Category Archives: Modern Greek Aestheticism & Antiquity

Ὁ Παρθενῶνας -Διθύραμβος- (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

Ὁ Παρθενῶνας -Διθύραμβος- (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

[Γραμμένο ἕνα δειλινὸ ἐπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ Παρθενῶνος].

Τὸ Μέτωπο εἶμ’ Ἑγώ.-

Καὶ τῶν κακῶν Μου ὀχτρῶνὉ Παρθενῶνας -Διθύραμβος- (Ναπολέων Λαπαθιώτης) ἡ βαρβαρότη,

Τῶν ὀχτρῶν Μου ἡ μάνητα καὶ τ’ ἄχτι,-
Κι’ ὅ,τι κακὸ Μοῦ βουληθήκανε -ὅ,τι-
Συντρίμια ὀμπρός Μου, καὶ τρίψαλα, καὶ στάχτη.
Γιατί τὸ Μέτωπο εἶμ’ Ἐγώ…

*
Κυττάω βαρειὰ κι’ ὁλοῦθε.-
Κι’ ὁλοῦθε τὴ ματιά Μου Ἐγὼ τὴ στέλνω

Καὶ τὴ στέλνω ὡς τὰ γλυκόθαμπα πελάη
ὅπου τὸ ἡλιόγεμα πικρό κατασταλάει,-
Κι’ ὡς τ’ ἄϋλα κορφοβούνια Ἐγὼ τὴ στέλνω,
Καὶ γιὰ μανδύα -τὰ χρυσᾶ τἄστρα παίρνω.
Γιατί τὸ Μέτωπο εἶμ’ Ἐγώ, εἶμ’ Ἐγώ…

*
Τιτανικὸ Λουλούδι Ἐγώ.-
Κι’ ἀπὸ τὰ βύθη τῶν Αἰώνων ἀναδίνω,
-Κ’ εἶμαι ἡ Πέτρα, ἡ Σκέψι, καὶ τὸ Μάρμαρο -τὸ Κρῖνο.
Κι’ οὔτε θὰ μαραθῇ, οὕτε θὰ σαλέψῃ
Τὸ Μάρμαρο – τὸ Κρίνο, ἡ Πέτρα – ἡ Σκέψι.
Καὶ θυμᾶμαι, τ’ ἀλαργινὰ πικροθυμᾶμαι,
Κι’ οὔτε κλαίω – μόνο βαρυοκοιμᾶμαι.

*
Ἀρήοι, τριγύρω μου, οἱ Προσκυνητάδες

Οἱ Προσκυνητάδες κ’ οἱ Διαβάτες –
Μέσ’ τῆς κολῶνες, κι’ ἀπὸ τοὺς στυλοβάτες
Πᾶνε κ’ ἔρχονται ἀπὸ χρόνια κι’ ἀπὸ χρόνια
Μὲ τὰ καλοκαίρια καὶ μὲ τἄσπρα χιόνια,
Ἀνάμεσ’ ἀπ’ τοὺς στυλοβάτες
Οἱ Διαβάτες.
Καὶ περπατᾶνε, τριγύρω περπατᾶνε
Κι’ οὔτε κλαῖνε – μοναχὰ ποῦ Μὲ κυττᾶνε…

Ὀκτώβριος 1910 – ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Parthenon ~ Dithyramb
Translated by Ilias Kolokouris

[Written one evening on the steps of the Parthenon].

The Battlefront is me.-
And My evil Enemies barbarism,

My enemies’ mania and grudge, –
And all the evil that they wanted
That’s Me – the evil that –
Ruins before Me, and smithereens, and ashes. Me
For I am the Battlefront…
*
I’m looking all around heavily.
And everywhere I send My glance.

And I send it to the sweetest blurry seas
where the bitter sunset settles down, –
And to immaterial mountaintops I send my glance,
And for a cloak the golden stars I take.
For I am the Battlefront, I am, I am …

*
A Titan Flower Me.
And from the depths of the ages I shall rise,
-I am the Stone, the Thought, and the Marble – the Lily.
And I shall not wither nor fade, nor shall I budge.
The Marble, the Lily, the Stone, the Thought.
And I remember, and I remember, and I bitterly bitter,
And I weep not – only sleep heavily.

*
All around me, Pilgrims deserted, Passers-by
The Pilgrims and the Passers-by,
Amongst the Columns and the Stylobate Pillars,
They come and go
With the summers and the white snow,
Amongst the Pillars the Pilgrims,
And the walk, all around they walk by,
And they don’t even cry,
They just pass by
And look at I.



Νίκος Καζαντζάκης, 1907

1907. Tο θεατρικό έργο “Ξημερώνει” βραβεύεται και παίζεται στην Aθήνα, όπου προκαλεί ζωηρές συζητήσεις. O νέος Kαζαντζάκης γίνεται διάσημος εν μια νυκτί. Ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα και μυείται στον Tεκτονισμό. Tον Oκτώβριο αρχίζει μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι , όπου εξακολουθεί να δημοσιογραφεί και να γράφει λογοτεχνία. Από εκείνη την περίοδο προέρχεται και το χρονογράφημα που ακολουθεί; Έχουμε συνηθίσει έναν Καζαντζάκη με περίεργη, σχεδόν ιερατική σχέση με τις γυναίκες. Ωστόσο στο παρόν κείμενο παρουσιάζεται μάλλον προοδευτικότερος και δεν γνωρίζουμε (ακόμα) αν θα μπορούσε να του αποδοθεί

Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΙΣ

Και ο αισιοδοξότερος ακόμη και των παρακολουθούντων την σύγχρονον κοινωνικήν εξέλιξιν δεν είναι δυνατόν να εύρη ενθαρρυντικάς τας απόψεις της γυναικείας λεγόμενης χειραφεσίας. Τα γεγονότα διαψεύδουν καθημερινώς μετ’ αποτόμου σκαιότητος τας χθες ακόμη χρυσαυγείς ελπίδας του ωραίου φύλου, του φιλοδοξήσαντος να εισπηδήση εις τον πλήρη ακανθών και πικριών κύκλον της ανδρικής δράσεως. 

Προ ολίγων εβδομάδων και εις διάστημα δεκαπέντε ημερών τρείς δεσποινίδες υπεβλήθησαν εις τον νενομισμένον όρκον και έγειναν δεκταί 

εις το δικηγορικόν σώμα των Παρισίων : η δεσποινίς Μιροπόβσκα, η δεσποινίς Δοβράν και η δεσποινίς Μαρία Βερόν. Η τελευταία σκοπεύει ν’ασχοληθή ειδικώς εις τας συζυγικάς υποθέσεις και ιδίως εις τα διαζύγια. 

Εκτός όμως των τριών τούτων νεοφύτων δικηγόρων, έχουν γίνει δεκταί εις το δικαστήρια των Παρισίων ως δικηγόροι πέντε ακόμη άλλαι κυρίαι, ούτως ώστε ο ολικός αριθμός των γυναικών δικηγόρων ανήλθε μέχρι σήμερον εις την σύγχρονον Βαβυλώνα εις οκτώ. Αλλ’ οποία άραγε η τύχη, η ευδοκίμησις, τα κέρδη των πέντε προηγουμένων ιεροφαντών του δικαίου, ώστε ν’αποτολμήσουν να τας μιμηθούν και άλλαι τρεις ομόφυλοί των ; Παρισινός δημοσιογράφος επεχείρησεν επίμονον έρευναν περί των εργασιών των πέντε παλαιοτέρων γυναικών δικηγόρων και ιδού που κατέληξε : Διηυθύνθη κατά πρώτον εις τα δικαστήρια και ηρώτησε τον κλητήρα, πού ηδύνατο να συναντήσει την δικηγόρον δίδα Σωβέν. Ο κλητήρ τω απεκρίθη υψών τους ώμους ότι η εν λόγω δικηγόρος δεν εφάνη από τριών ετών εις τα δικαστήρια. 

– Δείξε μου τότε την δικηγόρον κ. Μπενεζέχ. 

– Ούτε αυτή έρχεται… 

-Και η δικηγόρος κ. Πετύ; 

-Δεν την γνωρίζω. 

-Και η δικηγόρος δις Μιλλ; 

-Ούτε αυτήν. 

-Και η δικηγόρος κ. Πιέρ ; 

-Ουδέποτε την είδα ! 

Από τα δικαστήρια ο δημοσιογράφος μετέβη εις το δικηγορικόν γραφείον της δίδος Σωβέν, όπου έμαθεν από τον θυρωρόν, ότι αύτη δεν εδέχετο τους πελάτες της ή άπαξ μόνον της εβδομάδος, ότι ουδέποτε ηγόρευσεν προ των δικαστηρίων και ότι περιωρίσθη εις διδασκαλίας της νομοθεσίας εις το παρθεναγωγεία.

Κατόπιν ο δημοσιογράφος μετέβη εις της κ. Μπενεζέχ, αλλ’ εκεί έμαθε παρά της ξανθής υπηρετρίας, ότι αύτη εξήλθε με το μικρό της ! 

Ο δημοσιογράφος επεσκέφθη την κ. Πιέρ, η οποία του ήνοιξεν η ιδία την θύραν δωματίου γυμνού με παλαιότατα καθίσματα, χωρίς φωτιά, με επίπλωσιν ελεεινήν. 

Η κ. Πιέρ έφεραν εσθήτα καταμπαλωμένην και είχε το πρόσωπον κατερρικνωμένος και φέρον βαθείαν την σφραγίδα της πενίας και της και της οδύνης. Αφότου επήρε το δίπλωμα της, ουδέποτε της παρουσιάσθη ευκαιρία ν’ αγορεύση ! Είχαν όμως σπουδάσει και την Ιατρικής και διά της ενασκήσεως της δευτέρας επιστήμης επορίζετο τα μπαλώματα της εσθήτος της ! Μετά μίαν ώραν ο ακούραστος δημοσιογράφος επεσκέπτετο την δίδα Μίλλ, ξανθήν και θελκτικωτάτην, προ έτους μόλις περιβληθείσαν την δικηγορικήν τήβεννον, αλλά μη αγορεύσασαν ακόμη. Η Μιλλ δεν θεωρεί ακόμη εαυτήν αρκετά παρεσκευασμένην διά το επάνγελμα, το οποίον λατρεύει. 

Τοιουτοτρόπως εκ των πέντε Παρισινών γυναικών δικηγόρων, η μία είναι καθηγητής, η δευτέρα ασχολείται με το νεογέννητον βρέφος της, η τρίτη κάμνει τον ιατρών, η τετάρτη παρασκευάζεται ακόμη και η πέμπτη δεν επάτησεν, ακόμη το πόδι της εις τα δικαστήρια.

Αυτή είνε η σκληρά και ουδόλως ενθαρρυντική πραγματικότης. Εις τας ραψωδίας του Ομήρου και εις τον Επιτάφιον του Περικλέους διετυπώθη με ανυπέρβλητον αλήθειαν ο προορισμός της γυναικός, εις δε το Ευαγγέλιον διεγράφησαν τελείως τα όρια της λεγομένης χειραφεσίας, της μετοχής δηλαδή της γυναικός εις την αχάριστον ανδρικήν

δράσιν. Ενασχόλησις εις τα οικιακά έργα και ενάσκησις της ευποιΐας. 

Ιδού το πρόγραμμα της αληθινής της γυναικός σταδιοδρομίας. Πάσα παρέκκλισις δεν είνε δυνατόν παρά να συνεπιφέρη αλγηδόνας και δάκρυα.


Λωτός: «Κοιμήθηκαν» (κατὰ τὸν Mirbeau)

Από το δυσεύρετο περιοδικό “Νέον Πνεύμα” που ευρίσκεται στο Αρχείο του Εργαστηρίου Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Πατρών, παρουσιάζουμε το παρακάτω βιβλιογραφημένο, πλην σπάνιο πεζό του Περικλή Γιαννόπουλου.
Ένας συγγραφέας που αγαπά τον αδύναμο, τον άνθρωπο που βασανίζεται στο κρύο, γραμμένο με τον τρόπο του Octave Mirbeau, πιθανότατα βασιζόμενο στο μυθιστόρημα Sébastien Roch (1890) όπου ο Μιρμπώ αφηγείται τις τραυματικές μαθητικές του εμπειρίες σε ένα σχολείο Ιησουητών, όπου οι μαθητές κακοποιούνταν και το διήγημα La Mort du père Dugué . Αρκετά διαφορετικός εδώ ο νεώτερος Γιαννόπουλος στην αφήγησή του, ανθρώπινος και λιγότερο νιτσεϊκός από όσο τον έχουμε συνηθίσει.

Ὡς Λωτός· «Νέον Πνεῦμα», ἔτος Β’, τόμ. 2, 1894, σελ. 404-405)

Ἤτανε πρωτοχρονιὰ, καὶ τὸ χιόνι εἶχε στήσει τοὺς ζαχαρένιους του πυργίσκους, σὲ παχύ μπαμπακωτὸ ποῦ σκέπαζε ἔσβηνε τὴ ζωή. Σὰ νὰ ᾽χε πνίξῃ τὴν ἀναπνοὴ τῆς γῆς, τέτοια βασίλευε ἡσυχία. Ἡ γῆ, σὰν Εὔα ἔδειχνε τὸ θεόγυμνο κορμὶ της κρυσταλλόστηθη. Φοβισμένη δεχότανε τὰ παγωμένα φιλήματα τοῦ βοριᾶ φρίσσοντας. Τὰ δέντρα, μὲ λύπη ἔβλεπαν τὸ στέμμα ποῦ τὰ στόλιζε θρύμματα στὰ πόδια τους, καὶ τὰ κλωνάρια στριμμένα ἀπ᾽ τὸ κρύο κοκκάλιαζαν. Σ᾽τους βρεμμένους μαύρους κορμοὺς, τὰ μανιτάρια ἄνθιζαν καταπράσινες σαπίλες, κι ὁ οὐρανὸς πεσμένος χαμηλὰ, μὲ τὸ βαθὺ του μαῦρο χρῶμα, ἔχυνε μιὰ πάχνη ποῦ ᾽ταν σαν καπνὸς ἀπάνου σὲ καμμένα ἐρείπια.

Σιγοβραδιάζει… Πέφτει ἡ πάχνη, ἡ νύχτα, ἡ νέκρα. Τώρα μόνον ὁ μαῦρος θόλος κουνιέται, σχίζεται, καὶ πολύμορφες σκιὲς, σὰ φαντάσματα, μὲ τὴν πνοὴ τοῦ βοριᾶ ποῦ φυσάει παγερός, ξεκινάνε… μεγαλόνουν, μικραίνουν, καββαλικεύουν τό ᾽να πάνου στ᾽ἄλλο, καὶ φεύγουνε γοργὰ γοργὰ, ἀνεμοσώρευτα.

………….

Ὁλάκερο τὸ φεγγάρι φάνηκε, σὰ νὰ γελάῃ ἀπὸ χαρὰ, θαρρῶντας τὴ γῆ πεθαμμένη, σὰν κι᾽ αὐτὸ σ᾽τὸ κάτασπρο σάβανο τυλιγμένη. Μιὰ λεπτὴ πνοῆ θανάτου, κρυσταλλιάζει τὰ ψηλότερα χορταράκια καὶ σ᾽τὴν κρύα ἐρημιὰ ἕνα δενδράκι, κρύβει, μέσα του βαθειὰ, τὴ ζωὴ του… Σὲ τέτοια ὥρα, μὲ τέτοιο φῶς, δύο παιδάκια ξυπόλυτα τῆς γδύμνιας καὶ τῆς πεῖνας ἀδελφοποιτοὶ, ταξειδεύουν θεομόναχα.

Μικρὰ μικρὰ ἀγριολούλουδα, ποῦ χτυπάει ὁ ἥλιος καὶ δέρνει ἡ βροχὴ καὶ ξεραίνει τὸ κρύο, λυγνὰ λυγνὰ, μὲ κακοραμμένα κουρέλια ποῦ σκεπάζουν ξεπαγιασμένο κορμὶ, μὲ τὰ κατάμαυρα χεράκια τους καὶ τὰ γυμνά τους πόδια, ἔχουν τῆς φτώχιας τὴ χάρι σ᾽τὸ συμπαθητικό τους πρόσωπο, καὶ τῆς ὀρφάνιας τὴ γλύκα καὶ τοῦ πόνου τὴν ἔκφρασι σ᾽τὰ πονεμένα μάτια ποῦ σκεπάζονται ἀπ᾽τὰ κατσαρά τους μαλλιὰ — γιατ᾽ ἴσως εἶνε ἔρωτα λούλουδα..

Ὅλη τὴν ἡμέρα ζητοῦσαν ἐλεημοσύνη σ᾽τὸ χωριὸ π᾽ ἀφῆκαν πίσω καὶ πρὸς τὸ βράδυ ἀπελισπμένα γιὰ ψωμὶ, μόνο ἄκρη καλύβας ζητοῦσαν, μ᾽ἕνα μόνο ὄνειρο νὰ περάσουν τὴ νύχτα. Μὰ κανένας δὲ βρέθηκε να κάμῃ τόσο λίγο καλὸ, καὶ σφίγγοντας κοντὰ κοντὰ τὴς δυὸ παγωμένες καρδιές τους, πᾶνε τῶρα μὲ τὰ μάτια καρφωμένα μακρυὰ, ἐκεῖ που τρεμοσβύνει ἡ ἐλπίδα. 

Κ᾽ ἡ ὑστερνὴ ἐλπίδα εἶνε χωριὸ κοιμισμένο!

Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, σὲ μιὰ κολόνα ἀπὸ πέτρες καὶ ἄμμο μισοχτισμένη, εἶδαν σὲ μιὰ τρύπα σ᾽την ἀπάνου μεριὰ, ἕνα κουτὶ μὲ μιὰ χαραμάδα ποῦ ᾽χε στὴν πρόσοψί του μιὰ Παναγία ζωγραφισμένη, κρατῶντας σ᾽ τὰ χέρια τὸ θεάνθρωπο παιδάκι. Κ᾽ἦταν ὁλόχαρη ἡ Παναγία κ᾽ ἦταν γελαστὸς ὁ Χριστός.

Κάνουν τὸ σταυρό τους ἄφωνα τὰ δυὸ παιδιὰ καί μὲ τὴ θαμπὴ ψυχὴ τους καὶ τὰ ἀχνὰ τους μάτια στυλωμένα σ᾽τὸ λατρευτὸ εἰκόνισμα, πᾶνε κοντὰ καὶ χωρὶς προσευχὴ μὰ καὶ χωρὶς παράπονο, μὲ τὴν ψυχὴ σ᾽τὸ στόμα, κολλᾶνε τὰ χείλια τους σὲ πικρὸ φιλὶ, καὶ πᾶνε μὲ τα μάτια σβυμένα… μὰ τὸ χωριὸ μακρυά.

Κουράσθηκαν, τρέμουν, πεινοῦν, πονοῦν, στέκουνται λίγο, πᾶνε κάτου ἀπό ἕνα δένδρο γιὰ νὰ καθήσουν, νὰ ξεκουρασθοῦν καὶ τὸ μεγαλείτερο δώδεκα χρονῶν κάθεται σ᾽τὴ ῥίζα, κι᾽ ἀκουμπῶντας σ᾽τὸ δέντρο, γέρνει τὸ κεφάλι τοῦ μικροῦ του φίλου σ᾽τὴν ἀγκαλιά του, βάνει τὰ χεράκια του μέσα σ᾽τὶς μασχάλες του.

-Κρυόνω…

Τὰ παιδάκια μαζεύουνται σφίγγουνται ἀγκαλιὰ κι ὁ βοριᾶς περνάει ἀπὸ μέσα σὰ δίκοπο μαχαῖρι..

