόγος ο οποίος μάλλον ξεπερνά το επίπεδο των σημειώσεων έχει διασωθεί. Πρόκειται για την σχετικά πρόχειρη εκδοχή ενός άρθρου το οποίο δυστυχώς ουδέποτε επεξεργάστηκε τελικώς. Είναι, ωστόσο, το πρώτο κείμενο πρόζας του Ουάιλντ που έχουμε στην διάθεσή μας και επίσης περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης γραφής του. Αναδημιουργεί το κείμενο το οποίο αναλύει, συνάπτει όμορφες και στολισμένες περιλήψεις κλασικών κειμένων, ενώ εμάς τουλάχιστον μας οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα από εκείνα του Mendelsohn.

Το χειρόγραφο, σαρανταπέντε φύλλα με πλήρεις ενότητες εστιασμένες κάθε φορά σε διαφορετική ηρωίδα του Ομήρου, με αρκετά κενά και διορθώσεις του νεαρού κλασικιστή βρισκόταν στην κατοχή του φίλου του Ουάιλντ, Ρόμπερτ Ρος. Ο Ρος το παρέδωσε στον γιο του Ουάιλντ, Βίβιαν Χόλαντ, ο οποίος το πούλησε σε μία δημοπρασία το 1923. Το 1981 το χειρόγραφο ευρίσκεται στη Νέα Υόρκη και δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Το αγοράζει η Βιβλιοθήκη του J.P. Morgan, ναι, του γνωστού χρηματιστού. Εκδίδεται σε μία όχι ιδιαίτερα χρηστική έκδοση, προσβάσιμη στους θαμώνες της Βιβλιοθήκης μονάχα.

Δίχως να μπορούμε να εννοήσουμε γιατί, οι Γυναίκες του Ομήρου, όπως και το δοκίμιο του Ουάιλντ με τίτλο Ελληνισμός παραμένουν έξω από τις εκδόσεις των Απάντων του. Το ασαφές σκεπτικό πως “δεν είναι πλήρη έργα” μας βρίσκει ασύμφωνους. Τύχη αγαθή, το 2008 κατόπιν εξαιρετικής επιμέλειας των Thomas Wright και Donald Mead οι Γυναίκες του Ομήρου εκδόθηκαν στην Μεγάλη Βρετανία, ως ειδική έκδοση της Oscar Wilde Society και του Estate of Oscar Wilde.

Αλλά ας μη πούμε άλλα, ας απολαύσουμε τον λόγο του Όσκαρ Ουάιλντ στα ελληνικά, προσμένοντας την πλήρη έκδοση του κειμένου στα ελληνικά. Ευχαριστούμε την Oscar Wilde Society, τον Thomas Wright και τον εγγονό του Όσκαρ Ουάιλντ, Μέρλιν Χόλαντ, για την παραχώρηση του υλικού.

Η Ελένη της Τροίας

Ήταν του Ποσειδώνα ο γιος, ο Θησέας, που πρώτος αγάπησε την Ελένη, σαν την αντίκρυσε. Κοράσι ακόμη, μα πρώιμης ήδη ομορφιάς (οὔπω μὲν ἀκμάζουσαν, ἤδη δὲ τῶν ἄλλων διαφέρουσαν). Πεπεισμένος ότι δεν αξίζει να ζει χωρίς εκείνη, ούτε έχουν καμιά αξία το σπίτι ή η εξουσία σε οποιονδήποτε τομέα, αψήφισε την εξουσία του Τυνδάρεω, του Κάστορος και του Πολυδεύκη. Η Ελένη απήχθη από τον Θησέα, που την πήγε στις Αφίδνες της Αττικής.

Όμως όταν ο Θησέας έπρεπε να κατέβει στον Άδη, με τον Πειρίθου, για να τον βοηθήσει να αρπάξει το παιδί της Δήμητρας, την Κόρη [Περσεφόνη] η Ελένη επέστρεψε στην Σπάρτη. Και οι πρίγκηπες όλης της Ελλάδας ήλθαν για να την κορτάρουν κι ούτε που σκέπτονταν τις γυναίκες των πόλεών τους. Κι ο κλήρος πέφτει στον Μενέλαο. Η Ελένη, το έπαθλο. Και έπειτα ήλθαν εκείνα τα άθλια καλλιστεία ανάμεσα στις θεές, η πρώτη έναρξη του μεγάλου πολέμου. Διότι η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη ήλθαν προς τον γιο του Πριάμου και τον πρόσταξαν να αποφασίσει ποια ήταν η ομορφότερη. Και η Ήρα του προσέφερε την ηγεμονία όλης της Ασίας. Και η Αθηνά του έταξε αιώνια νίκη στην μάχη. Και η Αφροδίτη, την Ελένη, για γυναίκα του. Και ήταν τόσον τέλειον το κάλλος της, ώστε ο Πάρης δεν μπορούσε πια να αποφασίσει ανάμεσα στις τρεις θεές. Έτσι περιορισμένος να κάνει μιαν επιλογή έστω ανάμεσα στα δώρα τους, επέλεξε τον γάμο με την Ελένη. Διερωτώμαι, λέει ο Ισοκράτης, αν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως τάχα ήταν βλάκας ο Πάρης που επέλεξε να ζήσει μαζί της, αφού για το χατήρι της τόσοι και τόσοι ημίθεοι ήσαν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους. Μάλλον βλαξ θα ήταν, αν περιφρονούσε την ομορφιά, όταν έβλεπε τους θεούς να ερίζουν για αυτήν. Ή ίσως, αν δεν την θεωρούσε ένα τόσον ακριβό δώρο, για το οποίο οι ίδιοι οι θεοί είχαν τόσην επιθυμία.

Ποιος θα μπορούσε να απορρίψει έναν γάμο με την Ελένη, όταν θα έβλεπε πως την στιγμή της απαγωγής της οι Έλληνες οργίσθηκαν, ωσάν να είχε λεηλατηθεί όλη τους η γη. Ενώ οι Βάρβαροι περηφανεύτηκαν, ωσάν να είχαν κατακτήσει την Ελλάδα ολόκληρη. Αντί να την παραδώσουν αμαχητί, οι Τρώες αντιστάθηκαν τόσο, ώστε να δουν τις πόλεις τους λεηλατημένες και την χώρα τους ερημωμένη. Αντί να γυρίσουν σπίτι τους χωρίς εκείνη, οι Έλληνες επέλεξαν να παραμείνουν σε μια ξένη γη ως τα βαθειά γεράματα, και να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους ποτέ ξανά.

Πλην όμως δεν μάχονταν ούτε για τον Αλέξανδρο, ούτε για τον Μενέλαο, μα για την Ασία και την Ευρώπη. Πεπεισμένοι πως εκείνη η γη στην οποία η Ελένη θα διέμενε τελικά, εκείνη η γη θα ήταν η πιο ευλογημένη. Πολλώ δε μάλλον: όχι μόνον γέμιζαν οι άνδρες από τον πόθο να υποβληθούν σε δυσμένειες και αγώνες για χάρη της. Αλλά κι οι θεοί οι ίδιοι έστειλαν τα παιδιά τους να πολεμήσουν για το χατήρι της, γνωρίζοντας καλά πως θα συναντούσαν το θάνατό τους. Ο Δίας έστειλε τον Σαρπηδόνα, και η Ηώς έστειλε τον Μέμνονα, ο Ποσειδών τον Κύκνο και η Θέτις τον Αχιλλέα. Με την πίστη πως ένας θάνατος στην μάχη για την Ελένη ήταν πιο τιμητικός από μια ζωή δίχως μερτικό στους κινδύνους που πάντοτε περικύκλωναν εκείνη. Και ποια ήταν τελοσπάντων αυτή η μεγαλειώδης γοητεία και δύναμη της Ελένης που έκανε θεούς κι ανθρώπους να λογαριάζουν ως τιμή τον θάνατο για χάρη της; Ήταν το κάλλος, η ύψιστη, η πιο τιμητέα και θεϊκή αρετή που υπάρχει. Το κάλλος, που υποτάσσει ακόμη και τον Παντοκράτορα Δία, ο οποίος ταπεινώνει εαυτόν ενώπιον της ομορφιάς (πρὸς δὲ τὸ κάλλος ταπεινὸς γιγνόμενος).