Κοιμήθηκαν οἱ δύο φίλοι, καὶ τὰ φύλλα ἀπὸ πάνου τρίζοντας πεθαίνουν, κι ἡ νύχτα ἀπλώνεται μαγικὴ, κοιμήθηκαν γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν ἀπ᾽τὴ μαύρη ζωή. Ἔτσι βρίσκουνται πεθαμμένα καὶ τὰ πουλάκια, κρεμασμένα ἀπ᾽τὰ κλωνάρια, σ᾽τὸν ὕπνο που παγῶνει ὁ βοριᾶς.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος σε σκίτσο της Σοφίας Λασκαρίδου

ΛΩΤΟΣ

Πύλη Αδριανού, Αθήνα, 2021
Η Σοφία Λασκαρίδου στο Μόναχο, το 1910 [Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης “Σοφία Λασκαρίδου”, Έρευνα: Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος)


Περικλής Γιαννόπουλος : Πεζά (2021)

Επιμέλεια : Ηλίας Κ. Κολοκούρης

Σημείωση επιμελητή: Η παρούσα εργασία αποτελεί καρπό πολυετούς και επίπονης έρευνας, μεταγραφής χειρογράφων και επίμονης αναδίφησης σε αρχεία. Επίσης, υπήρξε η ενασχόληση του γράφοντος κατά την διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης καραντίνας. Μέχρι σήμερα, οι συστηματικότερες μελέτες για το έργο του Γιαννόπουλου αποτελούν έργο της κυρίας Χριστίνας Ντουνιά. Κάθε αναδημοσίευση από την παρούσα έρευνα, καλό θα ήταν να γίνει με αναφορά στον επιμελητή, καθώς αποτελεί κομμάτι της διδακτορικής του διατριβής.
Ηλίας Κ. Κολοκούρης

Αθήνα, 2 Δεκεμβρίου 2021

Πεζὰ ποιήματα:

α. «Κλεοπάτρα» (Ὡς Λωτός· ἐφ. «Ἀκρόπολις», 8-5-1894)

Ἡ Κλεοπάτρα, βασίλισσα τῆς Αἰγύπτου, διωχθεῖσα ἐκ τοῦ θρόνου εἶνε ἐτοίμη νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὸν ἀδελφόν της. Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ προσκαλεί τὰ διαμαχόμενα μέρη ἵνα κρίνῃ αὐτά. Ἡ Κλεοπάτρα φοβουμένη τοὺς ἀντιπάλους παραλαμβάνει πιστὸν ἀκόλουθον ὅστις φέρει αὐτὴν πρὸς τὸν Καίσαρα εντός “στρωματοδέσμου”. Ὑποδουλωθείς ὁ Ἰούλιος ὑπὸ τῶν σατανικών της θελγήτρων, ἐράται αὐτῆς καὶ τὴν οδηγεὶ Θριαμβευτικῶς εἰς Ρώμην. 

Μετὰ θάνατον αὐτοῦ τὸ Ρωμαϊκὸν Κράτος διαμοιράζεται μεταξὺ τοῦ θετοῦ του ὑιοῦ Ὀκταβίου καὶ τοῦ Ἀντωνίου. Ἡ Κλεοπάτρα ἐπιστρέφει εἰς Αἴγυπτον, πολιτεύεται ἐρωτοτρόπως πρὸς τὸν Ἀντώνιον, μεταβαίνει εἰς συνάντησίν του εἰς τὴν Ταρσόν, διέρχεται δὲ τὸν Κύδνον ποταμὸν ἐν φανταστικῇ μεγαλοπρεπείᾳ “κεκοσμημένη γραφικῶς ὥσπερ Ἀφροδίτη”. Ὁ Ἀντώνιος σαγηνεύεται, ὑποδουλοῦται καὶ ἄρχεται ἡ ζωὴ τῶν “ἀμιμητοβίων”  καθ᾽ ἥν καὶ ὀνόματα Θεῶν ἀπέδιδυν εἰς ἐαυτοὺς ὡς Ἴσις καὶ Σελήνη καὶ Διόνυσος καὶ Ὄσιρις. Ὁ Ὀκτάβιος ὄμως ἐγείρει στρατὸν κατὰ τοῦ Ἀντωνίου, συναντὰ αὐτὸν παρὰ τὸ Ἄκτιον, καί ἤθελεν ἴσως νικηθῆ ἄν ἡ ἐπιβαίνουσα τῆς Ἀντωνιάδος Κλεοπάτρα δὲν ἐτρέπετο εἰς φυγὴν, πρὸ τῆς ὁποίας πάντα ἐγκαταλείπων ὁ Ἀντώνιος τὴν ἀκολουθεῖ. “Συναποθανούμενοι” αὐτοκληθέντες τότε καταφεύγουν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ὁ Ὀκτάβιος καταδιώκει αὐτούς· ἡ Κλεοπάτρα κλείεται μετὰ τῶν θησαυρῶν της εἰς τὸν μεγαλοπρεπῆ της τάφον, ὁ δὲ Ἀντώνιος ἐπὶ τῇ ψευδεί φήμῃ τοῦ θανάτου της πίπτει ἐπί του ξίφους του, μανθάνων ὄμως ὅτι ζῆ ἀκόμη, σύρεται τραγικῶς εἰς τὸν τάφον ὅπου ἡ Κλεοπάτρα φοβουμένη ν᾽ἀνοἰξῃ τὰς θύρας ἀνασύρει αὐτὸν διὰ σχοινίου ἐκ τινὸς παραθύρου· ὁ Ἁντώνιος ἀποθνήσκει· ἡ Κλεοπάτρα συλλαμβάνεται ζῶσα. Κατὰ τὴν συνάντησίν της μετὰ τοῦ Ὀκταβίου προσπαθεῖ νὰ σαγηνεύσῃ καὶ αὐτὸν , ἀποτυχοῦσα ὅμως καὶ ἐνοήσασα ὅτι θα χρησιμεύσῃ διὰ τὸν θρίαμβόν του ἐν Ρώμῃ κεντᾷ τὸν ὄφιν διὰ χρυσῆς καρφίδος. 

Ὁ Ὀκτάβιος εἰσερχόμενος εἰς Ρώμην φέρει τὸ ἄγαλμά της. 

Ι

Στὴ φωτολουσμένη ἀμμουδιά π᾽ ἀγκαλιάζει ὁ Νεῖλος, στὴ φωτοκαμμένη ἀγκαλιά ποῦ κοιμάται ὁ ἄμμος, ᾽κει ποῦ τεντώνεται μουγκὸ τὸ βαρύτερο τῆς Τέχνης ὄνειρο, ᾽κει που σωπαίνει ἡ στοιχειωμένη Σφίγγα πεισματάρα-  γενήθηκε.

Ὁ Διάβολος παίζοντας μὲ τὸν Ἔρωτα, σὲ ἀφρόπετρα τὸ σκελετὸ της ἐπελέκησαν, μὲ τὰ βαθειὰ τῆς Ἀνατολῆς μυστήρια τὸ κορμί της ἔπλασαν· ὁ ῎Ερωτας μὲ πούπουλο βγαλμένο μὲ πόνο ἀπ᾽ τὰ φτερὰ του τὸ πρόσωπό της ζωγράφησε μὲ τὴν αἰματωμένη ἄκρη τὴ ζεστή τὰ χείλια της χάραξε, καὶ σ᾽ την καρδιά της φτειάνοντας τὴ φωληά του τῆς ἄσφαλτες σαϊτιὲς της χάρησε. Σ᾽ τὴν ψυχή της ξαπλώνεται ὁ Διάβολος βασιληᾶς, χαρίζοντας τη βελουδένια του μιλιά· κ᾽ οἱ δύο μαζύ ἀπ᾽ τὰ μάτια της κυττώντας ὁλοπύρωτοι, τῆς ἀνοίγουν τὴν πόρτα τῆς ζωῆς — ἔτσι γεννήθηκε. 

Γεννήθηκε, βασιλοπούλα πεντάμορφη, ἡ μονάκριβη Γυναῖκα, ἡ θεά τῆς Ἡδονῆς, ἡ Κλεοπάτρα. 

ΙΙ

Τὸ δειλινόπαμμα πολλὲς φορὲς περπατώντας στ᾽ ἀθεώρατα παλάτια μὲ τὸ νεκρό τους μεγαλεῖο, πήγαινε σ᾽ το παμπάλαιο ἡλιόσκεπο κι᾽ ἀκουμπισμένη σὲ μιὰ σφίγγα, κύτταζε τὸ λαμπροπύρωτο ἡλιοβούτημα. Αἱματωμένη ἡ δύσι, φωτιά, ρώταγε, κ᾽ εκείνη, τεντόνοντας την κορμοστασιὰ της σὰν τίγρις ὑπέρκαλλη, δάγκωνε τὰ χείλια της ἀπ᾽ τὴ ζήλεια!

Λάμια ἀχόρταγη τὸν κόσμο ὅλο ἤθελε ν᾽ ἀγκαλιάσῃ, νὰ τοῦ ρουφήξῃ τὴν ἠδονὴ, γιὰ νὰ τὸν κυλήσῃ ὕστερα σ᾽ τὰ πόδια της πτῶμα – γι᾽ αὐτὸ γεννήθηκε. Καὶ τὰ ὄνειρά της ἤτανε ψηλότερα ἀπ᾽ τις πυραμίδες κ᾽ οἱ πόθοι της μεγαλείτεροι ἀπ᾽ τη Σαχάρα, κ᾽ η ὠμορφιά της σκοτεινή Δρακόντισσας ὠμορφάδα.

Μὰ τὰ βαρειὰ τοῦ τόπου της ονείρατα καὶ τὰ βαρειὰ παλάτια, τὴ βάρυναν βαρόκαρδη….. κ᾽ ἡ ἀμμουδιὰ στὸ μολυβένιο της ὕπνο σώπαινε πάντα. 

ΙΙΙ

Τῆς Αἰγύπτου Ἀφροδίτη αυτὴ, ἤθελε τὸ ναὸ της νὰ χτίσῃ κάτασπρο, κατάχρυσο, καταγάλανο καὶ ψηλότερα ἀπ᾽ ὅλα τὰ παλάτια κι᾽ ἀπ᾽ ὅλους τοὺς θεοὺς, νὰ καθήσῃ μαγεμμένη νεράϊδα σκορπῶντας σὰ Θεά τὴν ἠδονή, σὰ Θεός τὸ θάνατο – σὲ σατανικὸ λαμποκόπημα. 

Τῆς Αἰγύπτου Ἀφροδίτη, ἤθελε νὰ κρατήσῃ ψηλὰ τοῦ ἀληθινοῦ Ἔρωτα τὴ λαμπάδα κι ἀνήμερη θεὰ τῆς Ἀφρικῆς νὰ δίνῃ τὴν ἀληθινὴ μετάληψι ποῦ κατακαίει τὸ κορμὶ ὁλάκερο.  Ἤθελε στὸ ἱερὸ της μόνα ἀφιερώματα νἄχῃ καρδιὲς στημένες ποῦ νὰ στάζουν τὴν τελευταία σταλαγματιά. Ἤθελε λιβάνι ἕνα νὰ ᾽χῃ μονάχα, τὴν ὑστερνὴ πνοὴ ποῦ θά ᾽βγαινε μαζὺ μὲ τὴν ψυχὴ ἀπ᾽τὰ ἐρωτοκαμμένα κορμιά. 

Κι᾽ἡ ψυχὴ της ἤθελε Νείλους ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ πάθη, ἀπὸ μανίας γιὰ νὰ χαρῇ.

IV 

Στὴν Αἴγυπτο μέσα, ὁ Ἰούλιος ὁ Καίσαρ σὲ θρόνο κάθεται βασιληᾶς –  βασιληᾶς τῆς γῆς. Ὅταν, ἀπ᾽ τὸ σακκὶ  πετάγεται, ἀτσαλένια ξετυλίγεται, καὶ κατάματα τὸν κυττάζει ἡ χαλκομάτα. Τοῦ ᾽δειξε τὰ μάτια της κ᾽ ἐκεῖνος ἀνατρίχιασε, σὰ νὰ τοῦ ξεσκέπασαν τρομερὸ μυστήριο. 

Ἔσκυψε ὁ Αὐτοκράτωρ τὸ ἀλύγιστο κεφάλι, κατέβασε μαζὺ τὸ στέμμα τοῦ κόσμου, κ᾽ἐκεῖνο ἀσυνείθιστο, ἔπεσε, κύλαγε σ᾽ τὰ πόδια της. Ὁλότρεμες ἡ δυὸ καρδιὲς σώπαιναν·  μόνο τὸ στέμμα μὲ τὴς ντροπιασμένες πέτρες, κυλῶντας γοργὰ σ᾽ τὰ πόδια της, μίλαγε. 

Ὁ περήφανος Καῖσαρ ποῦ λύγιζε τὰ γόνατα τοῦ κόσμου ὅλου, σ᾽ τὰ γόνατά της ἔπεσε – παιδί. 

V

Μέσα σ᾽ τὴν ἄπειρη ἐρημιὰ ποῦ μόνο τοῦ Θεοῦ ἡ ἰδέα ζωντανεύει, ὑπνωτισμένο νανοῦριζε ἡ Κλεοπάτρα τὸν πρῶτο της σκλάβο, σὲ λαμπροστόλιστο καράβι μέσα. Ὁ Νεῖλος γλυκὰ γλυκὰ κύλαγε τὴν ἐρωτικὴ φωληὰ. γλυκόπνοο ἀγεράκι ἔφερνε ἀπ᾽ τὰ χειλοπόταμα τὴν ἀλησμονιὰ ποῦ ᾽χυνε ὁ λωτὸς, μαζὺ μὲ τὸ παράπονο ἀπ᾽τὰ καλαμόφυλλα, μαζὺ μὲ τὸ νερομουρμούρισμα. 

Σ᾽τὴν καρδιά του π᾽ ἀγκάλιαζαν τῆς Κλεοπάτρας τὰ στῆθεια, σταλιὰ σταλιὰ, κατέβαιναν τὰ φιλιὰ, τὴ γέμιζαν εὐτυχὶα καὶ τὰ μάτια του ἀπ᾽ τὰ δικά της βύζαιναν τὴ ζωὴ – ἀπ᾽ τὰ μάτια της ποῦ μέσα σ᾽ τῆς ἡμέρας τή λαμπράδα , νἂ λαμπρότερα τῆς Νύχτας βασίλεια ξἄνοιγαν. 

Ὁ Ἥλιος ἔδιωχνε ἀπάνου σ᾽ τὴν ἄπειρη τοῦ Νείλου ψυχὴ, τὴς καρδιὲς, τὰ γέλοια, τὰ φιλιά…. Κι᾽ ὅταν ξύπνησε σκλάβος αὐτὸς, ἡ Κλεοπάτρα ἤτανε μεγαλοδύναμι βασίλισσα τοῦ Καίσαρος, Θεὰ τοῦ ἡμιθέου. 

Ξημέρωσε μιὰ μέρα, ποῦ ἡ Ρώμη μὲ ὁλάνοιχτη ἀγκαλιὰ, γονατιστὴ καὶ κοσμοκρατόρισσα, εἶδε σ᾽ τὸ σκῆπτρο της ποῦ κρατοῦσε ὁ Καῖσαρ ψηλὰ, γυρίζοντας ἀπ᾽ τὴν Αἴγυπτο, τυλιγμένο τὸ “φεῖδι τοῦ Νείλου” νὰ τεντώνῃ τὸ μαγικό του κεφάλι ψηλώτερα. 

Εἶδε, ζαλισμένη ἡ Ρώμη, μιὰ μόνη γυναῖκα μὲ τὴ δύναμι τοῦ ματιοῦ της μονάχα και της μιλιᾶς της τὴ δύναμι, σὰν ξεριζωμένο νὰ κουνήσῃ τὸ δρακοντεμένο, τὸ χιλιόρριζο θρόνο, καὶ φοβήθηκε μὴ τὸν πάῃ σ᾽ το Νεῖλο·  εἴδε, τὸν ἡμίθεο Καίσαρά της, μεθυσμένον νὰ στυλῶσῃ κατάμεσα σ᾽ το ναὸ τῆς Ἀφροδίτης, τῆς Ἀφρικανικῆς Θεᾶς τὸ χρυσελεφαντένιο ἄγαλμα, καὶ τοὺς μαρμαρένιους Θεούς της νὰ τρέμουν ἀπὸ λύσσα.

Κι᾽ ὅταν ὁ Καίσαρ μὲ τὸ φαρμακερὸ μαχαῖρι σ᾽ τὴν καρδιὰ ἔννοιωσε τὸ σκοτάδι νὰ τοῦ σκεπάζῃ τὸν κόσμο, ἡ Κλεοπάτρα σὰ χρυσοστέφανο νέφελο στεφάνωσε τὴ δύσι του λαμπερή. 

VΙΙ

Ἀνέτειλε ὁ Ἀντῶνιος τῆς Ἀνατολῆς σιδηρόκαρδος δεσπότης τῆς ἡδονῆς στεφανωμένος Διόνυσος. Τότε πήγε γοργόφτερη ἡ μάντισσα στὴ φωληὰ της, ἔχησε μὲ βιὰ τοῦς θησαυροὺς της, γιὰ νὰ φτιάση τὸ φτερωτὸ μοσκοπρόββατο, τ᾽ ἀτίμητο νυφοστόλι, ποῦ θά ᾽χε γιὰ ξάρτια χάρες καὶ μάγια κ᾽ ἔρωτες, τὸ πρωτοτάξειδο καράβι ποῦ θὰ τὴν πήγαινε μπροστά σ᾽ τὸν Ἀντώνιο· καὶ ἔννοιωθαν κ᾽ οἱ δυο ἀπὸ μακρυὰ τὸ μοιροκλωσμένο δαχτυλίδωμα ποῦ θά ᾽χε τὴ γῆ προῖκα καὶ στέμμα τὸν οὐρανό.

Ἄξαφνα σ᾽ τὴν Ταρσὸ ἴδανε φάντασμα ἀπίστευτο· νὰ περνάῃ μέσα ἀπ᾽ τὸ ποτάμι σὰν ὄνειρο ἕνα νέφελο γαλανὸ σκορπώντας μεθυστικὴ μυρουδιὰ ἀπὸ μοσκολίβανα κι᾽ ἀπὸ μέσα νὰ βγαίνῃ χρυσοπλασμένη κούνια μ᾽ ἀσημένια κουπιὰ, κάνοντας μελωδία μὲ τὴς ἄρπες καὶ τὴς λύρες καὶ τὴς κιθάρες ποῦ παιζαν πεντάμορφες νεράϊδες καθισμένες στὴν πλώρη σὲ μεθυστικὰ συμπλέγματα, μισόγυμνες. Καὶ πρόβαινε τ᾽ ὁλoφλόγιστο ὄνειρο μὲ ὁλάνοιχτα τὰ κατακόκκινα πανιὰ βαμμένα σ᾽ τα γέλοια, σ᾽ τὴν τρέλλα, ᾽ς τὸ αἴμα…

Ξιπασμένος ὁ κόσμος φώναζε: ἡ Ἀφροδίτη ἔρχεται. Κι᾽ ἡ ἀνατριχίλα ἔτρεχε σ᾽ τὰ χειλοπόταμα. 

VΙΙΙ

Ἔτρεξε, πέταξε ἀκράτητος ὁ Ἀντώνις ὁ λεοντόψυχος στρατιώτης μὲ τὰ σκοτεινὰ μάτια καὶ τὰ κατάμαυρα μαλλιὰ, οῦ ζητούσε τρελλὸς τὴ μέθη τῆς ζωῆς μόνο σ᾽ τὴ γῆ ἀπάνου, ἀνἐβηκε σ᾽ τὸ πλοῖο. 

Περνῶντας μέσα ἀπὸ στολίδια πλουμισμένα με μυριαρίθμητα πετράδια π᾽ ἄστραφταν διαβολικὰ, ἔφθασε στὸ ἱερὸ ποῦ γύρω τριγύρω ἑφτὰ παρθένες κόρες κρατούσαν στεφάνια ἀπὸ τριαντάφυλλα γυμνές, κι᾽ ἄλλες ἀνεμιστῆρια ποῦ κουνοῦσαν μέσα στὰ σύννεφα ἀπὸ λιβάνια.

ἀνέβαινε φουντωτὸ σ᾽ τὰ θεόγυμνα ἐρωτιάρικα παιδάκια ποῦ ᾽σαν κρεμασμένα ἀπ᾽ τὰ ξάρτια χύνοντας λουλούδια. Κ᾽ ἐκεῖ μέσα σὰν ὀπτασία, εἶδα τὴν πολυφήμηστη τυλίχτρα, σὰν ἀράχνη φωτοβρεμένη, νὰ κάθεται  – Θεά. 

Ἐκεῖ μέσα σ᾽ τὸ ὄνειρο, μὲ δυνατὸ καρδιοχτύπι, φιλήθηκε ἡ Δύσι μὲ τὴν Ἀνατολὴ, μὲ λυσασμένα μάτια, σὲ θανάτου ὁλόψυχο φιλί. 

ΙΧ

Βασιλικὸ λιακτωτὸ μὲ βαρειὰ στολισμένα ταπέτα, μὲ νυμφαῖες καὶ πλατύφυλλους λωτούς και κλαδιὰ καὶ στεφάνια καὶ ρόδα χυμένα ποὺ κύλαγαν γαργαλιστὰ, μὲ δάφνες καὶ φτερὰ καὶ στολίδια, μεθυσμένα ὅλα ἀπ᾽ τοὺς καπνοὺς ποῦ ᾽χυναν τ᾽ ἀναμμένα μυρουδικιὰ, – στολισμένο τὸ νυφοστόλι τὸ ἄγιο περίμενε τὰ μεσάνυχτα. 