[απόσπασμα από το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ – Οι Γυναίκες του Ομήρου,

μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης
επιμέλεια : Thomas Wright , Donald Mead
copyright: The Oscar Wilde Society, 2008


Ρόζα Λούξεμπουργκ (Νίκου Καζαντζάκη, 1927)

Κίνησα πρωί πρωί γιά το Διόνυσο, στήν Πεντέλη. Κρατούσα τα «Γράμματα» της Ρόζας Λούξεμπουργκ κ’ ήθελα νά τά διαβάσω ψηλά. στή μοναξιά, κάτου από τά πέφκα.

Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1927 στην Αίγινα

Γυάλιζε ό αέρας άκίνητος κι άστραφτε σαν άτσάλι· άπάνου του, σάν ξόμπλια σμαλτομένα, τά δέντρα, οι πεταλούδες, τά σπίτια τών ανθρώπων. Ή Πεν­τέλη μπροστά μου, ή μάνα, μέ τον ανοιχτοπληγωμένον κόρφο, πού είχε γεννήσει τους θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης, γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα, οι βελόνες τών πέφκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Δυο χωριάτες, δυνατοί σάν κάπροι, προσπέρασαν βαριά, τά μά­τια τους μικρά και πονηρά, σα ζώου πού ενεδρέβει, το πρόσωπό τους σαν αίμα χτυπημένο. Μιλούσαν αρβανίτικα και μάλωναν, κι ώς διάβηκαν από μπροστά μου ο αέρας βρώμισε και πολλή ώρα δέν μπο­ρούσα ν’ αναπνέψω.

Σε λίγο, μιά χα­ρά μεγάλη. Ένα σκυλί, με φτενό, όλο νόηση κεφάλι, ήρθε κοντά μου κι άρχισε να με ακλουθάει χαρούμενο, μέ όρθια την ουρά, γαβγίζοντας.

Στο Διόνυσο βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια νά τον δώ. Απ’ τούς ήρωϊκούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τά μανιφέστα πού ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στά υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους πού φέρναμε στά κατηχούμενα τούτα νά τούς φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ άνεβούμε από τά υπόγεια, νά φωτίσουμε τήν Ελλάδα!

Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρέφτηκαν,άλλοι βαρέθη­καν, άλλοι διορί­στηκαν κ’ ήσύχασαν. Όταν τούς συναντώ στο δρό­μο, κάνω πως δεν τους βλέπω από έβγένεια— φοβού­μαι μήπως θυμη­θούν καί κοκινίσουν. Μά σήμερα δέν μπόρεσα νά ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρο ξε­νοδοχείο του Διό­νυσου, νά ο φίλος μου με το μπα­στούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος, γλυκοκουβέντιαζε με πέν­τε έξη κοπέλες. Πώς πάχηνε·  Τά μάτια του είσαν πρισμένα, τά μά­γουλά του κρεμόνταν, το πηγούνι του αναπάβουνταν απάνου στο διπλό πριγούλι. 

“Πώς πάχηνες! του είπα.

-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.

Και σε λίγο πρόσθεσε:

-“Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρέφτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.

-“Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.”

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.

Έφριξα. Μιά στιγμή θάρρεψα πώς άρχισε ό φίλος μου ν’ άποσυνθέτεται καί νά μυρίζει. ’Έφυγα. Άρχισα ν’ ανεβαίνω το βουνό. Κου­δούνια, πρόβατα άκούστηκαν, σά νερά πού κα­τεβαίνουν το δάσο έβώδιαζε ρετσίνα, ή θά­λασσα άστραψε ξαφνικά, πνοή γλυκύτατη φύσηξε καί δρόσισε τά μελίγγια μου.

Μά καθόλου δέ θαράπεβε πιά τήν καρδιά μου όλη τούτη ηη ώραιότητα. Σάν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, πού μάταια μαχόταν νά μάς γοητέψει καί νά ξεχάσουμε τό τραχύ, χω­ρίς γλύκα κι ώραιότητα, σύγχρονο χρέος.

’Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στήν άγωνία μου. Σήμερα μιά γυναίκα άσκημη, χλωμή, άπελπισμένη, ανένδοτη, είταν μαζί μου- ώς άγγιζε το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι τής Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σά νά μέ άγγιξε το νευρικό, νεκρό της χέρι καί μέ οδήγαε. 

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Είταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κ΄ έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραβγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελεφτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!

Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατέματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.

Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα ώρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήση τους στρατούς που προχωρούσαν. Είταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: 

«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως με όλα αφτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».

Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.

Και παρακάτου γράφει:

«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλας μπήκε στο κελί της φυλακής μου: το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κ’ η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.

Μονάχα η έξέλιξη, μέσα άπό άναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί νά φέρει τή λύ­τρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τά πιό τρι­κυμισμένα κεφάλα της εξέλιξης αύτής καί σύ ρωτάς: Πρός τι όλα τούτα; Το ρώτημα τούτο δέν έχει νόημα όταν αγκαλιάσείς αλάκαιρο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκότατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό “τσι-τσι-μπε” να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ήσκιο που περνάει ποπάνου μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σέ ένα άλλο γράμμα της περιγράφει μέ πόνο τά βουβάλια πού σέρνουν μεγάλα κάρα καί κουβαλούν στις φυλακές τά αίματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ενας στρατιώτης τά χτυπούσε καί χάραζε, έως στο αίμα, τή ράχη τους : 

«Τήν ώρα πού ξεφορτώνουν τά κάρα, τά βουβάλια έμεναν άκίνητα, έξαντλημένα καί το ένα, εκείνο πού έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μάβρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν τήν έκφραση παιδιού πού τι­μωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ καί δέν ξέρει πιά πώς νά γλιτώ­σει από το μαρτύριο κι από τη κτηνώδη βία. 

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο καί το πλη­γωμένο ζώο με κοίταζε. Τά δάκρυα τινά­χτηκαν από τα μάτια μου· είσαν τά δάκρυά του. Ώ δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε, φτωχέ άδερφέ, είμαστε κ’ οί δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κ’ οι δυο στον πόνο στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν είταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν είταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα είταν και μια ζωή γιομάτη Π ρ ά ξ η : αμείλικτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομονή όλα τούτα τα χρόνια κι αν είσαν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχουμαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλώ και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ό,τι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατάντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελέφτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραβγή: – Β ο ή θ ε ι α !
Δεν είταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραβγή, η σημερινή, αλάκαιρης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρυνή πολιτεία να φωνάζει, απάνου στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νοιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλήτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκόνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραβγή από το στήθος της, λεφτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλέβει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων.
Τέτοια η κραβγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκόνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραβγάζοντας.
Η κραβγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
Β ο ή θ ε ι α
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαρειά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι ανθρώποι! Κ’ ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραβγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραβγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αφστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους μας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανάλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο   μ ι κ ρ ό ς   σ κ ο ρ π ι ό ς   ε ί π ε: – Ε γ ώ, ο   μ ι κ ρ ό ς   σ κ ο ρ π ι ό ς   π ο τ έ   δ ε   θ α  ε π ι κ α λ ε σ τ ώ   τ ο   ό ν ο μ α  τ ο υ   Θ ε ο ύ. Ε γ ώ, ο   μ ι κ ρ ό ς   σ κ ο ρ π ι ό ς,   ό τ α ν   θ έ λ ω   ν α  κ ά μ ω   τ ί π ο τ α, θ α   τ ο   κ ά μ ω   μ ε   τ η ν   ο υ ρ ά   μ ο υ !»