Σὲ κρεββάτι ξαπλωμένη ἡ Κλεοπάτρα ὀνειρευτὰ ἀνασηκώνει ἀστερόμματη τὸ κεφάλι της, κρατῶντας σ᾽ τὸ χέρι μαλαματένιο ποτῆρι. Σ᾽ τὸ κρεββάτι ἀκροκάθεται ὁ Ἀντώνιος τρελλὸς καὶ γλυκοσφίγγοντας μὲ τὸ ᾽να χέρι τὴ λυγισμένη μέση της, κερνάει μὲ τ᾽ ἄλλο τὸ τελευταῖο ποτῆρι τῆς ὑστερνῆς καλομοιριᾶς. Τὸ φεγγάρι μὲ τὸ αἰώνιό του γελόκλαμμα φωτάει ἀργοδιαβαίνοντας, κι᾽ὁ Ἔρωτας σπλαγχνοφάγος χοχλάζει. Πίνει ἡ Σελήνη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Βάκχου! Καὶ τὰ βραχιόλια πέφτοντας ὅλα μαζὺ ἀπ᾽ τὸ σηκωμένο χέρι, σὰ θυμιατοῦ φωνὴ ἀκούγονται ὁλομόναχα σ᾽ τὴν ἀτέλειωτη σιωπὴ ποὺ σκεπάζει τὸ μυστήριο. Στραγγίζει ὁ Ἀντώνιος τὴν τελευταία, τὴν ὁλόμικρη σταλιὰ ποὔμενε σ᾽ τὸ ποτῆρι, καὶ πετῶντας το, κολλάει τὰ χείλη του σ᾽ τ᾽αναμμένο στόμα τὴ στιγμὴ κ᾽ἀνασέρνοντας τὰ φρύδια της ἐκείνη καρφωτὰ τοὔδειχνε τὰ μάτια της τὰ ὁλάνοιχτα ποῦ φώτιζαν τὴν καρδιά της. Αναστέναξαν. 

Κι᾽ αἰθερολάμνοντας σφιχταγκαλιασμένο τὸ ὁλόκαφτο στέναγμα, ἀναβαίνει σ᾽ τὸν ἄπειρο ὕπνο ποῦ μόνο ἡ πνοὴ τοῦ Ἔρωτα ξαγρυπνάει, ἀναφτερώνοντας τῆς ἡδονῆς τὴς ἐλπίδες. 

Χ

Ὁ ἥλιος κυνηγώντας τὴς σκιὲς ἀνέβαινε πασίχαρος χύνοντας θησαυρὸ τὰ χρώματα σ᾽τῆς γῆς τὰ στολίδια, κ᾽ ἡ Ταρσός πλενότανε σ᾽  τὸ φῶς του. Κ᾽ ἐφώτιζε, κ᾽ ἐφώτιζε κι᾽ ἀνέβαινε φλογερὸς, κ᾽ ἡ σκιές γύριζαν μικρὲς μικρότερες, τρύπωναν μέσα σ᾽ τὴ γῆ.

Τὸ μεσημέρι λαβρίζοντας ἔφθασε σ᾽ τὸ ἡλιόκεντρο. Βγῆκε τότε το θεόμορφο ζευγάρι σ᾽ τὸν ἥλιο νὰ δείξῃ τὴν ἄφθαστη χαρά του. Καὶ τό λουζε ὁ ἥλιος, κι᾽ ἔλαμπαν τὰ πετράδια καὶ τὰ βραχιόλια, τὰ στέμματα καὶ τὰ φορέματα, κ᾽ἡ σκιά τους μικρὴ μικρὴ σ᾽τὰ πόδια τους κρυβότανε. 

Μόνο τής ζευγαρωτὲς σκιὲς ποῦ κυλιόντουσαν μὲ τεμπελιὰ σ᾽ τὰ μάτια τους ἀπὸ κάτου χαρούμενες, – μόνο τής γλυκές σκιὲς ποῦ σ᾽του Ἔρωτα τὸ αἰθέριο φτερὸ ἀπὸ κάτου γέλαγαν, –  δὲν μπόρεσε νὰ διώξῃ! 

ΧΙ 

Ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ρίτχηκαν σὲ χιλιόφτερο ὄνειρο, σὲ θεότρελλη ἀφάνταστη ζωὴ ποὺ ποτὲ ὁ κόσμος δὲ θὰ ξαναιδῇ.

Μαγικὰ παλάτια νὰ χτίζουνται σὲ μιὰ μέρα γιὰ νᾶ σκεπάσουν τὰ ξεφαντώματα μιᾶς νυχτιᾶς, τὸ χρυσάφι καὶ τ᾽ ἀσήμι νᾶ χύνεται ποτάμι καὶ τῆς γῆς τὸ βιὸς ὅλο νὰ σκορπιέται ἀλογάριστα σ᾽τ᾽ἀθάνατα φαγοπότια ποῦ πίναν τῆς παντοτεινῆς μέθης τὰ κρασιὰ τ᾽ἀτίμητα. Ἡ γῆ ὅλη νὰ δουλεύῃ γιὰ τὰ ὄνειρα καὶ τὸν ἔρωτα δύο ἀνθρώπων ἢ δύο θεῶν ξετρελλαμένων μὲ τ᾽ ἀπερίγραπτα τῆς ἡδονῆς παιγνίδια, μὲ τὰ παιδιάτικα τρελλοκλάμματα κὰ τὰ νυχτοπάρωρα τρελλοτρεχάματα. 

Κι᾽ ὁ Ἀντώνιος μὲ τὴν Κλεοπάτρα, μεθυσμένοι ἀπὸ ἔρωτα, ἀπὸ φῶτα καὶ ἀπὸ μελωδίες, ξεφρενωμένοι ἀπ’ τῆς νυχτερινὲς ἐρωτομανίες τῆς ἀχαλίνωτες, ἔσερναν ἀπάνω σ᾽ τὴ γῆ μας θεῶν ὄργια.

ΧΙΙ 

Καθὼς ἀστροπελέκι ξεσχίζει χιλιόχρονο πλατάνι, ἔτσι χύθηκε ὁ Ἀντώνιος σ᾽ τοῦ ἐχθροῦ τ᾽ ἀραδιασμένα καράβια, ποῦ σ᾽ του Ἀκτίου τὰ νερὰ τὸν ἔζωναν. Παντοῦ πατάει, παντοῦ πυργώνει, σκοτεινοβλέφαρος μέσ᾽τ᾽ ασημάρματα, λυγάει συντρίβοντας, ξελύνει κρεωκοπῶντας, ξεσχίζει βουλιάζοντας, τῶν καραβιῶν τὸ τρομερὸ περίζωμα. 

Χιλιάδες οἱ σκοτωμένοι γκρεμίζουνται σ᾽ τὸ πολυτάραχο νερὸ, ποὺ τρέμει, τραντάζει, καταπίνει, καὶ στὰ μεσούρανα τὸ βοητὸ τοῦ πόνου ἀνεβαίνοντας, ξεθεριεύει τὴς καρδιές. Ἀτράνταχτος ὁ Ἀντώνιος τρυπάει τὴν καρδιὰ τοῦ ἐχθροῦ ὅταν βλέπῃ, μαρμαρωμένος, τὴν Ἀντωνιάδα νὰ διαβαίνῃ ἀπ᾽ τὴ μέση, φεύγοντας ὁλοταχῆς. Ὅπως μάτι θαλάσσης, σέρνει, ρουφάη, ἀδύνατη βαρκοῦλα, ἔτσι τὸν συνεπῆρε, τὸ μαγεμένο τῆς φυγῆς πανί. Μὲ μιᾶς, τὸ μεγαλόψυχο μάτι του, πῆρε τὴν ἀπόφασι, κι᾽ ἀπ᾽ὅσους σ᾽τὴ Γυναῖκα ἔταξαν, θησαυροὺς καὶ παλάτια – μόνος αὐτὸς, καράβια καὶ στρατοὺς καὶ δοκα καὶ στέμμα παράτησε, τὸν κόσμο τῆς ἔδωκε. 

Κι ᾽ ἀχώριστ σ᾽ τὴ δύσι τους γέρνουν ἀγκαλιασμένοι.

ΧΙΙΙ

Κλειδοστομιασμένος ὁ τάφος σώπαινε. Σὰ νύχτα τραγικὴ, ἡ Κλεοπάτρα ἀπ᾽ τὸ παράθυρο κύτταζε, καὶ σ᾽ τὰ πόδια της οἱ σκλάβοι σπάραζαν, ποτισμένοι φαρμάκια. Σφαγμένος σέρνεται ὁ ἐραστὴς, μισοπεθαμένος θηλιάζεται σ᾽τὸ σχοινὶ ποῦ τραβοῦσε ἡ σατανικὴ γυναῖκα γιγαντεμένη, κρεμιέται σ᾽ τὸ σχοινὶ ποῦ τρεμε ἀπ᾽ τοὺ θανάτου τὸ κρύο. 

Μὰ ξαναβρίσκοντας τὴ ζωὴ σ᾽ τὴ φουρτουνιασμένη της ἀγκαλιὰ, ζητάει γιὰ νεκρολίβανα, κρασιὰ καὶ φιλιὰ τῆς ἀγάπης βάλσαμα, καὶ ξεψυχώντας εὐτυχισμένος, ἔβλεπε σ᾽ τὰ μάτια της ποῦ ρουφοῦσαν τοὺς πόνους του, ὄνειρο νὰ περνάει ἡ ζωή του· εὐτυχισμένος ἔννοιωθε, μὲ σπασμοὺς τὰ κρύα στήθεια της νὰ τὸν σκεπάζουν.

Καὶ μὲ τὴν ὑστερινή του ματιά ζωγράφιζε. ἔπερνε βαθιὰ, μἐσα του, μαζύ του, σ᾽ τὴ ἄλλη ζωὴ, τῆς Κλεοπάτρας τὴν εἰκόνα.

  ΧΙV 

Σ᾽ τὸ τάφο μέσα θαμμένη ζωντανὴ, σκλάβα ἡ Κλεοπάτρα, ἀφρίζει, τρεμομανιάζει, στηθοδέρνεται, ὅταν μέσα χώθηκε ὁ νικητὴς γιὰ τὴ νίκη του νὰ χαρῇ. Γυναίκα ἀληθινὴ σ᾽τὰ πόδια του πέφτει ἡ περήφανη, κ᾽ἡ ἀπελπισμένη της ζωή μαζεύεται σὲ τελευταία ἀναλαμπὴ, γιὰ νὰ τυλίξῃ γιὰ τρίτη φορὰ τὸ στέμμα τοῦ κόσμου.

Σ᾽ τὰ γόνατά του ξεδιπλόνοτας τοὺ πατέρα του τὸν Ἔρωτα, διπλόνεται σ᾽ τὰ πόδια του, σφίγγεται σπαρταριστή. Μὰ ἡ μάγισσα εἶχε χάσει τὴ δύναμί της καὶ σωριάζεται σκλάβα. Σ᾽ τὴ λύσσα τοῦ πόνου, στ᾽ τῆς καταφρόνιας τὴ λύσσα, ἡ καρδιά της ἀπαστηλόνσται, πετρώνει, καὶ μὲ μόνο τὰ μάτια σπαράζοντας σ᾽ τοῦ χάρου τὴν περονιαστὴ ματιὰ, κεντάει τὸ φαρμακερὸ φεἴδι ποὺ θὰ σποῦσε τὴ σκλαβιά. Φιλεῖ τὸ φεἴδι ἡ Βασίλισσα, κουλουριάζεται σ᾽τὸ χέρι της, τελευταῖος ἐραστής. 

Σὲ κατάχρυσο κρεββάτη ξαπλωμένο, μὲ τὴν καλλίτερη βασιλική του φορεσιὰ, μὲ τὸ στέμμα τὸ ἀνίκητο σ᾽τὸ κεφάλι, κοιμᾶται τὸ ἄγιο λείψανο σὰν ἀνάγλυφο σὲ τάφου πλάκα ἀπάνου. Κ᾽ ἐννοιωσε μπαίνοντας καὶ σκύβοντας ὁ νικητὴς τὴς δύο ψυχὲς νὰ τὸν γελοῦν ἀχώριστες. 

ΧV 

Σ᾽ τὴ Ρώμη μικρὸς πρόβαινε ὁ νικητὴς μέσα σ᾽ τὴν ἀνθρώπινη θάλασσα, σέρνοντας τὸ ἄγαλμα τῆς Κλεοπάτρας σὲ ἀρμάμαξα. 

Ὁλόρθη στεκότανε ἡ θεὰ, μὲ τοῦ λωτοῦ τὸ σκῆπτρο ποὺ ὑπνώτιζε, μὲ τὰ μάτια στηλωμένα σ᾽τὸ Θεό ποῦ ἀντίκρυζε. Πανωβλέποντας ἡ Ρώμη σ᾽ τὸ ὑπέροχο μάρμαρο τὴ γυναῖκα ποὺ περνὰ τοὺς βασιλειάδες της γιὰ σκλάβους, τὴ σατανικὴ σειρήνα ποῦ τῆς γυναίκας τὴ δύναμι ἔδειξε, κράταγε τὸν ἀνασασμό της κι᾽ ἀντὶ νὰ θαυμάζῃ τὸ νικητή τὴ νικημένη θαύμαζε. 

Καὶ διάβαινε τὸ μεγαλόπρεπα μάρμαρο ἀστραφτερὸ, πνίγοντας, σκεπάζοντας μὲ σιωπὴ τῆς νίκης τῆς φωνές. 

ΧVΙ 

Τέτοια ἤτανε ἡ Κλεοπάτρα. Νόμους καὶ θρησκείες καὶ ἠθικὲς, ἠλίθια φαντάσματα τὰ ποδοπάτησε, κι᾽ ἀπ᾽ τὰ ἀνθρώπινα παλάτια τὰ τιποτένια ἀπὸ πάνου πέρασε, ζηλευτὸ ἄστρο διαβατάρικο. 

Ἔφερε τὴν κόλασι τὴν ἀληθινή σ᾽ τὴ γῆ μας ἀπάνου ἀφ᾽οὗ τὴν ἡδονὴ τὴν ἔριξαν σ᾽τὴ κόλασι ποῦ δὲν ὑπάρχει. Πέρασε σὰ σίφωνας ἀπ᾽τὴ ζωή, ἅρπαξε τὰ καλλίτερα λουλούδια, καὶ σ᾽ τὸ σκοτάδι τοῦ καιροῦ δύο στέμματα μὲ τὴν αἰωνία λάμψι τους τὴν φωτίζουν ἀθάνατη. Τὸ γαλανὸ Ὄλυμπο μὲ τὴν τρελλὴ ζωὴ τὸν θάμπωσε… 

Κ ᾽οἱ πεθαμένοι Θεοὶ, χιλιάδες, θ᾽ ἀνατριχιάζουν σ᾽τοὺς τάφους τους ἀπ᾽τὴ ζήλεια, πάντα γιὰ πάντα! 

ΛΩΤΟΣ

β. «Πόνος» (Ὡς Λωτός· ἐφ. «Τὸ Ἄστυ», 3-8-1894)

Πεζά ποιήματα 

ΠΟΝΟΣ 

Σὲ βαρειὰ καλοκαιριοῦ βραδειά, τὸ φῶς της χὐνει ἡ σελήνη, καὶ σ’ τὸ κουρασμένο, βουβό περιβόλι φύλλο ἕνα δὲν παἰζει μαζύ του. Θολωμένος ὁ ἀέρας περιχύνει τὰ φυτά, καὶ μακρουλές τῶν δέντρων οἱ σκιές, κουκουλόνουν, θάβουν μικρὸ παλατάκι ποῦ ξεφυτρώνει ἀπ’ τὴν καρδιά του. Τίποτα δὲν κουνιέται, τίποτα δὲ ζῇ, κι’ εἶνε πόνου ζωγραφιά το περιβόλι. 

Σ’ τὴν πυκνότερη μεριά, λιμνοῦλα κοιμᾶται μὲ πρασινάδα ζωμένη πυκνή· ποιὸ πέρα κι ὁλοτρόγυρα ξεπετιούνται ἀνθοφορτωμένα δεντράκια, κι’ ἀπάνου τους, μ’ ἀγκαθωτά ἀγκαλιάσματα τριανταφυλλιῶν, κλωνάρια λυγόνουνται ἀπ’ τὸ φόρτωμα τῶν ρόδων· παραπάνου, γυμνοὶ τῶν δέντρων οἱ κορμοί, ἀνεβαίνουν ἴσιοι, ξεχύνουνται ψηλὰ σὲ πυκνὰ φυλλώματα ποῦ κάνουν πράσινον οὐρανό ψηλότερα, σκόρπιες τῆς σελήμης, ἀσημένιες, οἱ ἀχτίνες, κυλιοῦνται, κατεβαίνουν ἀπ’ τὰ σχισίματα καὶ τ᾽ ἀνοίγματα, φωτίζουν τὸ μονόκλωνο τοῦ νεροῦ φυτὸ, μὲ το ἀχνόλευκο λουλούδι, -φωτίζουν παλλικαριοῦ κορμί ξαπλωμένο σιμὰ, μὲ τὴν κοιλιὰ καταγῆς, τοὺς ἀγκώνες καρφωμένους σ᾽ τὸ χῶμα, τὰ χέρια στυλωμένα σ᾽τὸ πρόσωπο, τὰ μάτια μπηγμένα σ᾽ τὸ νερὸ ποῦ θαμπογυαλίζει… Τίποτα δὲν κουνιέται, τίποτα δε ζῇ, κι᾽ εἶνε πόνου ζωγραφιὰ τὸ περιβόλι.

Ὅταν φύλλο μαραμένο ξεκρεμιέται με στεναγμό, γυρίζει, γυρίζει, πέφτει ἀπάνου σ᾽ τὸ νερὸ – καὶ τὸ νερό, σὰ νὰ λυπήθηκε τὸ πεθαμμένο φύλλο, ἀνατριχιάζει ὡς τὴν ἄκρη …… μ᾽ ἀνατριχιάζει καὶ τὸ παλλικάρι ποῦ πονοῦσε τὴν πεθαμμένη Χιόνα-τὸ μόνο ἀχνόλευκο λουλοῦδι ποῦ σ᾽ τὴν ἀνήμερη φύσι του ρίζωσε, καὶ τώρα τὴν καρδιά του σαβανώνει ἡ μαραμένη του μορφή Σα βελονιὲς φαρμακερὲς, τῆς σελήνης οἱ ἀχτίνες, σ᾽ τὴν ψυχή του ζωντανεύουν τὶς μυστικὲς ἀρμονίες τῶν φύλλων, τὶς γλυκειὲς τῶν χειλιῶν συμφωνίες, τ᾽ ἀγεράκι ποῦ κύλαγε μέσα του τὸν ἀνασασμό της, τὰ τρελλὰ καὰ καφτά, ἀλλοτεινὰ φιλιά… Μὰ τώρα ἔσβυσε ἡ πνοὴ ποῦ δινε τὴ ζωὴ σ᾽ το περιβόλι, καὶ τὰ περασμένα σὰν πεθαμμένα φύλλα ἀπ᾽ τὴν ἐνθύμισί του ξεκρεμιοῦνται, γυρίζουν, γυρίζουν, πέφτουνε σ᾽ τὴν καρδιά του π᾽ ἀνατριχιάζει ὡς τὸ βάθος, τίποτα δὲν κουνιέται, τίποτα δὲ ζῇ, κι᾽ εἶνε πόνου ζωγραφιὰ τὸ περιβόλι. 

Στυλόνοντας σ᾽το ᾽να χέρι το μισό του κορμί, σηκόνει ψηλά τὰ στερφεμένα μάτια του γιὰ νὰ ζητήσῃ δάκρυα ἀπ᾽ τὴ γλυκειὰ σελήνη… μὰ στὴν ὄψι της ποῦ περνάει ὄμοια, ἄπονη, γελαστή, θυμωμένοι ἀνεβαίνουν σ᾽ τὸ λαιμό του οι καϋμοὶ, τὸ παράπονο τὸν πνίγει, τὸν πνίγει ἡ μοναξιά, ἡ νέκρα ποῦ τὸν περισφίγγει ζωντανὸν, κι᾽ ἤθελε νἄχῃ λειονταριοῦ φωνὴ, γιὰ ν᾽ ἀκούσῃ καὶ τὸ μούγκρισμά του νὰ τραντάζῃ τὴν ἐρημιά, νὰ βροντοβοΐζη σ᾽ τὴν ἐρημιά τῆς ζωῆς του, ἡ νύχτα ν᾽ ἀντιλαλῇ τὸν πόνο του῎ 

Λωτός 

γ. «Απ᾿ τὴ χαραμάδα» (γιὰ τὸ ψυχομάχημα τοῦ Ἀχ. Παράσχου) (Ὡς Λωτός· ἐφ. «Ἀκρόπολις», 21-1-1895)

δ. «Τὸ φιλὶ τοῦ σατύρου» (Στὴ ζωγραφιὰ τοῦ Ρώπς) (Ὡς Λωτός· «Ἡμερολόγιον Ποδογύρου», 1896, σελ. 57-59)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΕΖΟ

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ

(Στη ζωγραφιά του Ρωπς)

Το στοιχειωμένο δάσος ο ήλιος πυρώνει, η λαύρα απ’ τη γη ανεβαίνει λαχτάρα, οι ίσκιοι ζωντανεύουν, ξυπνούνε τα στοιχειά. – Ήρθε μεσημέρι.

Πανώρια η Λάμια, απ’ τον ύπνο ξεληθαργώνεται, το δάσος αλωνίζει, σ’ τα δυνατά των κοιμισμένων βοσκών νεύρα χύνεται όνειρο καφτερό. Αχόρταστη απ’ τον ένα σ’ τον άλλον πετάει, κι η διψασμένη της ψυχή των κοιμισμένων τη ζωή ρουφάει σε φίλημα θανατικό. Και πάει, αδρόσιστη, φρενιασμένη απ’ την αδάμαστη ηδονή. 

Κάτου από γιγάντια σικυά που μονάχη το στραβοδίβολο κορμό της ξανοίγει, μέσα σ’ την παχειά σκιά που κρατούνε τα φύλλα της τα όμοια με φάσκελα, κολώνα μισοστέκεται μαυρισμένη, Γέρο – Σατύρου βαστώντας καιροφαγωμένη προτομή. Ψηλά, σ’ του ήλιου το άναμμα, κοράκια, στρυφογυρίζουν γυαλίζουν και κρώζουν. Χάμου, χαμηλά πρασινάδας πεθαμμός, και σ’ τον ίσκιο παχύ, το γέλοιο, που κρύβει της αιώνιας ηδονής το μυστικό. 

Με χείλια αφρισμένα, η Λάμια πανώρηα, σ’ τη μαρμαρένια κρεμάστηκε προτομή, σε στήθια αναμμένα σφιχτά το μάρμαρο έκλεισε, με τους χτύπους της καρδιάς της την πύρινη δέηση έκαμε, το μυστικό ζητώντας ηδονής παντοτινής… Και καρφωμένη σ’ τα νύχια, τα δόντια σφιχτά, το στόμα εκόλλησε σ’ το γέλιο το βαθύ. 

Απ’ τη λαύρα του φιλιού ζωντανεμένο, κουνήθηκε, έσκυψε, το μαρμαρένιο κεφάλι, με στόμα ως τ’ αυτιά ανοιχτό, και μ’ άφωνο γέλιο Θεού τρομερό, φίλησε το αφρισμένο στόμα. 

Τρέμει και καίεται. Το κορμί της μανιώνει η δύναμη του Θεού, σ’ την ψυχή της ξανανοίγει Παράδεισος τρομερός, τα μάτια της ξαστράφτουν μαγεμμένα… Δέντρα φύλλα κλαδιά λουλούδια, ηλιασμένες κι ισκιωμένες μεριές, όλα πλουμισμένα με μάτια – μ’ όλα τα μάτια που σβυσε με φιλιά  – αστρόφωτα, το τρελαμένο της κορμί σαϊτεύουν μ’ ηδονή….. και κάθε κλώνου λίγωμα, κάθε πεθαμένου φύλου χάιδεμα, κάθε χορταριού ανάδεμα, κάθε φωνή και κάθε χρώμα, το δάσος όλο κι όλος ο αέρας μαζί με τον ουρανό, γεννώντας σ’ το κορμί της ηδονή μ’ άφαντα φιλιά τις πίνουν την ψυχή. 

Λιποθυμισμένη τώρα σ’ την πρασινάδα που την φιλεί με βελονιές, καταχωνιασμένη απ’ την άπειρη ηδονή που βαθειά δεν περονιάζει τώρα σ’ τα κόκκαλα, νοιώθει το αίμα της να ξεθυμαίνη με πόνο, την ψυχή της να σώνεται απ’ την άσπλαχνη γλύκα με πρόσωπο σπαραχτικά γελαστό. Τα μάτια της ξεψυχισμένα ολάνοιχτα, σ’ το αφάνταστο σπασμό – σ’ τον τελευταίο του κορμιού κορδακισμό – λάγνα σκιάχτρα στρίβουν σ’ τον ήλιο τις λάγνες του ρουφώντας φωτιές, πεθαμένα αχόρταστα. 

Σ’ τον ουρανό φωτιά. Σ’ το στοιχειωμένο δάσος αποκαμωμένη λαμπράδα. Σ’ το κεραυνωμένο της Λάμιας κορμί, κοντά σ’ το γέλιο του προσώπου το τραγικό, τα δυο μάτια θεάνοιχτα μ’ αστραφτερή γιαλάδα. Κάτου απ’ τον κομπιασμένο της σικυάς κορμό, από τα φύλλα τα όμοια με φάσκελα, στο γέλιο του Γέρο – Σατύρου το Σατανικό, στα μαυρισμένα και μαρμαρένια χείλια του, λάμπει ακόμα μια στάλα από τ’ αφρισμένο φίλημα. 

ΛΩΤΟΣ

ε. «Ἡ ὀπτασία τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου» (Εἰκὼν τοῦ Ρώπς) (Ὡς Ὀνούφριος· ἐφ. «Ἑστία», 20-12-1898)

Ὑπό τὸ ἀπελπιστικὸν λυκόφως ἐρήμου περιδινουμένης, ὑπὸ Σιμοὺν ὁ ἁγιασθεὶς ἐρημίτης, ὁ τολμήσας νὰ νεκρώσῃ τὴν σάρκα καὶ αποσκελετωθείς, αἰσθάνεται ἀλλοφρονών τὸ κράτος τῆς σαρκὸς καὶ τῆς σαρκός τὴν θέλησιν ἐνυπάρχουσαν ὁλόκληρον ριζωμένην εἰς τὰς ἀπό τῶν ὀστῶν ἐκφύσεις καὶ γοερώς ὀδυρόμενος γονυκλινὴς προσεύχεται κύπτων ἐπὶ βιβλίων ἱερῶν πρὸ ποδῶν τῆς παμφιλτάτης ὀπτασίας – τοῦ ὡραίου Ναζωραίου ἁπτοῦ ἐπί τοῦ σταυροῦ.

Ὅταν αἴφνης βλέπει τὸν Θεόν τοῦ ἀκαριαίως ἐφθειρόμενον, ἀποκρεμώμενον, κρεμασθέντα ήδη ἀπό τῆς μίας παλάμης, δίκην εἰδεχθούς ράκους φθαρτῆς σαρκός, ἀστραπιαίως ἀντικατασθέντα ὑπὸ γυναικείου γαυριώντος σώματος, φαεινού ἄνθους τῆς κολάσεως, μὲ τὴν αγκάλην ἀναπεπταμένην ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, μὲ προτεταμένους τοὺς μαστούς ὡς κύπελλα πλήρη ἠδονικοῦ ποτοῦ, μὲ τὴν κοιλίαν φρίσσουσαν πάμφη. Βλέπει μὲ βλέμμα τιτανώδες, τὸν διάβολον ὀλόσωμον όπισθέν τῆς, ἐν φιλανθρώπῳ σαρκασμῷ ἐκπυρσεύοντα τὴν πάνσωμον ἔκφρασιν τῆς ἡδυπαθείας, ὀσφραίνεται τὴν ὀσμὴν τοῦ σηπωμένου ὁλοέν καταρρέοντος Θεοῦ του, ἀκούει τῶν περιιπταμένων κρανιομόρφων ἐρωτιδέων τὴν προτροπήν. 

Καὶ ἐν τῷ μέσω τῆς ὁλοφυρόμενης ἀμμώδους δίνης τῆς συμπαρασυρούσης καὶ τὸ περιβάλλον αὐτόν ράκος καὶ τὴν μακράν του γενειάδα ὑπὸ τὴν βιαίαν νεκρανάστασιν τῆς σαρκός τοῦ, συσφίγγει διὰ τῶν δύο του χειρών τὸ ἐκρηγνυόμενον κρανίον του ἀπὸ τὴν ἔφοδον του κατὰ κράτος νικώντος πειρασμοῦ, του ὠθούντος αὺτὸν εἰς τὸ  ν’ ανοίξῃ τοὺς βραχίονας καὶ συγκλείσῃ καὶ γυναίκα καὶ διάβολον καὶ πτῶμα καὶ Σταυρὸν εἰς ἀπονενοημένον ἐναγκαλισμόν ἐν μέσῳ τῆς στροβιλιζομένης ἀποπνοίας καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ νοῦ…

στ. «Μεσαιωνικὴ Παναγία» (Ὡς Ξηροτάγαρος· ἐφ. «Ἑστία», 26-12-1898)

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ 

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΑΝΑΓΙΑ

Ἐμψύχωσις ποιάς τινος εικόνος ἢ γραπτῆς ὑέλου παριστώσης Παναγίαν, κατά τοὺς ἐρεβώδεις χρόνους τῶν μακρῶν θρησκευτικῶν τρόμων, ἐπεφάνη ἡ ἀναιμόσαρκος κόρη ἐν ὧρα ἀεννάου ἡλιακῆς λάμψεως ὡς πλανωμένης ψυχῆς φάσμα, βαῖνον πρὸς ἀσφαλές παραδείσειον τέρμα. Λεῖα μαλλιὰ ἀποσυρόμενα ὡοειδοῦς προσώπου καὶ μετώπου προβάλλοντος, λειοτάτη ὄψεων(;) καμπύλη ἐπὶ μεγάλων ἐκστατικῶν ὀφθαλμῶν, κροτάφων ἐλαφρὸς πιεσμός, παρειῶν ὑποφλέγον πῦρ καὶ ξηρὰ γραμμὴ ῥινὸς συμβάλλονται πρὸς ἔκφρασιν θρησκευτικῆς ἐκστάσεως, ῥινικῶν δὲ πτερυγίων παλμοὶ, σαρκωδῶν χειλέων αιχμηρότης καὶ φευγαλέων φιλομειδῶν γραμμῶν περὶ το στόμα φορὰ συντείνουσι πρὸς ἔκφρασιν κραταιοτάτου τῶν ἐγκοσμίων ἔρωτος. 

Σύρουσα νωχελῶς τὸ ὀνειροπολοῦν σκιόφως σῶμα, διέρχεται τοῦ ἐμψύχου κόσμου ὡς προασπιζομένη δι᾽ ἀοράτου πέπλου τὴν γλυκύτητα σκιᾶς. ‘Ασύστατος τὴν σάρκα φέρει τὴν σιγήν τῶν ἀναπολούντων προτέραν ζωὴν, περιφέρει τὴν νοσταλγίαν τῶν ἁρμονιῶν ποὺ ἐξέπνευσαν διὰ παντὸς, τοῦ διαλυθέντος θυμιάματος, τῶν ἀποπτάντων ὕμνων καὶ χαιρετισμῶν τῶν λευκοφόρων παρθένων, ὧν αἱ μακραὶ συνοδείαι ἀπέθετον φιλιὰ, Ἑρμῆς (;;;) λατρείας ἀναθήματα. 

Καὶ γλυκεία ὡς ἁρμονία ἡ εὔθραυστος κόρη, δι’ ἁρμονίας ζητοῦσα τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἰδανικοῦ της, ψυχοῦται καὶ τονοῦται καὶ κινεῖται (δονεῖται;;;) καὶ παθαίνεται μόνον πρὸς ἐμψύχωσιν ἁρμονιῶν ὑπὸ τὸν ἀμειλίκτως διαυγῆ τῆς Ἀττικῆς οὐρανὸν, ἀποδεχομένη μὲ γαλήνιον μειδίαμα τὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς πλεκόμενον στέφανον του μαρτυρίου. 

Ἀναστρέψατε τώρα ἑκατοντάδας τινὰς σελίδων τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Χ(Ἐκεῖ;;) εἰς τὸ βάθος νυκτὸς σαλευομένης ὑπὸ καταιγίδος, ἀτενίσατε μονὴν γοτθικήν σιδηρόφρακτον ἐγκλείουσαν κόσμον παρθενικῶν θυμάτων, καὶ ὑπὸ τὸ φως καὶ τὸν κρότον κεραυνοῦ ἀναπαραστήσατε τοὺς χαλκοφορούντας πυργοδεσπότας τῶν θηριωδῶν χρόνων, ποιούντας ἐν ὕπνοις περιφόβως τὸ σημείον τοῦ σταυροῦ, τοῦ πρὸς κεφαλὴν Μεδούσης ὁμοιωθέντος Σταυροῦ και κραδαίνοντας τὴν Γέεναν τοῦ πυρός. Καὶ ἴδετε τὴν διαβαίνουσαν διαδρόμου ὑελοφράκτου, ἐπὶ τῶν γραπτῶν ὑέλων τοῦ ὁποίου ἀνελίσσονται ἀγωνισταί καὶ ἄθλα τῆς νικηφόρου στρατιᾶς τοῦ Ἰησοῦ, διερχομένην ὑπνοβάτιδα μὲ σάβανα (;;;) ὡς πτυχoυμένην τὴν λευκὴν περιβολήν, μὲ ἀνεπτυγμένην εἰς εὐθυτενὴ γραμμήν τὴν αὐχενικὴν χώραν, μὲ τοὺς ἐκστατικοὺς ὀφθαλμούς στυλωμένους εἰς προϊπτάμενον ὄραμα, κρατοῦσαν δι᾽ ἀγνῶν χειρῶν πάναγνον κρίνον, φωτ(οβολ)οῦσαν καὶ καταλαμπομένην ἐκ τοῦ μυστηριώδους φωτὸς ἀκτινωτοῦ ἐξαφανιζομένην. Καὶ φανταασθῆτε αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ ἐν ναΐσκῳ κρεμ(ωμέ)νου νυμφίου, ἰδεώδη θρησκευτικὴν Μαρ(γαρίταν), λάμπουσαν ἀπὸ ἔρωτα ἔνθεον καὶ ἐκριζ(ώνουσ)αν τῆς ἀσπαιρούσης καρδίας της, ὅλα τὰ ῥιζωθέντα ἐγκόσμια ἀνθύλλια μὲ ἀγαλλιῶ μειδίαμα παρθένου ἐκφυλιζούσης τὴν πρώτην μαργαρίταν. 

Ξηροτάγαρος 

ζ. «Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ Παναγία μου – Ἡλίων χαρίσματα – Ἀεροναύτης» (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 34, 4-7-1899)

ζ. «Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ Παναγία μου

ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΜΟΥ 

Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ 

Μητέρα, γλυκιά μοῦ μητέρα, ἔλα στὴν πικρή μοῦ μοναξιὰ ποὺ μόνος, θεομόναχος, βασιλεύει ὁ Πόνος, ἔλα νά μοῦ κάμης συντροφιά. Ὡραία ὀπτασία τῆς πεθαμένης μητέρας, ἐμφανίσου στὸ παμπάλαιο γραφεῖο, ποὺ σὰν ἄγαλμα λατρευτό τοῦ ταξειδεμένου μοῦ πατέρα ἐνθουσίαζες τὸ θάρρος, τοῦ παιδιοῦ σοῦ παρηγόριες Τὰ περίλυπα ιδανικά….. 

Ἄ!… νά, ἢ μαῦρες ἢ νταντέλες, ποὺ στεφάνωναν ἁπαλά, τ᾽ ἀσημένια σοῦ μαλλιά… Νά, τὸ ζωντανότατο ὡραῖο πρόσωπο μέ τὴν οὐράνια γαλήνη ἀπ’ τοῦ Χάρου τὸ φιλί… νά, τὰ τρία ρόδα τὰ μεγάλα, πού μὲ τρέμοντα χέρια κάρφωσα στὴν ἀστείρευτη καρδιά σου… νά, τὸ κρινόλευκό τοῦ ρόδου φύλλο, ποὺ θώπευε γλυκά, τ´ ἀλησμόνητο μειδίαμα ποὺ μ’ ἀφῆκες ὕστατο χαιρετισμὸ …. 

Ὅπως ὅταν μικρὸ παιδὶ γονατιστό, τὰ χέρια μοῦ σταύρωνα τὸ βράδυ μὲ φόβο – θυμᾶσαι;… καί τὰ λόγια ποὺ φύσαγες πίσω μοῦ, ὀρθὴ γεμάτη μυστήριο, ξανάλεγα μπροστά στὴν Παναγία, παρακαλώντας τὸν ἀκατανόητο Θεό, γιά τὴ ζωή τὴ δική σοῦ πού στὰ χέρια τοῦ κράταγε, κι´ έννοιωθα, στὴν τρελλή μοῦ φαντασία, τὸ φτερούγισμα τῶν Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ – ἔτσι καὶ τώρα μέ τὴ νέα μοῦ ζωή, απ᾽ τὸν Πόνο κι᾽ απ᾽ τὰ λόγια σοῦ φτιασμένη, μέ τὴν ἀνδρεία τῆς Ἀρετῆς καί τὴν Ἁγνότητα τῆς Ἰδέας, ἁγνὸς γονατίζω, μόνο ποῦ μέ τὰ γόνατα πατώντας τὸν ψεύτικο κόσμο τ᾽ οὐρανοῦ, μπροστά σοῦ γυρίζω, καί τὸν Ἄσκυφτο νοῦ μοῦ, στὴν εἰκόνα τὴ δική σου κλίνω, δική μου Παναγία ! 

ζ.1. ΗΛΙΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

Σ᾽ ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὰ βουνὰ ξεπερνῶντας ὁ Ἥλιος, τὶς χρυσές του ἀχτίνες ἀδειάζει, σὲ βαθύτατο κάμπο σπαρτῶν ἀλαφρὰ · τὴν καταχνιὰ ποὺ τὸν κάμπο σκεπάζει χιονάτη, σὲ διάφανους ἀτμοὺς διπλώνει ἀφράτη, ψηλὰ στὰ κορφοβοῦνια πυκνῶνει συνεφένια, σὰ νυμφίος ποῦ στὴν ἐπίσημη ὥρα, πέπλο ἀνασηκώνει νυφικό. Καὶ στὰ μάτια ποῦ τ᾽ ἄστρο γιὰ λίγ᾽ ἀντικρύσουν, στεφάνι χαρίζει ἀπ᾽ τὰ χρώματα τῆς ἴριδος πλεγμένο, που γύρω σὲ κάθε τι, μαγικὴ περιχύνει ὀμμορφιά · κἰ ὅ, τι τὰ μάτια κυττάξουν τὰ βλέπουν ὅλα πειὰ μὲ λαμπράδα στεφανωμένα οὐράνια. 

*
**

Στὴ μαύρη νύχτα τῆς ζωῆς, τὰ σκοτάδια σχίζοντας ὁ Ἔρωτας, τὶς κόκκινες ρίχνει φωτιές του σὲ πελάγ᾽ ἀλυσοδεμένων καρδιῶν· Τὸν ἵδρωτα τοῦ πόνου, ποῦ αἰώνια ἀπάνου βαραίνει, σὲ μαῦρους καπνοὺς διπλώνει καὶ γῦρω στὶς ἄκρες πυκνῶνει, σὰ Θεὸς ποῦ κόλασι ἀνοῖγει καὶ τὰ βάσανα γιὰ λίγο σταματά· καὶ στὰ μάτια ποῦ τ’ ἄστρο γιὰ λίγ᾽ ἀντικρύσουν, στεφάνι χαρίζει ἀπ᾽ τὰ χρώματα τῆς ἴριδος πλεγμένο, ποῦ γύρω σὲ κάθε πράμμα γύρω σὲ κάθε τι, μαγικὴ περιχύνει ὀμμορφιά· κι᾽ ὅ,τι τὰ μάτια κυττάξουν τὰ βλέπουν ὅλα πειὰ μὲ λαμπράδα στεφανωμένα οὐράνια. 

ζ.2 Ἀεροναύτης

Σὲ μπαλόνι ἐλαφρότατο γεννήθηκε δεμένος κι᾽ἀπ᾽ τὴν φλόγα τῆς ζωῆς τὰ ὄνειρά του ξεθυμαίνοντας, τὸ διάφανο φούσκωναν γλόμπο, ὥς ποῦ τὸν ἔσυραν, τόν σήκωσαν, τ`ὸν πῆραν ἀπ τὴ μαύρη γη.