Στο περιοδικό Ηλύσια το 1927, τεύχος 1, 22 Μαΐου 1927, σελ. 12- 15.


ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΡΟΚΦΕΛΛΕΡ (18 Απριλίου 1910)

Τζον Ροκφέλλερ, 1910

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΡΟΚΦΕΛΛΕΡ

ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ

  • Μετά τὴν ἀκολουθίαν
  • Ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς !

ΧΕΙΡΑΨΙΑΙ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Ὁ δισεκατομμυριοῦχος βασιλεύς τοῦ πετρελαίου Τζών Ροκφέλλερ δὲν ἀπολαύει ἐν Ἀμερική τῆς δημοτικότητος τοῦ ὁμοτίμου τοῦ ἐν πλούτῳ Κάρνετζη. Πολλοί, μάλιστα, διατείνονται ὅτι ὁ Ροκφέλλερ εἶνε λίαν ἀντιπαθὴς εἰς τοὺς συμπατριῶτας τοῦ καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου ἔφεραν πλεῖστα παραδείγματα.

Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, ἡμέραν τοῦ Πάσχα διά τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον, ἐδόθη εἰς τὸν Ἀμερικανὸν αὐτὸν Κροῖσον ἡ εὐκαιρία ὅπως ἀντιληφθῆ αὐτοπροσώπως τί ἀκριβῶς φρονοῦσιν οἱ συμπατριῶται τοῦ δι’ αὐτόν.

Ἐπιφωνήματα θαυμασμοῦ

Ὁ Ροκφέλλερ ἀπεφάσισε νὰ παραστῆ εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ ἐξέλεξε πρὸς τοῦτο τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Βαπτιστοῦ, κειμένην ἐπὶ τῆς πέμπτης λεωφόρου.

Μόλις εἰσήλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐγένετο ἀντικείμενον ἐκδηλώσεων μεγίστου σεβασμοῦ. Ὅλοι παραμέρισαν διὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ διἔλθη καὶ ὅταν ἐτοποθετήθη τέλος εἰς τὴν θέσιν τοῦ, ὅλων τὰ βλέμματα ἐστράφησαν πρὸς αὐτόν.

Μετά τὴν τελικὴν εὐλογίαν, τὰ πλήθη τῶν ἐκκλησιαζομένων προσῆλθον πέριξ τοῦ καθίσματος τοῦ Ροκφέλλερ καὶ ἔσφιγγον τὴν δεξιάν του μετὰ διαχύσεως.

Μία κυρία ἀνεφώνησε δυνατῶς, ὥστε ν᾽ ἀκουσθῆ παρὰ πάντων : «Ὁ Θεὸς νά σᾶς εὐλογήσει κύριε Ροκφέλλερ.»

Μία ἄλλη τὸν ἀνεκήρυξε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ εἐεργέτην τῆς ἀνθρωπότητος, ἐνῶ μία τρίτη ὑπερθεματίζουσα τὸν ἀπεκάλεσεν «ἀντιπρόσωπον τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς».

  • Παροχὴ βοηθημάτων

Ὄρθιος πρό τοῦ καθίσματος τοῦ ὁ Ροκφέλλερ ἔτεινε τὴν χεῖρα πρός τοὺς παρελαύνοντας ἐνώπιον τοῦ, καὶ ἤκουσε μειδιῶν τὰ κολακευτικά τῶν φιλοφρονήματα. Ἐννοεῖται ὅτι πολλοὶ ἐπωφελήθησαν τῆς περιστάσεως ὅπως τῷ ζητήσωσι βοηθήματα, ὁ δὲ Ροκφέλλερ παρέσχεν ἀμέσως πᾶν τὸ αίτηθέν.

Μία κυρία τὸν ηὐχαρίστει ἔνδακρυς διὰ χρηματικόν τί ποσόν τὸ ὁποῖον τὴ έδωκεν. Ὁ Ροκφελλερ ὑπεκλίθη εὐγενῶς ἐνώπιον τῆς καὶ τῇ ἠπήντησεν:

  • Ἡ εὐχαρίστησις τῆς δωρεὰς ταύτης ἀνήκει ὁλόκληρος εἰς ἐμέ, κυρία μοῦ.

Ὅταν ἐξῆλθε τοῦ ναοῦ τὸν περιεκύκλωσαν ἀμέσως πολλοὶ φωτογράφοι οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νά τὸν φωτογραφήσουν εἰς διαφόρους στάσεις.

Χιλιάδες δὲ ἀνθρώπων τὸν ἠκολούθησαν καθ’ ὁδὸν ἐπ᾽ ἀρκετὸν διάστημα, ὡς ἐν διαδη(λῶ)σει, ἀνακράζοντας πρὸς ἀλλήλους :

  • Αὐτὸς είνε ὁ Τζών Ροκφέλλερ !

Κορονοϊού Πάρεργα

Category : Uncategorized

Του Καθηγητού Παλαιογραφία Αγαμέμνονος Τσελίκα:

Αγαπητοί φίλοι και φίλες αυτό είναι το τρίτο πάρεργο του εγκλεισμού. Το πρώτο είναι το αντίδοτο”Ἰατρικὸν πάνυ δόκιμον εἰς κορονοϊὸν εὑρεθὲν εἰς ἀρχαῖον χειρόγραφον.”, το δεύτερο (αδημοσίευτο) ολόκληρη παράσταση Καραγκιόζη με τίτλο “Ο Καραγκιόζης και ο γιος της Κορώνας”, και το τρίτο είναι το σημερινό που δεν είναι σατυρικό. Σε όλους εύχομαι Καλή Ανάσταση και οι νοσούντες να αναρρώσουν γρήγορα. Μαζί με την ευγνωμοσύνη μου σε όσους δίνουν τη μάχη εναντίον του ιού.

ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ ΠΑΡΕΡΓΑ 3

Βιβλίον τῆς Ἐξόδου δεύτερον. Σοφίᾳ πρόσχωμεν.

Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι λοιμὸς Ἰοῦ Κορώνης ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ πολλοὶ ἀπέθνησκον, ὅτι πολλὴ ἡ ανομία ἦν ἐν αὐτῷ. Καὶ ἐλάλησεν Κύριος ὡς μεγαλόθυμος τῷ Μωϋσῇ καὶ εἶπεν: Κέλευσον τῷ Ἰῷ τῆς Κορώνης, ἵνα τχέως άπέλθη ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Καὶ ἐπετίμησεν Μωϋσῆς τὸν Ἰὸν τῆς Κορώνης. Καὶ οὗτος οὐκ ὑπήκουσεν τῷ Μωϋσῇ. Ἐθρασύνθη δὲ καὶ σφοδρότερος ἐνέσκηψε ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτι πλείονες ἀπέθνησκον. Καὶ εἶδεν Μωϋσῆς καὶ ἐφοβήθη. Καὶ εδεήθη τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἀποστείλῃ αὐτῷ βοήθειαν. Καὶ ἤκουσεν ὁ Θεὸς τὴν δέησιν Μωϋσῆ καὶ εἶπεν αὐτῷ: Ἐπιτίμησον τὸν Ἰὸν καὶ ἀποστελῶ σοι. Εἰπὲ δὲ τῷ λαῷ σου, ἵνα μὴ τοῦ λοιποῦ παρήκοοι γένωνται ταῖς ἐντολαῖς μου καὶ ἵνα παύσωνται παρανομοῦντες. Καὶ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς Τσιόδραν τὸν ἰατρὸν δεινὸν ἀκέστωρα καὶ Χαρδαλέαν τὸν ἀπὸ ἐπάρχων πρῶτον τῇ τάξει. Εἱστήκεσαν δὲ οὗτοι παρὰ τῷ Μωϋσῆ, ὁ εἷς ἐκ δεξιῶν ὁ δ’ ἕτερος ἐξ εὐωνύμων μετὰ τῶν ταξιαρχιῶν αυτῶν. Εἶπεν δὲ αὐτοῖς Μωϋσῆς: Πράξατε ὡς γινώσκετε καὶ σώσατε τὸν λαόν μου. Οἱ δὲ περιεζώσαντο τὰς ἑαυτῶν ρομφαίας καὶ ἐπῆλθον μετὰ τῶν στρατιωτῶν αὐτῶν εἰς ὑπάντησιν τοῦ Ἰοῦ τῆς Κορώνης. Εἶπον δὲ τῷ λαῷ: Ἀκούσατε τὰς ἐντολὰς καὶ νουθεσίας ἡμῶν. Ἐγκλείσθητε εἰς τὰς σκηνάς σας καὶ οὐ μὴ ἐξέλθητε ἐξ αὐτῶν, ὅτι ὁ Ἰὸς πανταχοῦ περιπολεῖ. Κρυφὸς γὰρ καὶ ἀόρατός ἐστι. Τὰ σώματα ὑμῶν πανταχόθεν καλύψατε καὶ μὴ συγχρωτεῖσθε πυκνῶς, ὅτι δόλιός ἐστι καραδοκῶν βλάψαι ὑμᾶς. Καὶ ὁ λαὸς ἀπεκρίθη: Ἠνωτίσθημαν τὰς ἐντολὰς ὑμῶν καὶ τηρήσομεν αὐτάς.
Οἱ δὲ ἐκ Θεοῦ σταλέντες ταξιάρχαι τῷ Μωϋσῇ Τσιόδρας καὶ Χαρδαλέας μετὰ τῶν στρατιωτῶν αὐτῶν προῆλθον καὶ ἐπέπεσον ἐπὶ τὴν παρεμβολὴν Ἰοῦ τῆς Κορώνης, ἵνα πολεμήσωσιν αὐτόν. Καὶ μάχην σφοδροτάτην ἐποιήσαντο ἕως τὰς δυσμὰς τοῦ ἡλίου, ἀλλ’ οὐκ ἠδυνήθησαν ἐκπολεμῆσαι αὐτόν. Ἰσχυρῶς γὰρ ἀνθίστατο.
Τινὲς δὲ τοῦ λαοῦ παρήκοοι τῶν ἐντολῶν καὶ εὐήθεις οὐκ ἠβουλήθησαν τηρῆσαι τὸν ἐγκλεισμὸν καὶ παραμεῖναι εἰς τὰς σκηνὰς αὐτῶν καὶ ἀφρόνως ἐξῆλθον εἰς τὰ πέριξ τῆς παρεμβολῆς κινδυνεύοντες θύματα γενέσθαι καὶ βορὰ τοῦ Ἰοῦ.
Τῇ ἐπιούσῃ γενομένου τούτου γνωστοῦ τῷ Μωϋσῇ οὗτος ὠργίσθη τὰ μάλα καὶ ἐνετείλατο τοῖς ὑπηρέταις αὐτοῦ ὅπως συλλάβωσι τούτους καὶ μαστιγώσωσι.
Καὶ ἐξῆλθεν καὶ πάλιν Τσιόδρας καὶ Χαρδαλέας, ὅπως ἀπαντήσωσι καὶ πάλιν τὸν Ἰὸν τῆς Κορώνης ἐν τῷ πεδίῳ. Καὶ ἐπέδραμον ἔφιπποι κατ’ αὐτοῦ μετὰ τῶν ταξιαρχῶν αὐτῶν σθεναρῶς καὶ γενναίως. Καὶ ἐπολέμουν αὐτὸν ἕως μεσημβρίας. Ὁ δὲ Μωϋσῆς ὁρῶν τὴν μάχην ἐδέετο τοῦ Θεοῦ ἵνα ένδυναμώσῃ τοὺς μαχητὰς τοῦ λαοῦ καὶ εἶπε: Στήτω ἡ ἡμέρα καὶ ὁ ἥλιος καθ’ ὕψος τόξου αὐτοῦ. Καὶ ἰδοῦ ὁ Θεὸς ἐπέτεινεν τὰς ἀκτίνας τοῦ ἡλίου καὶ τὸ καῦμα αὐτοῦ ἐπί τοῦ Ἰοῦ τῆς Κορώνης καὶ τῶν στρατιωτῶν αὐτοῦ καὶ ἐξουθένωσαν πάντας. Καὶ θαῤῥρήσαντες οἱ ταξιάρχαι Μωϋσέως ἔτι σφοδρότερον ἐπέδραμον ἐπὶ τὸν Ἰὸν τῆς Κορώνης καὶ ἐτροπώσαντο αὐτὸν καὶ ἠφάνισαν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Καὶ ἀνακάμψαντες Τσιόδρας και Χαρδαλέας εἰς τὰς σκηνὰς Μωϋσέως εἶπον αὐτῷ: Ἰδοῦ ἡμεῖς διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ ἐλυτρώσαμεν τὸν λαόν σου ἐκ τοῦ φοβεροῦ τούτου καὶ ἀνθρωποβόρου ἐχθροῦ. Παράλαβε οὖν αὐτὸν καὶ ἔξελθε τῆς γῆς ταύτης τῆς ἀνομίας καὶ ὁ Θεὸς ἔσεται πάντων βοηθός.

Ἡ εἰκόνα εἶναι λεπτομέρεια ἀπὸ τὸ περίφημο περγαμηνὸ εἰλιτάριο τοῦ 10ου αἰώνα μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυΐ. Cod. Vat. Pal. Gr. 431.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Παράξενες Νύχτες στην Ακρόπολη — Weird nights on the Acropolis

Ilias Kolokouris, PhD Candidate, University of Athens

And suddenly everyone’s lives had changed in the most unexpected manner. Forever? Who knows. Let’s hope just for the time being. Things take for granted were now expectations or wishes. Liberties, like walking down the street or staring at the waves of the open mediterranean sea, down in Pirea, were limited, if not banned. Weird days and nights at the Acropolis, bringing in mind the novel of Nobel Prize Laureate, Georgios Seferis Six Nights on The Acropolis.