Κι᾽ ἀνέβαινε στὸ γαλανό αἰθέρα, στὰ ἔρημα βασίλεια πού φώτιζαν τὰ ὄνειρά του,κι᾽ἠ ψυχὴ του ἐλεύθερη κατάμονη, ἄνθιζε, ἀπλωνότανε, τοὺς ἀδειανοὺς οὐρανοὺς γεμίζοντας   μὲ παραδείσους. Καὶ νόμιζε πῶς κάθε πειά κλωστή εἴτανε κομμένη ἀπὸ τὴ μαῦρη γῆ.

Κι ἄξαφνα ἡ περιρρέουσα ταράχθηκε γαλήνη. Κύματα αἰθέρια, πιστά, μήνυμα φέρνουνε πόνου ὅμοιας καρδιᾶς, ποῦ σ᾽αὐτά τούς παλμοῦς της αφήνει, μ᾽ αὐτά τό θρῆνο της στέλνει. Ἔνοιωσε κάποιον κἄπου νά πονάει…. Κι᾽ ἀμέσως κάτου θέλησε νά ῤθεῖ. Μά δύναμη καμμιά δέ μποροῦσε νά βαρύνῃ, κι ὁλόφωτο νά σύρῃ μπαλόνι στὴ μαύργη γῆ.

Τὸ αἶμα του στήν καρδιά του μαζόνοντας τότε, φλόγα ἀνάβει φοβερή καί μ᾽ἄφοβο στόμα φυσώντας τὴ φωτιὰ τῶν ὀνείρων φουντώνει τόν κόσμο…

Μιά μόνη λάμψι εἶδε μεγάλη κι᾽ ὁ ἀτρόμητος ἀεροναύτης καρφώθηκε στὴ μαύρη γῆ._

4 Ιουλίου 1899 Κυριακάτικη Ακρόπολη

θ. «Μάιος» (Ὡς Λῖνος· περ. «Παναθήναια», τόμ. Β’, 30-4-1901, σελ. 41)

Μὲ δάκρυα καὶ λυγμοὺς, ἀπαρηγόρητη ἡ Περσεφόνη κατεφίλησε τὸν πολυφίλητον Ἐραστὴν ὅταν ἐσήμανε καὶ πάλιν ἡ μοιραῖα ὥρα τοῦ χωρισμοῦ· ἀπὸ θρήνους, γόους καὶ ὁλοφυρμοὺς τῆς λυπημένης βασιλίσσης ἀντηχοῦν τὰ βασίλεια τοῦ Ἅδου. Ὁ ὡραῖος Ἄδωνις ἔφυγε μειδιῶν ἤδη εἰς τὴν ἀναμένουσα αὐτὸν εὐδαιμονίαν, ὁρμᾷ ταχὺς πρὸς τὸν ἐπάνω κόσμον καὶ ὅλη ἡ κοιμισμένη Ζωὴ ἐντὸς τῶν στέρνων τῆς Γῆς αἰσθανομένη , τὴν διάβασίν του, ὁρμᾷ, ἀναβλύζει εἰς τὸ φὼς ἀναγεννημένη. Ἀπὸ τῶν οὐρανίων δωμάτων κατῆλθεν ἤδη ἐξαισία ἡ Ἀφροδίτη εἰς τὴν στολισμένην γῆν ἀναμένουσα ἐν ἡδυπαθεία τὸν πολυφίλητον Ἐραστὴν, ἐνῷ οἱ πόθοι τῆς περιζώνουν μὲ ἰώδη στέφανον τὸ γλυκύτατον πῦρ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ὅλα τὰ ἄνθη ἀνοίγουν ἵνα ἵδουν τὸ θεῖον Ἄνθος.

Ἐκ νέου τὸ θεῖον Κάλλος συναντᾶται· αἱ φορτωμέναι πόθων καρδίαι των προσκλίνουν, ἀνοίγονται τὰ χείλη, ἑνοῦνται καὶ μαζύ των ἀνοίγουν ὅλα τὰ ἄνθη· εἰς τὴν μαγευμένην γῆν τῶν θεῶν ὁ Ἄδωνις καὶ ἡ Ἀφροδίτη περνοῦν τὴν ὥραν τοῦ ἔρωτος, καὶ τὰ δάση ποῦ στεφανόνονται ἀπὸ τοὺς γελώντας οὐρανοὺς λαμπροστολισμένα ὡς νυμφικαὶ παστάδες, βλέπουν διερχόμενον ἐκ νέου τὸ θεῖον ζεῦγος, τὸ χαρίζον τὴν χαράν, καὶ διὰ τῶν ἀβροτέρων ἀνθέων, τῶν γλυκυτέρων ἀνέμων καὶ ἀσμάτων ὑμνοῦν ὅλη τὴν ἑορτάζουσαν γῆν. Ὅλα λησμονοῦνται, προσκλίνουν, φιλοῦνται καὶ μόνον ἕν ᾄσμα, περιπαθέστερον ὅλων, ἀναβλύζον ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, ἡ ὁποία αἰσθάνεται καὶ τὴν λύπην τῆς Περσεφόνης προαισθάνεται καὶ τοὺς θρήνους τῆς Ἀφροδίτης, λέγει : ὅ,τι γελᾶ θὰ κλαίῃ, ὅ, τι χαίρεται θὰ πονῇ, ὅ, τι γεννᾶται θὰ ἀποθάνῃ διὰ νὰ ἀναγεννηθῇ πάλι εἰς τὸ φῶς καὶ τὴν χαρὰν.

ι. «Αἱ νύμφαι τοῦ Αἰγαίου» (Ὡς Μαίανδρος· περ. «Παναθήναια», τόμ. Β’, 30-4-1901, σελ. 58-59)

Εἰς τοὺ Αἰγαίου τὰ ὀνειρώδη ῥεύματα, σπαρμένα κοσμοθραύσματα, ἀπὸ τὰ κοσμοῦντα τὰ ὕδατα ἀπὸ τοῦ Ἰονίου καὶ τοῦ Μυρτῷου μέχρι τοῦ Θρακικοῦ καὶ μέχρι τοῦ Λιβυκοῦ Πελάγους, ὑψοῦνται ἀπὸ τῶν κυμάτων, πολύμορφα συμπλέγματα ὁρέων, ἄλλα περιδέραιον Ἑλλάδος, ἄλλα περιδέραιον Ἀσίας, ἄλλα χοροὶ ἀνὰ μέσον αὐτοῦ, αἱ πολυάριθμοι, αἱ πολύμορφοι, αἱ πολυώνυμοι καὶ πολύφημοι Νῆσοι, συνθέτουσαι λαμπροτάτην ὁπτασίαν ἐπιγείων ἀθυρμάτων.

Καλοῦνται : 

Ἄνδρος -Τῆνος – Δῆλος – Μύκονος – Νάξος – Πάρος –  

Σῦρος -Ἴος – Θήρα – Μῆλος – Ἀμοργός…
Καλοῦνται :
Κύπρος – Ῥόδος – Κῶς – Λέρος – Πάτμος – Σάμος – Χίος – Λέσβος…
Καὶ πανίσχυρος καὶ λαμπρὰ ὡς Αἰσχύλειος τραγῳδία ἡ γιγάντειος ΚΡΗΤΗ, ὁ ἀλυσοδεμένος Προμηθεύς τοῦ νέου βαρβάρου κόσμου, δεσπόζει τῶν θαλασσῶν.

Οὐρανοὶ καὶ σύννεφα, ἄνεμοι καὶ κύματα, σχήματα καὶ χρώματα, φύσις και ἂνθρωποι, διὰ τῶν ἁβροτάτων περιελούσθησαν χαρίτων, διὰ τῶν ποιητικωτάτων ἐστεφανώθησαν καλλονῶν· καὶ ἀκόμη ὁ χρόνος ἐπὶ αἰῶνας αἰώνων, κλώθων τὴν μοῖραν τοῦ ἑλληνικοῦ χώματος καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ὄντος, διὰ τῶν κορυφαιοτάτων ἀνθρωπίνων ποιημάτων, περιέρρανε ταῦτα πάντα.

Ἀπὸ τῶν πρώτων λαμπροπτύχων θρύλων τῆς παναρχαιοτάτης ἐμφανίσεως, ἡμέρᾳ τῇ ἡμερᾳ, ἐσωρεύθησαν, ἱερατικοὶ ὕμνοι, ᾄσματα, εἰδύλλια, παιᾶνες, τρόπαια, ὅλα τὰ ἄνθη τῶν γηΐνων καλλονῶν, ἀπὸ τῶν Σαπφικῶν καὶ τῶν Ἀνακρεοντείων ᾠδῶν καὶ τῶν λιθίνων ποιημάτων, μέχρι τῶν μελανωτάτων τραγωδιῶν, τὰς ὁποίας ἔπαιξαν τὰ διασταυρούμενα κύματα τῶν ἀσιανῶν βαρβάρων καὶ τῶν σταυραδέλφων αὐτῶν λῃστοπειρατῶν Εὐρωπαίων, 

τῶν Σταυροφόρων θηρίων τοῦ Μεσαιῶνος, μὲ τοὺς θηριώδεις ῥασοφόρους διαβόλους, οἱ ὁποίοι ἀτίμασαν τὸν Σταυρόν, ἐσάρωσαν καὶ κατερρύπαναν τὰ ἄγια χώματα, πρόμαχοι τοῦ Τούρκου, τοῦ σταματήσαντος τὴν ζωὴν ἡμῶν.

Ὅλα, ὅλα διῆλθον, ὅλοι καὶ ὅλα ἐσωρεύθησαν εἰς ἐρείπια, ἐτρίφθησαν καὶ ἀνεμίχθησαν εἰς τέφραν καὶ ἔμειναν μόνον τὰ χώματα καὶ εἰς αὐτὰ ῥιζωμένος μόνος ὁ ΕΛΛΗΝ. Καὶ διὰ νὰ μῂ λείπῃ οὐδ᾽ αὐτὴ ἡ ὑπερτάτη ποίησις τοῦ θανάτου, τὰ χρωματισμένα χώματα καταρρέουν ὁλοὲν ἐντὸς τῶν ὑδάτων, διότι αἱ νῆσοι νεκροῦνται, θνήσκουν ὁλοέν, τὰ θρύμματα τόσων καλλονῶν καὶ τόσων τραγωδιῶν ἀδελφωμένα, κυλίονται διαλυόμενα εἰς τὰ βάθη τοῦ κυανοῦ ῥεύματος. 

Ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Φοῖβος διαβαίνῃ τοῦ κυανοῦ θόλου τὸν ἄσπιλον αἰθέρα ἀφυπνίζων τὰς ἐνεργείας τῆς ζωῆς, διεγείρων τοὺς τρελλοὺς ἀνέμους, ὅταν κυανοβαμμένον τὸ κῦμα δι᾽ ἁλμάτων ἀφροστεφάνων σκιρτᾷ ἀγαλλόμενον ἐν τῇ ἀβυσσαλέᾳ ἀγκάλῃ, οὔτε ἀνθρώπων κυψέλαι, οὔτε νῆσοι, οὔτε ὅρη εἶνε τὰ ὁρώμενα πλέον.

Εἶναι Νύμφαι ἀναδυόμεναι ὑδάτων, ζῶσαι καὶ κινούμεναι ἢ ἀπομακρυνόμεναι, φοροῦσαι φορέματα χρωμάτων πανηδίστων, κρύβουσαι τὸ πρόσωπον μὲ ἀχνοποιημένους πέπλους, ἀβρῶς μειδιῶσαι ἢ ἐρωτοτροποῦσαι ἢ ἡδέως μελαγχολοῦσαι, ἐπαφίνουσαι εἰς τοὺς ἀνέμους πρωϊνὰ ἐρωτικὰ ᾄσματα πόθων καὶ ἐλπίδων κελαδήματα ἢ τὰ βραδινὰ τραγούδια παραπόνων καὶ λυπῶν καὶ νοσταλγιῶν λαλήματα. Εἶνε Νύμφαι αἰρόμεναι μέχρις ὀμφαλοῦ, δεχόμεναι τοῦς ἀφρώδεις ἐναγκαλισμοὺς καὶ γελώσαι εὐρώστως, ἢ οἰστρηλατούμεναι καὶ ὑψοῦσαι τοὺς πέπλους καὶ προτείνουσαι τὰ στήθη καὶ βοῶσαι μὲ κέρας δυνατώτατα τοὺς παλαιοὺς παιᾶνας, τοὺς ἀρχαίους θριάμβους, πληροῦσαι τὸ φῶς καὶ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα ἡδονικῶν γελώτων, ἐμψυχοῦσαι τὰ πάντα, ὡς σώματα θήλεα ταραγμένα ἀπὸ δυνατὴν ἡδονὴν, ὑπὲρ τὰ ταράγματα τῶν κυμάτων. 

Ἀλλ᾽ αἱ ὥραι τῶν ἑωθινῶν ἀφυπνίσεων εἶνε βαθυτάτη μουσικὴ συμφωνία γραμμῶν καὶ χρωμάτων, θηλέων φερόντων ἐπὶ τοῦ προσώπου τεντωμένα τὰ ἄνθη τῶν φιλημάτων, ἀλλ᾽ αἱ ὧραι τῶν βραδινῶν ἀποχαιρετισμῶν, ὧραι ἀλησμόνητοι, ὧραι ἀζωγράφητοι διαρρέουν τῆς ψυχῆς τοῦ ἐφημέρου τῆς γῆς διαβάτου, πληροῦσαι αὐτὴν κάλλους ποικιλωτάτου, αἴρουσαι αὐτὴν δι᾽ ὀλίγας στιγμὰς εἰς ἐντελῆ καῦσιν, καθ᾽ ἅς ὅλαι αἱ αἰσθήσεις μεταλαμβάνουν καλλονῆς, ὡσὰν αὐτὰ τὰ ζητούμενα πυρετωδῶς ὄνειρα τοῦ ἀνθρώπου ἐγίνοντο αἰσθητότατα, ζῶντα, κινούμενα και σβυνόμενα ἁπαλώτατα διὰ νὰ ἀνατείλουν πάλιν.

Ἀλλὰ τοῦ παγκάλου αυτοῦ ἀενάου θεάματος ἐφίπταται ἀὴρ νοσταλγίας, ὡσὰν ὅλα ἀπὸ τῶν νεφῶν καὶ τῶν κυμάτων μέχρι τῶν ἀνθυλλίων καὶ τῶν χρωμάτων, ν᾽ ἀναζητοὺν καὶ ν᾽ ἀναμένουν καὶ νὰ ἐπικαλοῦνται τοὺς νέους ποιητὰς καὶ καλλιτέχνας, οἱ ὁποίοι νοοῦντες τὸ κάλλος των καὶ πλέκοντες τὴν ἐφήμερον φωλεάν των ἐπι τῶν μαγικῶν αὐτῶν Νυμφαίων, μακρὰν τῶν βαρβάρων θορύβων, τῶν ψυχικῶν καὶ πνευματικῶν ταράχων, βιοῦντες ὅπως ἄλλοτε τὴν ἁπαλωτάτην ἑλληνικήν ζωήν, ἀνεύρουν πάλιν τὴν χαμένην εὐδαιμονίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπὸ τὰς θωπείας ἁβρῶν φυλλωμάτων καὶ φιλημάτων ἁπαλογράμμων θηλέων, ψάλλουν πάλιν τὴν ἡδονὴν τῆς ζωῆς καὶ μὲ τὴν συνοδείαν τῆς κιθάρας καὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἔρωτος, ἀνεύρουν πάλιν τὰς ἀπλουστάτας γραμμὰς, ἐκφράσεις, ἁρμονίας, τοῦ τελείου. 

ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ 

ια. «Νύκτωμα» (Ὡς Λῖνος· περ. «Παναθήναια», τόμ. Β’, 15-6-1901, σελ. 181)

NΥΚΤΩΜΑ 

Μαλακὰ μαλακώτατα ἐτελείωνεν ἡ Ἡμέρα, προέβαινεν ἡ Νύκτα θωπευτικότατα· πλησίον σιδηρῶν πλεγμάτων προαυλίου κηπαρίου ἐκαθήμην ὡραίαν θερινήν ὥραν, ἐκφυλλίζων διανοημάτων και συναισθημάτων ἄνθη, ἐπαφίνων αὐτά, εἰς τὰ κάτωθεν ἀπλούμενα τοῦ Αἰγαίου ἀτέρμονα κουρασμένα νερά. 

Δάφνης δενδρύλλιον ἐκυμαίνετο ἡδέως ἄνωθέν μου, θωπεῦον τὸν ἀέρα διὰ λευκαζόντων ἀνθέων· παρομοία, ἡ ταλαντευομένη ἀπαλά ψυχή μου, ἐθώπευε τὴν ἐρχομένην Νύκτα, διὰ παρομοίων λευκοχρόων ἀνθέων, ἀνθέων ὠχρολεύκων μεγάλων ὁλοέν ἀναδυομένων, ἐκφυλλιζομένων καὶ ἀνανεουμένων ὁλοέν. 

ὥρα σιγηλή, κατανυκτικῆς ἀρμονίας τῆς ψυχῆς, ποῦ νυκτώνει παρομοίως ἐν αὐτῇ, ποῦ ἀναβλύζουν δάκρυα ἡδονικά περιχυνόμενα μυστικὰ καὶ καθηδύνοντα τὸν μύχιον κόσμον. ὥρα σιγηλὴ ποῦ ἡ ψυχικὴ μουσικὴ λύεται ἡρέμα εὶς μελωδικούς κλαυθμοὺς καὶ κινείται πόθος μητρικῆς θωπείας των όρωμένων. 

Ὀλίγον ἀργυροῦν φῶς, τρέμον ἐφίλει τὰ τρέμοντα ἀτέρμονα νερά· ἀπό τῶν νυκτωμένων ἀοράτων περάτων τοῦ ψυχικοῦ ουρανοῦ πνοαὶ γλυκεῖαι περασμένων ἐσάλευον τὴν ζωήν μου· παρόμοιαι αἱ αὔραι τῆς γῆς σαλεύουν ὕδατα καὶ ἄνθη. Τί ὤρα γλυκυτάτη διὰ τὴν κάθοδον εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς ! 

Ἔξωθεν ἀπό τοῦ δρομίσκου διήρχοντο σχήματα θηλέων ὑγρότατα, μὲ λεπτυνομένας ἀπὸ τὸ ἡμίφως τὰς γραμμὰς, τὰ μαλακώτατα ἡδυμελῆ σχἠματα τῶν νησιωτικῶν θηλέων, ὧν ἀπομακρυνομένων ἠκούετο ἐν τῇ προϊούσῃ σιγῇ, πότε μελωδικοῦ λαλήματος διαλελυμένη φράσις, πότε γέλωτος μακρινόν σκόρπισμα. 

Ὁλοὲν ἀμυδρότερον ἔφθανεν ὁ κάτωθεν φλοῖσβος, ὁλοὲν ἀμυδρότερον ἐθρόουν τὰ φύλλα, ὁλοὲν ἀμυδρότερον ἐφαίνοντο τὰ ἄνθη, ὁλοὲν ἀμυδρότερον ἐψιθύριζον αἱ ἀναμνήσεις καὶ δυνατώτερον γύρωθεν ἐπυκνούτο τὸ σκότος, τὸ μυρωμένον σκότος ἀπό τῶν καιομένων ἐλελισφάκων καὶ θύμων τῶν ἀρωματικών φυτῶν τῆς νήσου·

Τι ὥρα δι’ ἀπαλά φιλήματα ρέμβης ἡδονικωτάτη συνοδία· ὥρα ποῦ μαλακώνει εἰς τὴν γῆν καὶ σιγολαλεῖ ὁ ἔρως, ἀνέρχεται ἐλαφρώς ὡς θυμίαμα ἐκκλησιδίου· μακρινόν ᾄσμα ἐφήβων περνᾷ ἀπαλωτάτη θωπεία : “γιαλό γιαλό πηγαίναμε κι’ ὅλο γιὰ σένα λέγαμε” 

Καὶ ὅλα ἐνύκτωναν μαλακώτατα, τρυφερώτατα ἐχάνοντο ὅλα παρομοία ἐγίνετο ἡ ψυχή μου : πέλαγος νυκτωμένον με νυκτωμένον οὐρανόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὀλίγον ἀσημένιο φῶς τρέμον ἐφίλει τὰ τρέμοντα ἀτέρμονα νερά, καὶ τὰ δημιουργήματα τῆς ψυχῆς μου ὡσὰν χανόμενα νησιά, μαντευόμενον μάζευμα σκότους, σκοτάδι μυρωμένον. 

ΛΙΝΟΣ 

ιβ. «Ὁ τραγουδιστής» (Ὡς Ι. Ἄνεμος· «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 34, 1-5-1903)

Ὁ τραγουδιστής

Ἡ πόλις εἶνε λευκή. Ἡ πόλις εἶνε ὡραία. Ἡ πόλις εἶνε γεμάτη παλάτια. Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της ὅλα τὰ βουνά, νυμφικὰ λάμπουν τὰ μαρμαρένια της παλάτια. Καὶ ὁ Ἥλιος κατάχρυσος περιπατεῖ μόνος εἰς τοὺς ἐρήμους της δρόμους καὶ κλαίει. Κατάκλεισται εἶνε ὅλαι αἱ θύραι, κατάκλειστα εἶνε ὅλα τὰ παράθυρα, ἡ πόλις εἶνε νεκρά. Ἡ πόλις ἄλλοτε ἦτο ὅλο ζωὴ καὶ ἑώρταζε λαμπρὰς ἑορτὰς καὶ ἕνα Κακὸν Πνεῦμα ἐπέρασε καὶ ἐμαρμάρωσε τὴν χαράν. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κλεισμένοι εἰς τὸ σκότος, αἱ ψυχαὶ δεμέναι εἰς σώματα νεκρά.

Ἀλλὰ τώρα τὴν πάμφωτον ἐρημίαν ἕνα ἆσμα ταράζει. Εἶνε ἕνας τραγουδιστής, ἕνας τραγουσιστὴς ποὺ περνᾶ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκε τὴν δύναμιν, ποὺ τίποτε δὲν τὴν νικᾶ, ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκεν ἕνα θαυμάσιον σπαθὶ ποὺ κόβει ὅλα τὰ δεσμά. Ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύθη τὴν ὡραίαν πόλιν, ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύεται ὅλας τὰς ψυχάς, τὸν ἔστειλλε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν πόλιν, νὰ ἐξυπνήσῃ ὅλας τὰ ψυχάς. Ὁ Τραγουδιστὴς περνᾶ καὶ τραγουδεῖ «ὦ λιγερὸν καὶ κοπτερὸν σπαθί μου», διαμαντένιο σπαθὶ τῆς Εὐμορφιᾶς. Καὶ γελᾷ καὶ περνᾷ τραγουδῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐρήμους δρόμους μαζὶ μὲ τὸν Ἥλιον ποὺ κλαίει.

Τραγουδεῖ, τραγουδεῖ καὶ ὅλαι αἱ κλεισμέναι ψυχαὶ εἰς τὰ νεκρὰ σώματα, αἰσθάνονται εἰς τὰ σπλάγχνα των τὰ ἡδονικὰ ἀναταράγματα τῆς ὡραίας Σουλαμίτιδος. Καὶ ὁ Τραγουδιστὴς θὰ τραγουδῇ, θὰ τραγουδῇ, μὲ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ γλυκυτέραν του φωνήν, θὰ τραγουδῇ ἕως ὅτου αἱ ψυχαὶ πεταχθοῦν καὶ ἀνοίξουν ὅλας τὰς θύρας, ὅλα τὰ παράθυρα, ἕως ὅτου προβάλλουν ὅλαι ἐρωτευμέναι εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν τραγουδιστήν, ἀλλ᾿ ὁ τραγουδιστὴς δὲν θὰ εἶνε πλέον. Δὲν θὰ εἶνε ὁ τραγουδιστής, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ξυπνημέναι, ὅλαι αἱ θύραι καὶ τὰ παράθυρα ἀνοικτά, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐλευθερωμέναι, θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐρωτευμέναι, ἐρωτευμέναι εἰς τὸ Φῶς.

Ι. ΑΝΕΜΟΣ

(Ι. Ἄνεμος, «Ὁ τραγουδιστής», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 34, 1-5-1903)

ιθ. «Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος» (ὡς Θ. Θάνατος· περ. «Ἀνατολὴ», Φεβ. 1903, σελ. 390)

Διαβαίνω ἀπό τὴν Ζωὴν καὶ αἱ ὧραι τῆς ζωῆς μοῦ διαρρέουν, εἰς τὴν Αἰωνίαν Πάλιν τῆς Παρθένου, τὸ Ἰοστέφανον Ἄστυ… Διαβαίνω τῶν αἰωνίων δρόμων, ἀπὸ τὴν τέφραν τῶν αἰώνων, τὴν αἰωρουμένην εἰς κόνιν λευκήν, τὴν μεταβαλλομένην ἀπό τὸν ἥλιον εἰς κόνιν χρυσῆν. Καὶ ἀπό τῶν γήινων καὶ οὐρανίων ὡραιοτήτων τής Ἀττικής αίθεριότητος, μοῦ γεννῶνται μεγάλα λευκὰ πτερὰ ἰδανικῶν, παλλόμενα ήδέως, κάμνοντα τὴν πορείαν μοῦ ἐλαφροτάτην, διαέριον. 

Τὰ ἀνεξύμνητα χρυσαυγήματα καὶ ξημερώματα, βασιλεύματα καὶ νυκτώματα, μὲ ἕλκουν πτερόεντα, μὲ πηγαίνουν εἰς τὰ κορυφώματα τῶν λόφων, ὅπου ὀνειρεύομαι καὶ καίομαι ἀπὸ τὰ ὄνειρα, τὰ αἰώνια ὄνειρα ποὺ αναδύουν ἀπὸ τὴν γῆν τῶν ὀνείρων, αἰώνων αἰώνων ὄνειρα πυκνωμένα, ποὺ τρέμουν δυνατὸν κυανορρόδινον μέθυ, εἰς τὸν Ἀττικὸν Ἀέρα. 

Καὶ πίνω τὸ φοβερὸν φίλτρον, τὸ καταρρέον ἀπὸ τῶν οὐρανίων καλλονῶν, τὸ άναβρύον ἀπὸ τῶν γηΐνων καλλονῶν, τὸ φοβερὸν φίλτρον τὸ φέρον τὴν φρικαλέαν μέθην τοῦ Ὡραίου, καὶ καίομαι καὶ μεθῶ καὶ σύρομαι ὑπνωτισμένος, εἰς τοὺς πόδας τῶν ἀποκεφαλισμένων κιόνων, ὅταν φοροῦν τὰ πάλλευκα λειτουργικὰ φορέματα τῶν ἑωθινῶν λειτουργιῶν, καὶ ἐναγκαλίζομαι δυνατώτατα καὶ καταφιλῶ σώματα πληγωμένων καλλονῶν καὶ ῥίπτω κρυφίως εἰς τὰ ἀνοιγμένα ἄδυτα τῶν Ναῶν, τὰ ἀδειανὰ καὶ λυπημένα, ὁλοπόρφυρα τριαντάφυλλα. 

Καὶ τρέχω καὶ πετῶ, ἀκόρεστος καὶ ἀκούραστος, νὰ βλέπω τὸ κάλλος τῶν αέρων καί τῶν χωμάτων τὸ κάλλος, νὰ ἀναγεννῶ ἐν ἐμοί τὸ κάλλος τὸ δύσαν, εἰς τὰς εὐνοϊκὰς

ὥρας τῶν δύσεων, ὅταν τὰ μαλακώτατα νυκτώματα καλύπτουν τὰ τελευταία πορφυρώματα. ‘ Ἐραστὴς θανασίμως νοσταλγῶν τῶν καλλονῶν δόλων ποὺ ἔδυσαν, τῶν καλλονῶν ὅλων ποὺ θὰ ἀνατείλουν τῶν θείων γιομάτων, θωπεύουν τῶν φθαρτῶν μοῦ ὀφθαλμῶν τὴν ἡδονήν, τὴν βρεχομένην ἀπὸ δάκρυα, δι᾽ ὅλα ὅσα δὲν εἶδον, δι᾽ ὅλα ὅσα δὲν θὰ ἰδοῦν. 

Βαδίζω ὑπὸ τὰ ροδοφίλητα άργυροφυλλώματα τῶν έλαιών: καὶ αἰσθάνομαι τὴν Ζωήν μοῦ, ὡσὰν ἀρχαίου γλύπτου ὀνειρον νίκης πτερωτ῀ξς, μὲ ὡραίαν ὁρμήν προϊπταμένην ἡδονικά, καλοῦσαν μέ, μὲ λυπημένον μειδίαμα, ὁλονὲν πρός τὰ ἐμπρὸς πρὸς τὰ ἄνω ὁλονέν. Ἵσταμαι, κάθημαι εἰς τὰ ἰοθώπευτα μάρμαρα: καί, ‘σὰν ἔφηβος τοῦ Σκόπα, μὲ θείαν ἠρεμίαν αἰωνίου βλέμματος γλυκύτατου, ὁ Θάνατος αναδύει πλησίον μοῦ καὶ βάλλων τὸ χέρι τοῦ εἰς τὸν ώμόν μοῦ μοῦ μειδιᾶ. Καὶ ἀγνοῶ ἂν εΐνε ἢ Ζωὴ ἢ ὁΘάνατος πού μοῦ δίδει τὴν δύναμιν τῶν ἀγώνων διά τὸ Ὡραῖον καὶ Ίλαρύνομαι μαγευμένος εἰς τὰ θωπεύματα τῆς ὡραίας Ζωῆς καὶ ἰλαρύνομαι μαγευμένος εἰς τὰ θωπεύματα τοῦ ὡραίου Θανάτου.

Ἀγνοῶ πόθεν ἔρχομαι, καὶ ἀγνοῶ ποὺ πηγαίνω. Ἀλλά τὰ ὑπάρχοντα ὅλα, αἰσθάνομαι σὰν ὄνειρα καὶ ὅλα τὰ ὄνειρα σὰν ὄντα ὑπάρχοντα καὶ περνῶ τὴν ὀλίγην ὥραν τῆς ζωῆς μέ τὰ Ὄνειρα, τὰ αἰώνια ώράία ὄνειρα τῶν αἰώνων, τὰ άναθάλλοντα ἀπό τὸν ίότρελλον βωμόν τοῦ Ὀνείρου, ἐνσαρκωθέντα, διαχυθέντα εἰς τὸν κόσμον καὶ πληγωθέντα, τὰ κοαμοκρατορούντα Ὄνειρα, τῶν ὅποιων αἱ λυπημένοι ψυχαί, ἐπανελθοῦσαι εἰς τὴν ἑστίαν τῶν, •θέλουν πάλιν νὰ ἐνσαρκωθοῦν, καὶ αἰωροῦνται ἐναέριοι ἄνωθεν τοῦ Ναοῦ τῶν, πυκνωμένοι εἰς ὀνειρώδη μεθυστικώτατον οὐρανόν. 

Ἀγνοῶ πόθεν ἔρχομαι, καὶ ἀγνοῶ ποὺ πηγαίνω. Ἀλλ᾽ έξαισιωτάτη διαπνέει τὴν ζωήν μοῦ ἡδονή, δταν εἰς τὰ χρυσοξυπνήματα τῆς ἡμέρας καὶ εἰς τὰ άργυροκοιμίσματα τῆς νυκτός, ψαύω τὰς μαρμαρίνας χορδὰς τὰς νψωμένας εἰς τὰ οὐράνια καὶ προφέρω τὴν λέξιν «Ἀθῆναι». Ἀγνοῶ πόθεν ἔρχομαι, καὶ ἀγνοῶ ποὺ πηγαίνω. Ἀλλὰ λαμπρότατη διαπνέει τὴν ψυχήν μοῦ ὑπερηφάνεια, ὅταν αἰσθάνωμαι ὑπάρχων καὶ ὢν ἕνας κόκκος κόνεως, ἀπό τὸ κάλλος τὸ καλούμενον «Ἀθῆναι». Ἀγνοῶ πόθεν ἔρχομαι, καὶ ἀγνοῶ ποὺ πηγαίνω. Ἀλλὰ φαεινότατη συναρπάζει τὴν ζωήν μοῦ καὶ περιδιπλώνει καὶ ἐξυψώνει εἰς τὰ οὐράνια ὀδύνη, ὡσάν τὴν θαυμασίαν ὀδύνην τῶν παγκάλλων ἐρειπίων εἰς τὰ φῶτα, ὅταν ἄδουν ἐν ἐμοί τὰ παρελθόντα, ὅταν ἄδουν ἐν ἐμοί τὰ μέλλοντα ὀνείρων υφαντουργήματα, παρελθόντα τὰ ὅποια δὲν εἶδον οἳ νέοι μοῦ ὀφθαλμοί, μέλλοντα τὰ ὅποια δὲν θὰ ἰδοῦν οἳ φθαρτοί μοῦ ὀφθαλμοί, τὰ ὑφαντουργήματα τῶν ὀνείρων τὰ πεπρωμένα νὰ ἀναδύουν ἀπὸ τὸ ἄπεφθον κάλλος τὸ καλούμενον «Ἀθῆναι». 

Ἀγνοῶ πόθεν ἔρχομαι, καὶ ἀγνοῶ ποὺ πηγαίνω. Καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζω πόθεν ἔρχομαι καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζω ποὺ πηγαίνω καὶ χωρὶς νὰ μὲ μέλλη οὔτε διὰ τὸ ἕνα οὔτε διά τὸ ἄλλο, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὶ εἶμαι, τὶ εἶνε τὰ ὄντα καὶ τὶ εἶνε τὸ εἶνε, ἁβρότατα μεθύων, μειδιῶ εἰς τὴν Ζωὴν καὶ εἰς τὸν Θάνατον, Ζωὴν καὶ Θάνατον παρόμοια ἀκατανόητα, ἀλλὰ περιφυλλούντα ήδονικοἠατα, ἕλκοντα μὲ δύναμιν ἀκαταμάχητον πρός τὰ ὡραιότατα καὶ τελειότατα, ἄδοντα, νὰ φέρωμαι μὲ ἀσυλλόγιστον καὶ ἀχαλίνωτον ὁρμὴν πρὸς ὅλα τὰ ἄφθαστα, νὰ εἶμαι μέχρι πνοῆς ὕστατης εἰκὼν ὡραίου ἀγῶνος, νὰ εἶμαι ὅπως οἱ ὡραῖοι ἔφιπποι ἔφηβοι ποὺ περιστέφουν τοὺς κροτάφους τοῦ Ναοῦ, οἱ περιφερόμενοι ὡραῖοι ἔφιπποι ἔφηβοι, οἱ ἀδιάφοροι εἰς τὴν ροήν τοῦ χρόνου, ἀδιάφοροι εἰς τὰ ἀνελισσόμενα πάθη τῶν καιρῶν καὶ εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν πάθη, οἳ ἐμμένοντες ἐν αἰωνία ὁρμὴ ὀνειροπόλων, ὀνειρευομένων τὸ θεσπέσιον ὄνειρον τοῦ Καλοῦ, ἐν αἰωνία ρυθμικὴ ὁρμὴ ἐφηβικοῦ ἔαρος, καλπάζοντος ἤρεμα πρός τὸ θείον ὄνειρον τοῦ Ὡραίου. 

Διαβαίνω ἀπὸ τὴν Ζωὴν καὶ ἢ ζωή μοῦ διαρρέει, εἰς τὴν αἰωνίαν Πόλιν τῆς Παρθένου, τὸ Ἰοφίλητον Ἄστυ. Εἰς τὰ φωτανθισμένα χρώματα τῶν γλυκῶν χωμάτων ὀποῦ ἀναπνέω, ὡραῖαι ρέουν αἱ φονικαὶ ὧραι. Καὶ κάθε ἡδονικὴ ἀναπνοὴ καὶ κάθε παλμὸς ἡδονικός, κινοῦν καὶ διεγείρουν τὴν αἴσθησιν τοῦ ὅτι εἶμαι «Ἕλλην». Καὶ εἰς τὸ συναίσθημα αὐτό, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ ἔσω καί τοῦ ἔξω κόσμου ἀθρόα συναθροίζονται, συνδονούνται καὶ ἐκφράζονται εἰς μουσικὴν χαρὰν δυνατωτέραν καὶ ὑπερηφανωτέραν ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ κόσμου, χαρὰν ἠγεμονικωτέραν καὶ εὐδαιμονεστέραν ὅλων τῶν ἐπιγείων ἐπουρανίων βασιλειῶν καὶ διαδημάτων τοῦ κόσμου, εἰς τὴν τελείαν χαρὰν ποὺ εἶνε τὸ συναίσθημα : «Ἕλλην ».

Θ. ΘΆΝΑΤΟΣ 

ιγ. «Αἰγαίου Ἑσπερινός» (ἐντὸς τῆς σειρᾶς ἄρθρων «Ἑλληνικὸν Χρῶμα»· ἐφ. «Τὸ Ἄστυ», 5-9-1904)

Ὁ ἥλιος ἔπεσεν ὄπισθεν της πόλεως Σύρου… Παντοῦ βασιλεύει σιγή, οὐδαμοῦ σείεται αὔρας πνοή: παντοῦ ἁπλώνεται νωχέλεια θερμοτάτη καὶ ἡ θάλασσα πνιγμένη ἀδρανεῖ. Πτερόεντα πλοιάρια ὅπου ἔτυχαν μένουν κολλημένα μὲ διπλωμένα τὰ πτερά, σὰν πτηνὰ ἀναπαυόμενα ἐπάνω εἰς νερά.

… Ὅταν τὸ πολυάνεμον, πολυκύμαντον καὶ πολυθόρυβον ρεῦμα τοῦ Αἰγαίου, τοῦ ὁποίου ἡ διάθεσις διευθύνει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἔκφρασιν ὅλων τῶν νησιωτικῶν ὄντων ἠρεμεῖ, ὅλα λαμβάνουν ὄψιν ἄλλην, ὄψιν νέαν. Τότε ἀπὸ ὅλων τῶν σημείων ἀναφαίνονται ὁλοφάνεροι μεγαλονόμεναι, ὑπερυψούμεναι καὶ πλησιάζουσαι ἐν σιγῇ, αἱ κυλοῦσαι τὸν ὁρίζοντα νῆσοι, σὰν νὰ τελῆται ἱερουργία τις καὶ μέγα τι ἐν τῇ φύσει νὰ συντελῆται.

… Ἀζωγράφιστος, ἀτραγούδιστος, ἀνεκλάλητος εἶναι τότε ὁ χορὸς τῶν Νυμφῶν τοῦ Αἰγαίου, στέφανος ἀνθισμένης ἡδυπάθειας. Ἡ Τῆνος, σωρὸς ἴων θερμοτάτων, μιμουμένη τὸν ἀμίμητον Ὑμηττὸν κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς ἐντονωτάτης του ζωῆς, τῶν ὑστάτων θωπειῶν τοῦ Ἡλίου. Μία ἑνωτικὴ γραμμὴ θαλάσσης μελανὴ ἑνώνει τὴν Τῆνον μὲ τὴν Μύκωνον. Ἡ Μύκωνος ἁπαλώτατα ροδίνη, τριαντάφυλλον Ἀπριλίου μαραινόμενον. Ἄλλη ἑνωτικὴ γραμμὴ θαλάσσης ἀνοικτοτέρα καὶ ἔπειτα ἡ Νάξος βελούδινον, βυσσινόχρουν ρόδον διαπύρως ἀκμαῖον. Ἡ ἱερὰ Δῆλος κολυμβῶσα εἰς τὸ σταματημένον ὕδωρ. Ἕνα θαυμάσιον περιδέραιον ἀνθέων κυκλῶνον τὸν οὐρανόν, ἔχον ἄνθος μεσαῖον τὸ νησίδιον τοῦ Φάρου, χρυσοβόλον δέσμην γαζιῶν.

… Τὰ κυκλοῦντα τὸν οὐρανὸν ἰορρόδινα ἄνθη, τὰ περιβρέχει τὸ κυανοσκότεινον ἀργυρολαμπὲς ὕδωρ, σὰν ἄνθη βουτημένα εἰς νερὸν καὶ ἀπὸ τὸν σμαράγδινον οὐρανὸν ἀποκρεμᾶται καταρρέων ἁπαλώτατα στέφανος ἄλλος χρυσοκίτρινος, στεφανώνει καταρρέων χαμηλὰ θάλασσαν καὶ νησιὰ μὲ φωτεινὴν θωπείαν διαβάσεως ἀγγελικῶν ταγμάτων μὲ καναρίνεια πτερά.