In the novel, we read through a mystical saga of sexual liberty and maturation, that is played out in the streets, tavernas and brothels of Athens. Athens, which, in the novel is packed with poor refugees from the Asia Minor Catastrophe of 1922. Similar surreal nights seem to have occurred in Greece amidst the outbreak of the Pandemic. Today, Athens is packed with refugees again; but brothels as well as tavernas have all been shut down, because of the Pandemic of CoronaVirus 19. “Ζούμε ιστορικές στιγμές” a friend said, from New York. We do, indeed, live in historical moments. This Spring shall be a Milestone for generations that will come after the Pandemic.

Πάνω Κάτω η Πατησίων ;

But first, let us think about the word Pandemic. Pan — derives from πᾶν + δῆμος πάνδημος is derived from παν- (pan-, prefix meaning ‘all, every’) + δῆμος (dêmos, “the common people;”). The Athenians had connected Aphrodite Pandemos with their legendary unifying hero Theseus and sought her blessings in uniting the people of Athens politically and socially. Aphrodite Pandemos was also linked with Peitho, the personification persuasion. The two cults of Pandemos Aphrodite and Peitho had been established by Theseus after unifying the cities of Attica. According to Harpocration, who quotes Apollodorus,Aphrodite Pandemos has very old origins, “the title Pandemos was given to the goddess established in the neighborhood of the Old Agora because all the Demos (people) gathered there of old in their assemblies which they called agorai.”1

And where is Aphrodite Pandemos?

So let’s think, can we call the Pan-demic really a “pan” demos disease? Of EVERY-one? Legally, we definitely should. Probably earlier than now. Alas, linguistically, if we decide to call CoronaVirus-19 a “pandemic”, then we are all doomed. And are we? We cannot foresee the future. Let’s hope not and pray, those who believe, as well as follow the state rules.

No ouzo at the tavernas for today

The weird nights at the Acropolis occurred after the closure, on Friday the 13th, of all museums and archaeological sites, including the entire Acropolis, the Theatre of Dionysus, at least until the end of the month March. The Ministry of culture made the announcement, at first giving hope. The initial announcement was that “non open air archaeolgical sites shall close and museum visits shall be limited”. On March 12th. Then, shopping mall, cafes, hairdressers, everything was shut down as Greece had 117 confirmed cases and one (then, now up to 5) fatal cases.

The image of the empty Sacred Rock of Athena on these sunny spring days does look strange to everyone. Weird. Nonetheless, considering the current situation globally, it gives hope for survival. We will stay healthy and visit the Sacred Rock not scared, but happy and safe.

A group, probably the last student group for this spring season to travel the archaeological sites of Greece for 2020, visited the Acropolis last Friday. The site was merely crowded, very few were visiting, mostly families. Then, upon return at their hotel, one of the students got severely entoxicated and burst into a psychotic episode. Apparently, the use of ouzo has not been made clear as an apperitivo, an appetizer that you sip one glass of. After harassing fellow students near the empty Monastiraki Square, the student was kept in his room under strict surveillance from his dedicated supervisors and teaching assistants overnight. The student safely returned home, back to the US, not adding a bigger fatal problem to his fellow students. Had the full moon affected his mental health? Or general coronavirus pressure? The full moon, probably not, because it took place many nights before the incident.

Monastiraki Square, masked

But concern has increased with the shutting down of the archaeological sites amidst the greek economists. Besides the fact that the Roman Agora or the Theatre of Dionysus look dystopian when found so empty, some locals have different opinion. Soula, 59, local of Thission area, right across the Athenian Agora, argues in another manner “I prefer it now, as is; empty! People are just marching through in swarms, causing loud noise. This is a beautiful neighborhood and we have lost our peace over the last years with the huge tourism wave! We need to live in harmony and balance!”

Though this aspect might be true, the economy of Greece has had a massively negative impact with all the tours cancellations or rescheduling. The state has announced that there will be great fund for those whose jobs are at risk, but it is common knowledge that many work undeclared and were only waiting for the summer season to make a living for the whole year. Last year, more than 33 million visitors visited Greece. Unfortunately, though fertile the land, the locals seem to be not given the chance to grow their own goods, thus leaving tourism as the single alternative for an economy on the prowl from the shark markets. The markets, of course, are affected by all the massive cancellations. And this will, eventually, affect the locals. Will it make them turn to agriculture? But if you have no property and live in a modern city like Athens, how can you turn to agriculture?

In the meantime, the Hellenic Olympic Committee on Friday the 13th, too, made a public announcement suspending the rest of the Olympic Torch relay, because of fears for the spread of the Coronavirus. The Olympic Flame, not ancient custom, but a tradition started in 1928 in Amsterdam, became a Relay at the Berlin Olympics of 1936, which were, indeed organized by the Nazis.

“Therefore we do not need such a tradition! This country resisted Nazism! And also the whole dress up ceremony is absolutely kitch ! ” local of Olympia, Eleni, argues. This may be true for some, but the symbol of the Olympic Flame has been disconnected from the Nazi regime and the time it had Greece under occupation. At least, there was a progressive first in this 2020 Olympic Torch Relay, in the Archaeological Site of Olympia. Only about 100 visitors were allowed in the ceremony, including the Former President of Greece, Prokopios Pavlopoulos, who was given an award by the International Olympic Committee. The First of the Ceremony was the historic moment of a female athlete being the first torchbearer. Quite late, one could say, but at least Anna Korakaki, who has honoured the Greek flag started off the brief relay, to be followed by Ekaterina Stefanidi.

Lonely Karyatids in Athens

Afterwards, the brave Scotsman, Gerard Butler who played Leonidas in the legendary movie 300 had the courage to carry the light of the Olympic Flame into the modern city of Sparta. So far, only one case of Coronavirus has been reported from Sparta. Let’s hope the brave Leonidas shall not be affected as much as the greek economy.

This is Sparta!

Shops, bars and restaurants have all been shut down, due to the fear of the Coronavirus. The Crown above our heads, like the Sword of Damocles. Even though one could say we do not have that much power overall, unlike Damocles.

Culture Minister Lina Mendoni on Friday announced the closure of museums and archaeological sites across the country. Staff for the archaeological sites still continue to go to work, as minster Mendoni announced, to keep the archaeological sites safe. The health ministry has also put out an urgent call for an additional 2,000 medical staff, even though before the Coronavirus crisis there have occurred cut downs on public healthcare. The closures will last until March 30, as we know until now. On the other hand, epidimiologists argue that COVID-19 has not broken out fully in Greece, because of the good weather. But it is true that facts from myths, truth from fiction, made up stories from reality have been hard to decipher lately. One could bring in mind the words of Thycidides about the plague of Athens, crossing our fingers that visions and images like these do not occur again. But it does feel ironic that centuries after we are still unprepared globally for this, and the measures taken in 1918 for the spanish flu are quite similars to the measures today; For we have researched greek newspapers of 1918, and we found similar ideas like those of today, except written in purist Katharevousa. For now, Thycidides of Oloros, from the Athenian deme of Alimos; Pericles and both his legitimate sons, Paralus and Xanthippus, died of the plague. Aspasia made it and so did the great historian, to narrate the Funeral Oration as well as the Λοιμός τῶν Ἀθηνῶν:

θεῶν δὲ φόβος ἢ ἀνθρώπων νόμος οὐδεὶς ἀπεῖργε, τὸ μὲν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καὶ σέβειν καὶ μὴ ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δὲ ἁμαρτημάτων οὐδεὶς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιοὺς ἂν τὴν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι, πολὺ δὲ μείζω τὴν ἤδη κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι.

Θουκυδίδου Ιστορίαι 2.53

Neither the fear of the gods nor laws of men awed any man, not the former because they concluded it was alike to worship or not worship from seeing that alike they all perished, nor the latter because no man expected that lives would last till he received punishment of his crimes by judgment. But they thought there was now over their heads some far greater judgment decreed against them before which fell, they thought to enjoy some little part of their lives.

(Translation : Thomas Hobbes. translator. London. Bohn. 1843)

1 Rosenzweig, Rachel (2004). Worshipping Aphrodite: Art and Cult in Classical Athens. University of Michigan Press. p. 14.


Η Απαισία Επισκέπτις των Πατρών Γρίπη φεύγει

Εἶνε γνωστὸν ὅτι εἰς τὰς ἐπιδημίας ἔχει νὰ κάμῃ πολὺ τὸ ἠθικὸν!

Η Απαισία Επισκέπτις του 1918, λάθρα βιούσα εν τη πόλει

και πώς έφυγε από την Πάτρα

Ηλίας Κολοκούρης

Υπ. Διδ. Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ

Τραγουδεῖ, τραγουδεῖ καὶ ὅλαι αἱ κλεισμέναι ψυχαὶ εἰς τὰ νεκρὰ σώματα, αἰσθάνονται εἰς τὰ σπλάγχνα των τὰ ἡδονικὰ ἀναταράγματα τῆς ὡραίας Σουλαμίτιδος. Καὶ ὁ Τραγουδιστὴς θὰ τραγουδῇ, θὰ τραγουδῇ, μὲ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ γλυκυτέραν του φωνήν, θὰ τραγουδῇ ἕως ὅτου αἱ ψυχαὶ πεταχθοῦν καὶ ἀνοίξουν ὅλας τὰς θύρας, ὅλα τὰ παράθυρα, ἕως ὅτου προβάλλουν ὅλαι ἐρωτευμέναι εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν τραγουδιστήν, ἀλλ᾿ ὁ τραγουδιστὴς δὲν θὰ εἶνε πλέον. Δὲν θὰ εἶνε ὁ τραγουδιστής, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ξυπνημέναι, ὅλαι αἱ θύραι καὶ τὰ παράθυρα ἀνοικτά, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐλευθερωμέναι, θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐρωτευμέναι, ἐρωτευμέναι εἰς τὸ Φῶς.

Περικλής Γιαννόπουλος

Εκείνα τα φρικώδη, σχεδόν ντεκαντένς αισθητιστικά έγραψε ο συμπολίτης μας κ. Πετραλιάς στις 11 Οκτωβρίου 1918, με το εκτεθειμένον πτώμα επί της οδού Μπουκαούρη. Τρεις ημέρες μετά, 14 Οκτωβρίου ημέρα Κυριακή, διαβάζουμε την ανακοίνωση της Νομαρχίας Αχαϊοήλιδος, στο Νεολόγο:

Τὸ ἐκτεθειμένον πτῶμα

Κατόπιν τῆς δημοσιευθείσης διαμαρτυρίας ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μας κ. Ξεν. Πετραλιᾶ περὶ τοῦ ἐπὶ διήμερον ἐκτεθειμέου πτώματος ἐν μέσῃ ὁδῷ, ὁ Νομάρχης κ. Βουτσινᾶς διέταξε τὸν κ. Διευθυντήν τῆς ἀστυνομίας, ὅπως προβῇ εἰς αὐστηρὰν ἀνάκρισιν περὶ τοῦ ὑπευθύνου. Ἐκ τῶν ἀνακρίσεων προέκυψεν, ὄτι τὴν εὐθύνην φέρει ὁ ἀστυνόμος τοὺ 4ου τμήματος, τοῦ ὁποίου καὶ ἐζητήθη ἡ τιμωρία.

Ο αστυνόμος αυτός λοιπόν τέθηκε σε διαθεσιμότητα; Σε δυσμενή μετάθεση; Δεν γνωρίζουμε. Πάντως η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια βρίσκεται στο πλευρό της Αντάντ, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Πόλεμος βρίσκει τον Βενιζέλο Δικαιωμένο έναντι του Βασιλέα, τους Έλληνες νικητές, αλλά και εξαντλημένους. Και συνεχίζεται ο πόλεμος μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Κάπου εκεί πολλοί στρατιώτες, εξαντλημένοι από χρόνια πολέμου, φεύγουν για τις ΗΠΑ και το Μεξικό, συμπεριλαμβανομένου του Θεοφάνη Κολοκούρη. 

Ωστόσο, ήδη τον Μάιο του 1918 η Βουλγαρία έχει ηττηθεί από τις τραυματισμένες ελληνικές δυνάμεις. 1835 Βούλγαροι στρατιώτες συλλαμβάνονται ως αιχμάλωτοι. Και μερικοί εξ αυτών αποδεικνύονται χρήσιμοι για την Πάτρα που ασθενεί και βρίθει ακαθαρσιών !

Ἑζητήθησαν Βούλγαροι

Ὁ κ. Νομάρχης Βουτσινᾶς κατόπιν τῆς ἐλλείψεως ἐργατῶν διὰ τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἀποστολὴν 100 Βουλγάρων αἰχμαλώτων, ὅπως ἀπασχοληθοῦν διὰ τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως.

Οι Βούλγαροι αυτοί αιχμάλωτοι καταφθάνουν, καθαρίζουν τελικά την πόλη, αλλά ήδη από τις 15 Οκτωβρίου, και τούτο αιτιολογείται με δημοσίευμα την επόμενη ημέρα σχετικά με το καταστρεπτικό δια τον Ελληνισμόν έργο των Βουλγάρων. Πριν φθάσουν οι αιχμάλωτοι όμως ήδη διαβάζουμε πως

Κατὰ πληροφορίας ἰατρῶν, παρατηρεῖται ποιά τις ὕφεσις εἰς τὴν μαστίζουσαν τὴν πόλιν ἐπιδημίαν τῆς γρίππης. Τὰ σημειούμενα νέα κρούσματα καθ᾽ ἑκάστην εἶνε ἐλάχιστα, τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὰ προφυλακτικά μέτρα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ὁι κάτοικοι λαμβάνουν, ἀποφεύγοντες τὰς ψύξεις, τὰς συγκεντρώσεις καὶ τὴν εἰς τὸ ὕπαιθρον παραμονὴν κατά τὰς νυκτερινὰς ὥρας. Ἀτυχῶς, λόγῳ τῆς έπιδειχθείσης ἀπροθυμίας τῶν ἰατρῶν τῆς πόλεως εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Νομάρχου, δὲν κατωρθώθη ὁ καταρτισμός στατιστικῆς τῶν ὅλων κρουσμάτων καὶ τῶν σημειουμένων νέων τουιούτων καθ᾽ ἑκάστην, ὥστε νὰ κρίνουν αἱ ἀρχαί ἐπακριβῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῆς περί τῆς πορείας τῆς νόσου, τῆς ἐξαπλώσεως ἤ τῆς περιστολῆς ἀυτῆς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἱατρικὸς Σύλλογος, ὅστις ἐκλήθη προχθὲς δὲν κατώρθωσε νὰ συνεδριάσῃ, καθότι μόνον τρεῖς τῶν ἰατρῶν προσῆλθον καὶ συνεπῶς ἐματαιώθη ἡ σύσκεψις.