… Εἰς τὴν ἀθόρυβον πόλιν τῆς Σύρου, ποὺ λάμπει μὲ τοὺς κυανολεύκους καὶ ροδολεύκους χαρωποὺς οἰκίσκους ποὺ ἀναβαίνουν ὁ ἕνας εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἄλλου, ἕως τὴν κορυφὴν τῶν δύο κωνικῶν της βουνῶν, διὰ νὰ ἰδοῦν μὲ μάτια λάμποντα καὶ πλησίον τοῦ μόλου σχήματα ἀνθρώπων καθισμένα μελανὰ καὶ ἄφωνα, ἔχουν τὸν ἀέρα ἀκολουθούντων νωχελῶς λειτουργίαν ἢ ἀγαθῶν γελαδινῶν ζῴων ἁπλῶς ἠρεμούντων. Εἰς τὸν ἐρυθροκίτρινον κυματοθραύστην βρεφῶν καὶ δουλαρίων σμῆνος σὰν ἔντομα πολύχρωμα.

… Ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ὁλοὲν καταβαίνουν νέαι φωτεινοὶ θωπεῖαι, ἡδύτατα φιλήματα αἰθεριότητος καὶ διαρκείας ἀσυλλήπτου, ἀλλ᾿ ἐκπληκτικῆς διαυγείας. Χρυσομηλόχρους στέφανος ἁπλώνεται λαμπρότατος, ροδίνη χύνεται σκόνη ζώνουσα ξηρὰ καὶ ὑγρά. Τώρα ἡ Τῆνος βαθύχροα ἴα δροσολουσμένα. Τώρα ἡ Μύκωνος πυρουμένη μιμουμένη τὸν Ὑμηττόν. Τώρα ἡ Πάρος ἴα μαραμένα. Τώρα τὸ Νησίδιον τοϋ Φάρου βαθυχροΐζον. Τώρα ἡ θάλασσα… ἕλκουσα, πίνουσα τὰ χρώματα, φωτιζομένη, λευκαινομένη, γινομένη γάλα πηγνυόμενον, κυλίον εἰς τὴν ἐπιφάνειάν του χρυσούς.

… Τὰ πάντα ζοῦν καὶ δονοῦνται ἐντονώτατα θερμαινόμενα ἢ ψυχόμενα, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀενάως μεταμορφούμενα. Ἀνθρώπινον σχῆμα ταχυποροῦν φθάνει εἰς τὴν ἀκτὴν καὶ μόλις ἀντικρύσῃ τὴν θάλασσαν, ἵσταται, ἀποκαλύπτεται, κρατεῖ χαμηλὰ τὸ κάλυμμά του, κάμνει εὐρύτατον σημεῖον σταυροῦ μὲ βαθυτάτην εὐλάβειαν: Σταυροκόπημα καὶ δέησις διευθύνονται πέραν τῆς Σύρου, ἄνωθεν τῶν ὑδάτων, εἰς τὴν ἀντίπεραν Τῆνον -συνήθεια τῶν γειτόνων νησιωτῶν- ἀποστέλλονται εἰς τὸ φαινόμενον κωδωνοστάσιον τῆς Παναγίας της.

… Ἀπὸ τῶν οὐρανίων ἀποκρεμᾶται ζωηρότατος ρόδινος στέφανος ἐφαπτόμενος ξηρῶν καὶ θαλασσῶν, ἄνωθεν ἄλλος ἀκολουθεῖ ἀερωδέστερος, μετεωρίζεται φωτεινοκίτρινος καὶ ὑπεράνωθεν αὐτῶν ὅλων τὸ οὐράνιον κυανοῦν τώρα ἀνοίγει ὁλοὲν ἀτονοῦν ἁβρότατα. Καὶ αἱ Νύμφαι συναλλάζουν καὶ ἀνταλλάζουν τὰ ρόδινα καὶ ἰώδη καὶ ἰορόδινα καὶ χρυσοκίτρινα αἰθέρια ἐνδύματα, ὡσὰν αὐτὴ ἡ συνοδεία τῶν Ἐρώτων καὶ Χαρίτων τῆς Ἀφροδίτης ἀνεκίνει καὶ ἐδοκίμαζεν αἰθερίων πέπλων ἁρμονίας, διὰ τὴν περιβολὴν τῆς ἐκεῖ ποὺ εἰς τὰ βάθη τοῦ Αἰγαίου εὐρισκομένης θεᾶς.

… Κόρη εἰς περιστύλιον, περιφερικὸν παραλιακοῦ ἐξώστου προσθέτει τὴν ποίησιν τοῦ θήλεως, περιφέρει μαλακώτατον ραδινὸν σχῆμα σὰν δονουμένη καὶ κυμαινομένη ὑπὸ τῶν καλλονῶν, τείνουσα μεγάλους ὀφθαλμοὺς νοσταλγοῦ ἄνωθεν μελαγχολικῶν πόθων ἀνθούντων εἰς μειδίαμα χειλέων, σὰν λυπουμένη παρομοίως μὲ τὰς Νύμφας, διότι τὸ φῶς ἀποσύρεται ἀπὸ τὴν μορφὴν ὅλων των καὶ μετ᾿ ὀλίγον δὲν θὰ φαίνωνται πλέον. Καὶ γίνεται αἰσθητὴ ἡ κυμαινομένη κόρη σὰν ἆσμα ναύτου μελαγχολικώτατον, ὡς νυκτωδία τις ἡδυτάτη περιραίνουσα τὸν ἀέρα. Κόρη τῆς ὁποίας τὰ μάτια ἐμεγάλωσαν, ἐμεγάλωσαν καὶ ἔπειτα ἔσβησαν ἀπὸ τὸν ἐπάνω κόσμον.

… Ὤ, τί ἀπίστευτον, τί ἀπερίγραπτον θέαμα πραγματικώτατον καὶ ὅμως ὑπερβαῖνον πᾶν ὄνειρον! Ἀπὸ τῶν μυχιαιτάτων τοῦ ὄντος ὅπου ζῇ ἡ λατρεία, ἀνέρχεται ἡ ζωὴ τηκομένη καὶ καιομένη ὡς πῦρ βωμοῦ καὶ ὡς κυάνεον θυμίαμα διαλύεται εἰς τὰ μαγικὰ χρώματα καὶ ὁράματα τὰ ὁποῖα ὅλα δονοῦντα τὴν διάνοιαν ἐν ἡδονῇ, κάμνουν αἰσθητὴν τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ διανοεῖσθαι.

… Ἀθρόαι ἀναδύουν τῆς ψυχῆς καὶ πάλλονται ἐν συγκινήσει ὡς θούρια, αἱ παλαιαὶ εἰκόνες λαμπρῶς φωτιζόμενοι. Τοιαῦτα μόνον οὐράνια χρώματα, τοιοῦτοι μόνον παραδείσιοι οὐρανοὶ δύνανται νὰ γεννήσουν μεταξὺ τῶν ἀνθρωποειδῶν ζῴων τὸν ἄνθρωπον Ἕλληνα. Αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν καὶ αὐτοὶ οὗτοι εἶναι οἱ μόνοι γεννῶντες καὶ ἀνατρέφοντες ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρωποειδῶν θηρίων τῆς γῆς, τὸ ἥμερον ἄνθος, τὸν ἄνθρωπον Ἕλληνα.

… Ἐδῶ παντοῦ καὶ πανταχόθεν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ Αἰγαίου, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῶν μαγικῶν αὐτῶν χωμάτων, τῶν τριμμένων ὡς ἑτοίμων διὰ νὰ πλασθοῦν εἰς πολύμορφον καλλονήν, ἀνέδυσεν εἰς τὸ φῶς ἡ φυλὴ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὸ τῶν μητρικῶν θωπειῶν τῶν θείων αὐτῶν σκηνωμάτων διεπλάσθη. Ἐδῶ μόνον οὐρανοὶ καὶ γῆ καὶ θάλασσα καὶ ἄνεμοι καὶ χρώματα φιλανθρώπως περιθωπεύοντα τὰς αἰσθήσεις ἀενάως, ὡς ὡραία μήτηρ πολυφίλητον τέκνον, ἀνατρέφουν μὲ στοργὴν τὸν ἐγκέφαλον ὡς ἄνθος φυσικόν, ἄνθος ὑπέρτατον τοῦ ὀρατοῦ ζωϊκοῦ κόσμου τῆς γῆς. Σῶμα καὶ ψυχή, καρδία καὶ νοῦς ἀνοίγουν ὡς ἄνθη ὡραῖα καὶ ὡς δέσμη ἀνθέων ἀποπνέουν ἡδονικὰ ἀρώματα.

… Λίνου καὶ Ἀδώνιδος καὶ Κύπριδος ἅγιοι θρύλλοι· φυσικῶν ἐρώτων ἄσματα γαλήνια· σαρκὸς καὶ οἴνου ἁβρὸν ἀνακρεόντειον μέθυ· σαπφικὸν πῦρ· διάνοιαι φωτεινόταται γηΐνων ἀνθέων κορυφαια ἀριστοτεχνήματα· τραγωδίαι Αἰσχύλειοι· δράματα Σοφόκλεια ἔρωτος ἡδύτερα καὶ θρησκευμάτων θειότερα· Πλάτωνος δρᾶμα ὅπου αἱ ἰδέαι ἱέρειαι ἱερουργοῦσαι ἐν παγκάλλῳ τελετῇ, ἀνέρχονται ἐν ρυθμῷ σεμναὶ καὶ κοσμημέναι δι᾿ ὅλων τῶν γηΐνων ἀθυρμάτων, ὡς ἵνα ἀπὸ τοῦ ναοῦ τῆς Παρθένου ἀνέλθουν πτερούμεναι ὑπὸ τοῦ ἔρωτος πρὸς τὸ παμφαὲς σύμπαν, ἀναζητοῦσαι νὰ εὕρουν καὶ περιφιλήσουν τὸν ἀκατανόητον Δημιουργόν· ὅλα, ἀναδύουν ὡς ἄνθη αὐτοφυῆ καὶ μέχρις αὐτῶν τῶν λίθων μεταμορφουμένων εἰς τελείους τύπους ἀνθρώπων, οὓς ἡ φύσις δὲν κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ, μέχρι τῶν λίθων αὐτῶν συνδεομένων εἰς ἁρμονίας λιθίνας, δοξαζούσας τὸ θεῖον βαθύτερον, αἰθεριώτερον ὅλων τῶν γηΐνων μουσικῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ πιστευόμενα θαύματα ἀναφαίνονται ἄνθη φυσικώτατα.

… Καὶ ὅλα, ἀνεξαιρέτως ὅλα: Στρατοί, πνευματικοὶ ὡπλισμένοι δι᾿ ἐπιστημῶν, γραμμάτων καὶ τεχνῶν, χυνόμενοι εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὄπισθεν τοῦ ἅρματος ἑνὸς ὡραίου μας θεοῦ, ἡμερώνοντας καὶ μαγεύοντες τοὺς λαούς, δουλοῦντες καὶ καταβυθίζοντες τοὺς Ρωμαίους μὲ τὸ φῶς, ἁρπάζοντες γυμνὸν καὶ τετραχηλισμένον τὸν Ναζωραῖον καὶ δημιουργοῦντες θρησκείαν νέαν, νέον κόσμον χιμαιρικόν, κοσμοκράτορες κρατοῦντες τὴν τύχην τῆς γῆς ἡρωϊκῶς ἐπὶ αἰῶνας αἰώνων, ὅλα τὰ περασμένα ἀνεξύμνητα κλέεα κλέη, διότι εἶναι νοητὰ μόνον εἰς τὰ ἡρωϊκὰ καὶ τὰ μεγάλα πνεύματα, ὅλα ἰσοϋψῆ καὶ τρισμέγιστα διερχόμενα ἄνωθεν τῶν ἀνθρωπίνων· ἰσοϋψῆ καὶ τρισμέγιστα ὅπως ὁ δαυλὸς τοῦ Κανάρη, ὅλα ζωντανώτερα τῶν ζωντανωτέρων καὶ ἁπτοτέρων πραγμάτων τῆς ζωῆς, ὅλα τὰ κορυφαιότατα ποιήματα τοϋ πλανήτου αὐτοῦ ἀναφαίνονται ἄνθη φυσικώτατα.

… Ὤ! Τί ὥρα ἀλησμόνητος! Ἐνῷ ὁ νοῦς φλογίζεται ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν καὶ ἡ ψυχὴ ἀπὸ ὑπερηφάνειαν, ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ πανοράματος ποὺ ζωγραφίζεται εἰς τὰ βάθη τοῦ Ὄντος, εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ὅλα ὁλοὲν ἀλλοιοῦνται ἀνταλλάσσοντα φωτεινὰ φιλήματα, ἐνῷ ὑπὸ τὴν λάμψιν τοῦ θερμοῦ νωχελοῦς ρευστοῦ ἀμαυροῦται τὸ νησίδιον τοῦ Φάρου, ἀβανόχροοι γίνονται οἱ βράχοι τῆς νήσου, ἐνῷ πλοιάρια φαινόμενα καρφωμένα πρὸ τῶν ἀπωτάτων νήσων διαγράφονται μελανώτατα καὶ διαυγέστατα μέχρι τῶν λεπτοτάτων ἐξαρτημάτων καὶ νημάτων, σὰν ἔντομα ὁρώμενα διὰ φακοῦ. Τὰ ἰώδη ἄνθη τῶν νήσων ἐν ἀρρήτῳ ἡδυπαθείᾳ μαραίνονται, ναρκοῦνται, νεκροῦνται καὶ εἶναι λευκοκίτριναι καὶ ἀνθορρόδιναι προβολαὶ ἐρχόμεναι μὲ τὴν γλυκύτητα φιλήματος καὶ ἀφίνουσαι μειδιάματα, ἀποσυρόμεναι καὶ ἀφίνουσαι χροϊκὸν λυγμόν.

… Ὤ! παρομοία θὰ ἦτο ἡ ὥρα καὶ ἡ σκηνογραφία ἡ προπέμψασα ἀπό τῆς ἱερᾶς Δήλου τὴν τριήρη τὴν μεταφέρουσα τοὺς θησαυροὺς εἰς τὰς Ἀθήνας, παρομοίως θὰ ἐπάλλοντο ὅλαι αἱ Νύμφαι τοῦ Αἰγαίου, οὐρανοί, ξηραὶ καὶ θάλασσαι ἐν παρομοίᾳ κατευοδοῦσαι λαμπροφανείᾳ τὸ πτερόεν πλοῖον, προαισθανόμενα ὅλα ὅτι εἶχεν ἔλθη ἡ ὥρα, ἵνα πάντα ταῦτα ἐκδηλωθοῦν εἰς μίαν πρώτην μορφὴν ὑπὸ τοῦ εὐγενεστάτου ἀνθρωπίνου εἴδους ποὺ εἴμεθα ἡμεῖς δι᾿ αἰῶνα τὸν ἅπαντα.

… Καὶ εἶναι ἀκόμη μία στιγμή, καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα σὰν νὰ ἔπεσεν εἰς τὸν πυθμένα της ἥλιος φωτίζων ἔνδοθεν, ὅλη γάλα ἐφ᾿ οὗ ρέει χρυσός, πάλλεται καὶ λάμπει ὡς ὀπτασία, καὶ εἶναι μία στιγμὴ ἀκόμη, στιγμὴ ὑστάτη, καθ᾿ ἣν ὅλη ἡ θάλασσα εἶναι θερμότατον πυρωπὸν ἴον, ἐνῷ τὰ νερὰ εὐωδιάζουν καὶ τὰ πάντα ζοῦν ἐν ἐκτάσει ἐνῷ δρομοῦσα ἡ σελήνη κατακόρυφος διὰ νὰ ἰδῇ, ἀναστέλλει τὰς ἀκτῖνας βαίνουσα μέσα εἰς τὸν ἱστάμενον ἀέρα, πελώριον πρόσωπον ἔκπληκτον ἐτάζον τὴν ἄπειρον ἡδυπάθειαν μὲ φευγαλέον ἀέρα εἰρωνείας.

… Ὦ ὡραῖε Θεὲ τῆς Ἑλλάδος. Μίαν μοναδικὴν φορὰν τὰ χείλη μου ἐκινήθησαν εἰς δέησιν, μίαν μοναδικὴν φορὰν ἐπρόφεραν αἴτησιν, νὰ εἶναι ὥρα παρομοία καὶ παρόμοιον τὸ θέαμα, ἡ ὥρα ποὺ θὰ κλείουν οἱ λατρεύοντες ὀφθαλμοί μου καὶ μία μόνη ἰδέα ἐκφράσεως τῆς ἱερᾶς γοητείας ὑπερισχύει νὰ κύψῃ κανεὶς καὶ νὰ φιλήσῃ τὸ γενέθλιον χῶμα νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἐν βαθυτάτῃ εὐλαβείᾳ τὸν σταυρόν του, λατρεύων τὸ χῶμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν ἀέρα τῆς ἱερᾶς Ἑλλάδος.

Οι αποτρόπαιοι θεοί [υπογρ. Θ. Θάνατος] Το Άστυ, 13 Σεπτεμβρίου 1904

“Δέκα αἰῶνας πρό τοῦ Ναζωραίου εἰς τὰς πρώτας στροφάς τοῦ πρώτου γνησίου καὶ κορυφαιοτάτου Εὐαγγελίου ἡμῶν ψάλλει ὁ ποιητής τὴν μῆνιν Πηλειάδεω Ἂχιλλήoς -τὴν ἐγκατάλειψιν κρισίμου ἀγῶνος εἰς κρισιμωτάτην στιγμήν, ἕνεκα θήλεος ἀδιαφορωτάτου – τὴν διχόνοιαν καὶ μετὰ εἴκοσιν ἐννέα αἰώνων πάροδον, εἰς τὸ πρώτον θούριον τῆς ὀρθωθείσης Ἑλλάδος ἀνταπαντᾷ ἔσχατος ἀπόγονος ὁ ποιητὴς εἰς τὸν Ὕμνον τῆς Ἐλευθερίας ἀφιερῶν δεκατρεῖς φλογερὰς στροφὰς εἰς τὴν διχόνοιαν καὶ τὸν φθόνον, τῶν ὁποίων τὸ μέτωπον τώρα κτυπᾷ τὸ πάτωμα τοῦ τρίτου οὐρανοῦ.”

ιδ. «Λόγια τοῦ ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ ἀέρος λόγια…» (Ὡς Θ. Θάνατος· περ. «Παναθήναια», τόμ. 8, 15-9-1904, σελ. 295-297)

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ…

ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΑΕΡΟΣ ΛΟΓΙΑ….

Ἀλήθεια εἶνε Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια… Τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Δὲν τὰ λέω ἐγώ… Καθισμένα ἐλαφρότατα αἴρονται μόνα των, αἰωροῦνται εἰς τὸν Ἀέρα καὶ σὰν ἄρωμα πλέουν εἰς τὸ Φῶς – τὸ θυμαρόεν Φῶς. Χρυσοῦν στάχυ παῖζον εἰς τὸν ὦμον καφεοροδίνου βράχου, γράφει μὲ τὸ χρυσόν του δάκτυλον, εἰς τὸν σμαράγδινον οὐρανόν, ποιήματα τρελλότατα. Εἰς τὰ κολπούμενα πλάγια λόφου μακρυνοῦ, φαίνεται ἀναπαυομένη ὡραία Νύμφη, λέγουσα τὰ ὄνειρά της εἰς τα φῶτα. Ἀπὸ τὴν λιγυρὰν γραμμὴν λόφου ἄλλου, ἀφίπταται σὰν πτερωτὴ Νίκη, ἔρχεται, ἔρχεται ὅλη χαρά, νεοτάτη, ὡραία Ἰδέα. Ἀπὸ ἀργυροκλίνοντα κλῶνον ἐλαίας, τρυφερότατον ἀποκρεμᾶται αἴσθημα, ὅπως πίπτουν τῶν ἀνθισμένων δένδρων, τὰ πέταλα τῶν ἀνθέων. Ἀπὸ γυρμένων ἀκτίνων πεύκου, πίπτει βροχὴ ἀκτίνων ἄλλη, φωτοραίνουσα ἡδονικώτατα τὴν ψυχὴν. Ἀπὸ ἀναπνοὴν κλυματος ἱοθωπεύτου ἀκτῆς, ἀμβρόσιον ἐκπνέεται συναίσθημα. Καὶ ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν ὀρεινῶν κορυφοσειρῶν, ποῦ στεφανώνουν τὸ οὐράνιον Ἄστυ, ἐπουρανία ἐκπορεύεται μελῳδία. Δὲν τὰ λέγω ἐγώ… Καθισμένα εἰς τὸν ἀέρα, αἴρονται μόνα των, μόνα των ἔρχονται τὰ Λόγια τοῦ Ἀέρος καὶ θωπεύουν τὰ αἰσθητήρια τοῦ ἐφήμερου διαβάτου τῆς Ζωῆς. Ἐλαφρά, αἰθέρια, μὲ τὰ χρωματιστά των φορέματα καὶ τὰς μουσικάς των γραμμάς, ἀεροποροῦν εἰς τὸν Ἀέρα, μέ μαλακότατον ταξιδεύουν ῥυθμόν. Ἄλλοτε ἔρχονται σαν ἴα · ἄλλοτε σὰν τριαντάφυλλα, προσφερόμενα ἀπὸ ὡραῖον χέρι · ἄλλοτε σὰν κρίνοι, κρίνοι χωρὶς ἄγγελον, φέροντες Εὐαγγέλια Χαρᾶς. Καὶ ἐνίοτε ἔρχονται καὶ περικάθηνται γύρων τῶν κροτάφων, σὰν πράσινα στεφάνια κισσοῦ · ἐνίοτε σὰν ἀργυρόχροα Στεφάνια ἐλαίας. Κάποτε ζητοῦν, ψαύουν, θροοῦν, ψιθυρίζουν, σαν χείλη · καὶ κάποτε καίουν, σὰν φιλήματα. Ὤ ναι! σὰν Ἀφροδίσεια βίσινα χείλη, φιλοῦν τὰς αἰσθήσεις μεθυστικώτατα τὰ ὡραῖα Λόγια. Λόγια τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Ἀλήθεια δὲν τα λέγω ἐγώ. Ἀλήθεια εἶνε… Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια…

1. Εἰς ἕνα μέρος τοῦ Ἐλαιῶνος, τοῦ ἱεροῦ Ἐλαιῶνος, ποῦ ἔχει ἀκόμη ἐλαίας τοῦ ὡραίου καιροῦ, εἰς ἀγρὸν φυλαγμένον ἀπὸ τὰ ἀργυρᾶ του φύλλα, ἀγρὸν φουντωμένον ἀπὸ κλήματα νέα, ἕνας νέος, ξανθὸς νέος, κύπτει σκάπτων, εἰς τὴν ἱερὰν τῆς πρωΐας σιγήν.