Αλλά παρά το καθησυχαστικό δημοσίευμα της Νομαρχίας, πανικός έχει κυριεύσει την πόλη. Φήμες κυκλοφορούν για μάγια, για κάποια κατάρα που έχει πέσει στην πόλη, η απελιπισία κυριεύει τον κόσμο. Όπως και σήμερα καλοθελητές βρίσκονται, αλλά δεν είναι στο ελληνικό κοινοβούλιο ή σε θεσμικό ρόλο. Ανώνυμη επιστολή του κυρίου ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΤΟΥ δημοσιεύεται στο Νεολόγο ανήμερα του Αποστόλου Ιακώβου. Εκεί ο ανώνυμος του Συνδέσμου Μηχανοτεχνιτών, περιγράφει την λύση, πώς η ενδημική νόσος θεραπεύθηκε μετά από πυρκαγιές και κατακλυσμιαίες βροχές στη Θεσσαλονίκη, με τον ενδιαφέροντα πιασάρικο τίτλο:

Ο ΚΑΦΦΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΝ

Τὸ φάρμακον ἐις ὁπερ ἀναφέρομαι ἔχει τὴν πηγή του ἐν τῇ Βίβλῳ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ αἰῶνες κατόπιν ἔκαμον χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ Ἀναγέννησις ἐχρησιμοποίησε τοῦτο τῇ συμπράξει τοῦ τότε άνακαλυφθέντος πυροβόλου. Ἀγνοῶ ἄν οἱ τότε ἀρμόδιοι τρόφιμοι τῆς τέχνης τοῦ Ἱπποκράτους ἐβασίζοντο ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἤ τῆς διαταράξεως τῶν ἀερίων στρωμμάτων. Ἐκ τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἠγάπων τὸν καφφὲν καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ἐμπορεύθην αὐτὸν ἐν Καΐρῳ. Εὐρέθην ἐν μέσω τῶν βροτολοιγῶν ἐπιδημιῶν, αἵτινες ἐμάστισαν τὴν Αἴγυπτον ἐπὶ 8 ἔτη. Δὲν ἔπαθον ποτὲ τὸ ἐλάχιστον καὶ ἀποδίδω τὴν ἀτρωσίαν μου εἰς τὴν πολυποσίαν τοῦ καφὲ. Γνωρίζω ὅτι φονεύει τὰ μικρόβια τοῦ τύφου ἐντὸς 5 ὡρῶν, τὰ τῆς χολέρας ἐντὸς 18 ὡρῶν καὶ πολλῶν ἐλαφροτέρων ἐνδημικῶν νόσων ἐντὸς 2 ὡρῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ καφφὲ τῆς Μόκκας, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ καφφέδες οἱ παραγόμενοι πέραν τῆς 22 μοίρας Ἰσημερινοῦ, ὡς ο Βραζιλιανὸς τὸν ὀποίον ἔχομεν εἶνε προικισμένοι μὲ πολὺ καλὰς ἰδιότητας.

Μέσα στο χάος, καταφθάνει αποστολή του Ιατροσυνεδρίου εξ Αθηνών, αποτελούμενη από τους καθηγητές Ιατρικής κ. Σακόρραφο και κ. Μανούσο. Αυτοί προκαταβολικώς 

συνιστοῦν τὴν ἀποφυγὴν τῶν καφενείων, τῶν ζυθοπωλείων, τῶν ζαχαροπλαστείων, τῶν ναῶν καὶ ἐν γένει τῶν κέντρων ἔνθα γίνονται δημόσιαι συγκεντρώσεις. Ταυτόχρονα, απαγορεύουν τις επισκέψεις στους ασθενείς και την απολύμανση των νοσηλευόντων. 

Οἱ κάτοικοι δέον νὰ κλείωνται εἰς τὰς οἰκίας των μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Ἐπιτρέπονται τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ὄχι ὁμως καὶ ἡ τούτων κατάχρησις. Ἐπιβάλλεται ἡ καλὴ διατροφή. Διαδόσεις περὶ ὑπάρξεως ἄλλης νόσου εἶνε ἀβάσιμοι καὶ ψευδεῖς.

Έτσι, σχεδόν διαψεύδουν την επιστολή, ενώ ο Νομάρχης καθώς η κινίνη τελειώνει, παραγγέλνει ένα παρεμφερές φάρμακον, την κίνα : 

Ἀνἀγκη ὡσαύτως οἱ πάσχοντες νὰ λαμβάνουν ἄφθονα ζεστὰ καὶ ἐφιδρωτικά. Εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον μέσον θεραπείας τῆς γρίππης. Κακῶς νομίζουν πολλοί, ὅτι πρέπει να λαμβάνουν κινίνην ὡς προληπτικὸν μέτρον.

Τα αποθέματα καφέ επίσης τελειώνουν, οπότε οι καφεπώλες των Πατρών πωλούν ζάχαρη.

Την επόμενη ημέρα, 16 Οκτωβρίου, οι ιατροί καθηγητές εξ Αθηνών προβαίνουν σε επίσημη ανακοίνωση, όπου καταλήγουν πως προϋπήρχε ελονοσία, η οποία καλλιεργεί την γρίππη εἰς τὴν βαρεῖαν μορφὴν αυτής. Έτσι δίνουν σαφείς οδηγίες, πέραν των μέτρων:

Ἠ Ἰνφλουέντζα ἤ Γρίππη εἶνε κολλητικὴ ἀρρώστεια. Τὸ μικρόβιον τῆς ἰνφλουένζας εἶνε μέσα εἰς τὰ πτύσματα τοὺ ἀρρώστου. Ὅταν ὁ ἄρρωστος βήχῃ ἤ πταρνίζεται ἤ ὁμιλῆ δυνατὰ, φεύγουν ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴν μύτην του χιλιάδες μικρόβια ινφουέντζας, τὰ ὁποῖα ἀνακατεύονται μὲ τὸν ἀέρα. Κολλᾶ κανεὶς ἰνφλουέντζαν καὶ ὅταν φιλήσἡ τὸν ἄρρωστον ἤ πιάσῃ τὸ χέρι του ἤ τὸ μανδύλι του ἤ πίῃ νερὸ μὲ τὸ ποτῆρι τοῦ ἀρρώστου ἀκαθάριστον. 

Εἶνε ἀνάγκη μόλις ἐννοήση κανείς τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς ἰνφλουέντζας, δηλ. κακοδιαθεσίαν, πυρετὸν, βῆχα κλπ. να πέσῃ εἰς τὸ κρεββάτι, νά κάμῃ δίαιταν μὲ ζεστὸ γάλα καὶ ἐν ανάγκῃ νὰ φωνάξῃ τὸν ἰατρὸν, χωρὶς ν᾽ ἀφήσῃ νὰ προχωρήσῃ τὸ κακόν. Να προφυλάσσσηται ἀπὸ τὰ κρυολογήματα, νὰ μὴ κουράζηται περισσότερον ἀπὸ ὄσον πρέπει, νὰ μὴ πίνῃ πολύ κρασί κονιάκ ἤ ἄλλα σπίρτα. Νὰ μὴ πηγαίνη εἰς μέρη ὅπου εἶνε πολλοί ἄνθρωποι, δηλ. εἰς καφενεῖα, κινηματογράφους, θέατρα κλπ.

Γύρω στις 20 Οκτωβρίου δείχνει να κοπάζει η Γρίππη στην Πάτρα, κατόπιν των μέτρων, τα κρούσματα είναι πλέον ολιγάριθμα και δεν είναι πια θανατηφόρα. Η Ακαδημία των Παρισίων καθώς έχει εντελώς τελειώσει η κινίνη συνιστά κίνα τρεις φορές την ημέρα αραιωμένη σε καφφέ. Τελικά η ιατρική συνδυάζεται με τα μαντζούνια, τι να πει κανείς; Πάντως, όπως διαβάζουμε στο Νεολόγο της 20ης Οκτωβρίου 

Τὰ καφενεῖα, ἄν μὴ ὅλα, τὰ πλείστα, διὰ τὴν ἔλλειψιν κόσμου κλείουσιν ἐνωρὶς καὶ οὑτω ἡ πόλις ἐφησυχάζει τὰς νύκτας ἐξασφαλίζουσα τὴν ὑγείαν της.

Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται το Χρονογράφημα Ἡ Επισκέπτις, αφού καθώς φαίνεται έχει επέλθει ύφεση και η κυρία Γρίππη έφυγε πια από την Πρωτεύουσα Αχαϊοήλιδος. Πλην όμως συνεχίζονται οι κηδείες, ενώ ἐπειδὴ ἐνοχλοῦνται ἐπικινδύνως οἱ βαρέως ἀσθενεῖς ἐκ γρίππης ἀπὸ τὰς μουσικὰς τῶν κηδειῶν καὶ ἐγένοντο παράπονα ἐκ μέρους συγγενῶν, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ θ` ἀπαγορεύσῃ νὰ ἀκολουθοῦν τὰς κηδείας μουσικάς.

Οι δημότες πια δεν πεθαίνουν από την Ισπανική Γρίπη εν Πάτραις. Έτσι, το δημοτικό συμβούλιο προβαίνει σε ανακοινώσεις στατιστικών στις 25 Οκτωβρίου 1918. Συνολικώς από 1 ἔως 20 Οκτωβρίου άπέθανον ἄνδρες 204 και γυναῖκες 277, ἤτοι 481. Ἐκ τοῦτων ἀπέθανον εκ γρίππης ἄνδρες 168 και γυναῖκες 226, ἤτοι 394. Ἡ μεγαλειτέρα θνησιμότης παρατηρεῖται ἀπὸ τὼν 40 ἐτῶ καὶ κάτω, φθάσασα τα 313 άπέναντι μόνον 81 ἀπὸ 40 καὶ ἄνω. Τέλος, δημοσιεύεται ο πίνακας με τις συνοικίες που θρήνησαν θύματα:

ΠΙΝΑΚΑΣ

Οι κηδείες βεβαίως συνεχίζονται και ο κόσμος ασθενεί από την αιώνια ασθένεια, τον θάνατο. 30 Οκτωβρίου έχουμε 10 θανάτους. 3 Νοεμβρίου 5 θανάτους. Στα μέσα Νοεμβρίου η Ισπανική Γρίπη έχει φύγει από την Πάτρα. Έπονται άλλες αιτίες θανάτου, εγκλήματα ερωτικά (Πυρπόλησις οἰκίας ἀπίστου ἐραστοῦ ὐπὸ πρώην ἀοιδοῦ ἐκ Βαρβασαίνης), ο Μεγάλος Πόλεμος, το επισιτιστικό της χώρας μας.  

Φαίνεται πως η Γρίπη συνεχίζεται στην υπόλοιπη Ελλάδα, ηρεμεί ως εξαφανίζεται στην Αχαΐα, αλλά καταπλακώνει την Ηλεία και την πρωτεύουσα, καθώς τα μέτρα για κλειστά θέατρα μεταφέρονται εκεί, στην Αθήνα.

Πράγματι, αραιώνει ο κόσμος στα θέατρα της εποχής, τα θέατρα αργούν παντελώς, ενώ όπως διαβάζουμε και στην εφημερίδα Έθνος αρχές Νοεμβρίου, το φιλοθεάμον κοινό πέφτει σε κατάθλιψη :

ΟΙ ΚΑΤΗΦΕΙΣ

Οἱ τζαμπατζῆδες τῶν θεάτρων εἶνε ἐκτάκτως δυσηρεστημένοι κατὰ τῆς γρίππης. Τοὺς ἔκλεισε τὰ θέατρα. Περιφέρονται κατηφεῖς, ὡσὰν νὰ ἐκεθρονίσθησαν καὶ αυτοὶ μαζὶ μὲ τὸν Κάϊζερ. Δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐννοήσουν πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ προσβάλλεται κανεὶς ἀπὸ τὴν γρίππην ἐυκολώτερον ἐις τὸ θέατρον καὶ ὄχι εἰς τὸν κινηματογράφον, εἰς τὸν ὁποῖον φεὐ! ἐφέτος δὲν ἔχουν εἴσοδον. Τοιουτοτρόπως ἔγιναν οἱ φανατικώτεροι ἐχθροὶ τῆς γρίππης, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν παύουν ζητοῦντες δεκάκις τῆς ἡμέρας πληροφορίας. ῾Ὀλοι εὐρίσκουν ὅτι ἡ νόσος δὲν εἶνε μόνον ἐν ὑφέσει, ἀλλὰ ἐξέλιπεν ἐντελῶς. ῾Ὡστε ἀποροῦν διὰ τὸ κλείσιμον τῶν θεάτρων.

Τι να κάνουνε λοιπόν; Αναγιγνώσκουν μυθιστορήματα, όπως το ωραίο Ο Κόσμος κι ο Κοσμάς, του Γρηγορίου Ξενόπουλου, που δημοσιεύεται σε συνέχειες στην ίδια εφημερίδα εκείνη την εποχή, πίνουν μουρουνέλαιο και ιαματικά ύδατα πόσεως.

Στις 5 Νοεμβρίου γίνεται λιτανεία στο κέντρο των Αθηνών:

Εἰς τὴν Πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας εἶδα προχὲς τὸ κατανυκτικὸν θέαμα μιᾶς λιτανείας διὰ τὴν καταδίωξιν κι ἐξόντωσιν τῆς γρίππης “θείᾳ συνάρσει”. Ὁ βορριᾶς οὖχ ἦττον ἐφυσοῦσε δριμύτατος. Καὶ ἕνα πλῆθος γραϊδίων, πιστῶν, μὲ τὰ πλευρὰ ἐκτεθειμένα εἰς τὴν δολοφονικὴν πνοὴν τοῦ βορριᾶ, ἐδέετο κατανυκτικώτατα. 

Λέει στο γράφοντα Τιμολέοντα Σταθάτο ένας γιατρός:

Ἱδοὺ ἕνας τρόπος νὰ αὐξήσῃ ἡ θνησιμότης ἀπὸ τὴν γρίππην. Ὅλοι αυτοὶ δὲν θὰ άποφύγουν τὰς ψύξεις μὲ αυτὸ τὸ διαβολόκρυο. Θὰ πουντιάσουν. Δὲν βλάπτει καὶ ἡ λιτανεία. Πῶς λένε οἱ παπάδες. Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, θαρρῶ.

Τέλος πάντων, ο γράφων και αντιγράφων τούτα δεν έβγαλε και πολλά συμπεράσματα. Κάνει καλό ο καφφές; Κι αν ναι, ποιος καφφές; Ο Βραζιλιάνος ; Ζούμε την Αποκάλυψη του Ιωάννου; Κι αν ναι, σε ποιο εδάφιο βρισκόμαστε; Ένα είναι σίγουρο, ότι φαίνεται να  επικρατεί το “Όποιον Πάρει ο Χάρος”, το παίγνιον της Τουρκοκρατίας. Επομένως ευχόμεθα υγεία σε όλους, ψυχραιμία και όχι πανικό, καθώς, για να αντιγράψουμε πάλι τον χρονικογράφο της εποχής, ο πανικός αποτελεί “προδιάθεσιν εις κάθε αρρώστειαν”! 

Υγιαίνετε !