Καὶ ὁ μόνος κρότος τῆς ἀξίνης, ὁ χανόμενος εἰς τὸ ξανθοπράσιον κῦμα τῶν κλημάτων καὶ τὸ ἀργυροῦν ἁβροσάλευμα τῶν ἐλαιῶν, λαλεῖ ῥυθμικά καὶ λέγει:

Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, ὅλην τὴν ὥραν, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε τὴν ἄμπελον ποῦ σοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, τὴν χρυσοφωτισμένην Ἄμπελον τῆς Ψυχῆς, ποῦ δίδει τὸ μεθυστικὸν τοῦ Ὡραίου ποτόν. Ἐντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος τῆς Ἀμπέλου κουρασμένος, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς χρυσοφώτεινα φύλλα διὰ νὰ στεφανώσῃ τὰ νυκτόχροα μαλλιά του, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς ὡραῖα σταφύλια διὰ νὰ δροσίσῃ τὰ ῥοδόχροα χείλη του.

Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ἑντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος, ὁ Ἀπολλώνειος Κύριος –  Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.

2. Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου περνῶ ὥρας ὡρῶν, καὶ ὅπου γυρίσουν τὰ μάτια, εἰς τὸν Ἐλαιῶνα, εἰς τὰ πλάγια τῶν καφεοροδίνων λόφων, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Πεντελικοῦ, ἢ τοῦ Πάρνηθος,ἢ τοῦ Αἰγάλεω, ἢ τοῦ Κορυδαλοῦ, τὰ μάτια μένουν μαγευμένα, καὶ ἕνα πάντα συναίσθημα πλημμυρίζει τὴν ζωήν.

Σὰν μία μουσικὴ νὰ ἔπαιζε παντοῦ, ᾆσμα χαρᾶς ἡδυτάτης καὶ λύπης ἀκροτάτης, σὰν μία ὀρχήστρα νὰ ἔπαιζεν ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ ἔφθανεν ἦχος ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ δόνησις αἰθέρος ἄηχος, νὰ ἔφθανε μόνον ἕως ἐδῶ καὶ να ἔπαλλε μουσικώτατα τὴν ψυχήν.

Τί θαυμασία ποῦ εἶνε ἡ ζωή ! τί θαυμασία ἡ αἴσθησις τοῦ νέου Σώματος εἰς τὸν ἡδονικὸν Ἀέρα ! πῶς αισθάνεται θαυμάσια εἰς τὸ κυανορόδινον φῶς καὶ ποθεῖ, ποθεῖ, ποθεῖ τὸ κάλλος ! τὸ ἐξωτερικὸν κάλλος τὸ ζωγραφιζόμενον ἐντός του μὲ φιλήματα μουσικά.

Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου, περνῶ  ὥρας ὡρῶν, κρατημένος ἐκεῖ εἰς τὸν Ἐαρινὸν Ἀέρα, χωρὶς νὰ διανοοῦμαι οὐδέν, αἰσθανόμενος μόνον τὸ Σῶμα νὰ ζῇ, νὰ διαμένῃ μακάριον.

Καὶ κάποτε, σὰν ἕνας πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ εἰς τὸ κυανοῦν καὶ αἰθέριον μέθυ τοῦ γλυκοῦ Ἀέρος · περνᾷ, μόνος πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ καὶ ἀναπερνᾷ και περιγυρίζει, ὅπως ἡ σκιὰ τῶν πουλιῶν εἰς τὸ φωτισμένον χῶμα : νὰ ἥμουν Ἔφηβος Φειδίου Μαρμάρινος, νὰ βλέπω αἰῶνας αἰώνων τὸ Ἀττικὸν Φῶς.

3. Ἐδῶ, ἐδῶ, εἰς τὸν Ἀττικὸν Ἀέρα, πλέει ὅλη ἡ Σοφία, γεννᾶται καὶ ἐνθουσιάζει ὁ πόθος τῶν Τελείων Καλλονῶν. Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω εἰς τὰ Παλάτια τοῦ Ὡραίου, Νίκης, Ἐρεχθέως, Ἀθηνᾶς, τοὺς Θείους Οἴκους, ὁ θειότερος τοῦ κόσμου Ἀὴρ ἐκδύει τὴν ψυχήν, ὅλων τῶν χυδαίων φορεμάτων, ἐνδύει καὶ κοσμεῖ αὐτήν, δι᾽ ὅλων τῶν βασιλείων ἐνδυμάτων.

Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τῶν παγκάλων Ἱερῶν τὸ θεῖον θέαμα, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ πρόθυρα, ὅπου οἱ λευκοφόροι ἱερεῖς τοῦ ὡραίου καιροῦ ἐρέμβαζον μὲ τὰ θεῖα, διαμένω ὥρας ὡρῶν, μακαρίως λησμονῶν τὴν ταπεινῆν ζωήν, μὲ ἄφωνον ἔκστασιν ἀκούων τὸ Νέον μου Σῶμα νὰ ὑμνῇ ἀφώνως, τὸν Θεὸ τοῦ Ὡραίου.

Ἀπὸ τὸν Ἐλαιῶνα, ἀπό τὰς μελῳδούσᾳς γραμμὰς τῶν Ὁρέων, ἀπὸ τὰ ἀδειανὰ ἄδυτα τῶν Ναῶν, ἀπὸ κάθε μαρμαρίνην φαεινὴν χορδήν, αἱ εἰκόνες, αἱ ἰδέαι, τὰ ἄνθη, τὰ ἀρώματα, ἐκπορεύονται, ἔρχονται, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ σὰν ἀνοιγμένα χείλη, τὰ ὡραῖα συναισθήματα, οἱ ὡραῖοι πόθοι, τὰ ὡραῖα Λόγια τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος. Ἔρχονται καὶ θωπεύουν καὶ στολίζουν τὴν ψυχὴν καὶ τὴν φιλοῦν, μὲ τὸν διάπυρον πόθον νὰ τὴν κάμουν Ὡραίαν. Καὶ ἡ Ψυχὴ εὐφραίνεται καὶ μεθᾷ, σὰν Νύμφη ὑπὸ παρθένων στολιζομένη διὰ συνουσίαν μὲ Ὡραῖον Θεόν.

Ἄχ ! τί παραδίσειαι εἶνε αἱ Ὧραι ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ γαμήλια πρόθυρα. Ἐνίοτε αἰσθάνομαι ἐπὶ τῶν νώτων μαλακὸν πλοῦτον πορφῦρας, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν λαμποβολὴν διαδήματος. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα προσκλίνει ἀκούσια ἀπὸ τῶν βαθμίδων, διὰ νὰ δεχθῇ τὰ ἁβρότατα χαρίσματα, ὅπως Βασιλεὺς ἀπὸ Θρόνον δεχόμενος δῶρα. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα ὑποκλίνεται μὲ εὐλάβειαν εἰς ὡραῖον ἄγγελον φέροντα κρίνον · καὶ ἐνίοτε μοῦ φαίνεται ὅτι, σὰν ἀπὸ Ὡραίαν Πύλην Ναοῦ, μὲ ἀργυρόμαλλον νεότητα Ὄντος Ἀθανάτου, τείνω ῥοδίνην εὐδαιμονίαν χειλέων, πρὸς ἅγιον φίλημα Ὡραίας Θεότητος.

Θ. ΘΑΝΑΤΟΣ

Θ. Θάνατος· περ. «Παναθήναια», τόμ. 8, 15-9-1904, σελ. 295-297

ιε. «Στὴ ζωγραφιὰ τοῦ Παύλου Τούμαν» (Ὡς Ἀπολλώνιος· ἀνεξακρίβωτον)

ιστ. «Δεύτερη ζωή» (ἀνεξακρίβωτον)

ιζ. «Τὸ ἄλαλο ἀηδόνι» (ἀνεξακρίβωτον)

ιη. «Πρωτομαγιά» (ἀνεξακρίβωτον)

ικ. «Τηλεφωνήματα» (Ὁ Νουμᾶς, ἀρ. 600, 1-10-1916)

[Σ. τοῦ «ΝΟΥΜΑ». Τὸ ἄρθρο αὐτὸ τοῦ μακαρίτη Περικλῆ Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σὲ παλιὸ συρτάρι τοῦ «Νουμᾶ», λησμονἠμένο ἐκεῖ ἀπὸ τὰ 1903 ποὺ μᾶς τὸ εἶχε δώσει μαζὶ μ᾿ ἕνα ἄλλο ἄρθρο, «Ὁ Τραγουδιστὴς» ποὺ τυπώθηκε στὸν 34 ἀριθμὸ 1903 τοῦ «Νουμᾶ», μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ι. Ἄνεμος», ποὔχει καὶ τοῦτο τὸ ἄρθρο. Στὰ «Τηλεφωνήματα» μέσα ὑπάρχει ὁλόκληρος ὁ Γιαννόπουλος μὲ τὶς φωτεινές του ἰδέες, μὲ τὶς γοητευτικὲς παραξενιές του καὶ μὲ τὸ ἰδιόρρυθμο ὕφος του.]

Δὲν ἐννοεῖτε, δὲν ἐννοεῖτε, δὲν ἐννοεῖτε. Καὶ ἔχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε τὶ εἴδους ἐργασία ἔχει γίνει καὶ πόση ἐργασία· τὶ εἴδους εἶναι αὐτή, πῶς πρέπει νὰ κινηθῇ καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν. Καὶ θέλετε νὰ χυθῇ εἰς τὰ παλαιὰ καλούπια· ἀλλὰ πῶς ἀφοῦ εἶναι νέα, εἶναι ἄλλη; Καὶ διστάζετε νὰ δοκιμάσετε· τί σᾶς μέλει; πρὸς ποίους ἀπευθύνεσθε; δὲν ἀπευθύνεσθε πρὸς τοὺς πολλούς; Πρὸς αὐτοὺς κ᾿ ἐγώ. Δώσατε σεῖς τὴν ἐργασίαν μου πρὸς τοὺς πολλοὺς καὶ ἀφίσατε αὐτοὺς νὰ κρίνουνε, αὐτοὺς ἐρωτήσατε ἂν τοὺς ἀρέση, ἂν τοὺς κάμνῃ καλόν. Τοὺς πολλούς. Πρὸς τοὺς πολλοὺς ἀπευθύνομαι ἐγώ. Τοὺς πολλοὺς θέλω νὰ ἐξυπνήσω· τῶν πολλῶν θέλω νὰ ἐλευθερώσω, νἀναστήσω τὴν ψυχήν.

Μοῦ ζητᾶτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ἰδεῶν. Τί σᾶς μέλει; Τί σᾶς μέλει; Τί σᾶς μέλει; Ἐγὼ μειόνουμαι, ἐγὼ βλάττομαι, ἐγὼ χάνω. Νομίζετε ὅτι δὲν τὸ ἐννοῶ; Ἀλλ᾿ αὐτὸ θέλω. Ἐὰν ἐγὼ πάρω καὶ τελειώσω κἄτι τι, αὐτὸ ἐτελείωσε, δὲν ἔχει νὰ τὰ πάρῃ ἄλλος, τίποτε δὲν ὡφελεῖ, εἶναι ἰδικόν μου. Ἀλλὰ ἐὰν πετάξω σωροὺς ἰδεῶν, δυνατὸν ὁ καθεὶς νὰ πάρῃ, νὰ κόψῃ, νὰ ράψῃ, νὰ κτενίσῃ, νὰ δημιουργήσῃ ὅ,τι θέλει.

Νά, λ.χ.: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔζησε δέκα χρόνια εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὴν ἀγάπησε, φυσικώτατα, κἄτι περισσότερον νὰ εἶδε ἀπὸ κάθε σοφὸν ποὺ πῆγε μόνον νὰ τὴν μελετήσῃ, φυσικώτατα δυνατὸν νὰ εἰπῇ ὡραῖα πράγματα. Καὶ μ᾿ αὐτὸ τί; Θὰ εἰποῦν μόνον: Ὡραῖα τὰ λέγει. Καὶ ἔπειτα; Τίποτε. Καὶ αὐτὸ δὲν θέλω ἀκριβῶς. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ἑκατομμυριοστὴν φοράν: Ὅ,τι θέλω νὰ εἰπῶ, δύναμαι νὰ τὸ εἰπῶ ὡραιότατα. Δὲν θέλω, δὲν θέλω, δὲν θέλω καὶ δὲν πρέπει νὰ θέλω.

Ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους μὴ ἐξαιρῶν κανένα: Θέλετε νὰ δημιουργηθῇ ἕνας ἰδεολογικὸς κόσμος ὡραῖος; Σεῖς, θὰ τὸν δημιουργήσετε ἅμα σᾶς εὕρουν τὸν δρόμον. Ἐσεῖς θὰ τὸν χαρῆτε, ὄχι ἐγώ. Θέλετε νὰ ξεπαγώσουν, νὰ ξεναρκωθοῦν, νὰ κινηθοῦν οἱ πολλοὶ πρὸς ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ ποθῆτε; Ἀφῆστε με ἐλεύθερον νὰ τοὺς κεντρίσω, καὶ νὰ τοὺς οἰστρῃλατίσω ὅπως ξέρω ἐγώ.

Καὶ σᾶς παρακαλῶ, σᾶς παρακαλῶ, σᾶς παρακαλῶ: Πάρετε νὰ διαβάσετε μίαν Μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς καὶ τοῦ Χρώματος ποὺ θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν «Ἀνατολήν». Θὰ σὰς φανῇ καλὴ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ εἶναι καὶ δὲν εἶναι τίποτε. Εἶναι σπουδαία -ἐγὼ βλέπετε μιλῶ στῆθος μὲ στῆθος- καὶ δὲν εἶναι τίποτε, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ κατόπιν. Αὐτὰ τὰ δυὸ φύλλα ἔχουν δυὸ ἀγκωνάρια θεμελίων. Ἑνὸς κόσμου. Καθ᾿ ὅλους τοὺς κανόνας τοῦ κτισίματος. Καὶ κόκκορας ἀκόμα ἔχει σφαγεῖ. Καὶ διὰ τὸ κάθε τι εἶναι τὸ ἴδιον. Δὲν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετῶν; Βάλετε τὸ χέρι σας εἰς τὴν καρδιάν σας. Δὲν σᾶς χρειάζονται ἑκατομμύρια τοιούτων ἰδεῶν; Δὲν σᾶς εἶναι χρησιμώτεραι ἀπὸ κάθε ἄλλο; Δὲν προτιμᾶτε σωροὺς ὑλικῶν μὲ τὰ ὁποῖα νὰ κτίσετε σεῖς ὅ,τι θέλετε παρὰ δυὸ τρία τελειωμένα λιθάρια; Καὶ δὲν εἶναι κρίμα ἂν αὔριον ψοφήσω νὰ τὰ πάρω μαζί μου ἐγώ; Διατί δὲν θέλετε νὰ τὰ πάρετε, νὰ τὰ ἐξασφαλίσετε, νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε μίαν ὥραν ἀρχίτερα; Ποῖος σᾶς λέγει ὅτι αὔριον δὲν εἶναι πιθανὸν ἕνα κεραμίδι νὰ μοῦ κόψῃ τὸν ἀέρα;

Ἐσᾶς ἐσᾶς σᾶς χρειάζονται αὐτά· ἐμενα δὲν μοῦ χρειάζονται τίποτε. Ἐμένα μὲ ἐνοχλοῦν μόνον, μὲ βαρύνουν μόνον. Μὴ κάμνετε σὰν Εὐρωπαῖοι. Ἐγὼ δὲν κάθομαι νὰ κτενίσω τέτοια βάρη. Ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι ἐλαφρός, σὰν τὸ πουλί. Τύχη τὰ πάντα καὶ τύχη ὤθησεν ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἰδῇ δέκα πράγματα περισσότερα διὰ τὴν κοινὴν ζωήν. Πάρετε αὐτὰ τὰ πράγματα, μὴ τὰ χάσετε.

Ἐγὼ τίποτε δὲν σᾶς ζητῶ καὶ τίποτε δὲν ἔχετε νὰ μοῦ δώσετε. Ἐπαίνους δὲν θέλω. Δόξαν σᾶς τὴν χαρίζω. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀδειάσω εἰς τὸ κεφάλι ὅ,τι εἶναι χρήσιμον, κινητικόν, ἡδονικὸν τῆς ζωῆς σας· γρήγορα, γρήγορα καὶ ἔπειτα χαίρετε, χαίρετε. Ἐγὼ μίαν φορὰν θὰ ζήσω, δὲν θὰ ζήσω δυό. Καὶ ὅταν περάσῃ ἡ νεότης, τὰ ρέστα σᾶς τὰ χαρίζω. Κ᾿ ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ φάω τὰ νειάτα μου μὲ σᾶς. Ἐγὼ τὴν μόνην δόξαν ποὺ ἐζήλευσα εἶναι ἡ δόξα τῶν φιλιῶν. Θέλω νὰ αἰσθάνομαι τὸ κεφάλι μου ἄδειο, κούφιο, φορτωμένο μὲ τὸ στεφάνι τῶν φιλιῶν. Καὶ θέλω νὰ πεθάνω νέος. Καὶ θέλω νὰ πεθάνω ὀρθός. Θὰ κάμω ὅ,τι εἶναι δυνατὸν γιὰ νὰ σᾶς πείσω νὰ τὰ πάρετε, γιὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι εἶναι χρήσιμα διὰ σᾶς. Θέλετε νὰ τὰ πάρετε; Πάρετέ τα, εἶναι ἰδικά σας. Δὲν θέλετε; Τύφλα σας!

«Ι. Ἄνεμος»

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Τηλεφωνήματα», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 600, 1-10-1916· ἐγράφη τὸ 1903)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ:

α. Charles Dickens, «Ὁ θάνατος τοῦ μεθύσου» (Ὡς Λωτός· «Νέον Πνεῦμα», ἔτος Β’, τόμ. 2, 1894, σελ. 5-14)

ΤΟ 

ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ 

ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ 

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΔΙΣ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ 

ΕΤΟΣ Β ́. ΤΟ ΜΟΣ Β’. 

Γιάννης Πατίλης λογοτεχνικό περιοδικό 

Πλανόδιων 

Αρχείο Η Λογοτεχνικών Περιοδικών 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ» Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ 

1894. σελ. 5 -14. 

CHARLES DICKENS 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΘΥΣΟΥ 

“Ένας άνθρωπος στεκότανε παρά το προσκέφαλο ψυχομαχούσης γυναικός, ενώ γονατισμένα παιδιά κοντά στο κρεββάτι ανεμίγνυον με τους πνιγμένους στεναγμούς των αθώας προσευχάς. 

Το δωμάτιον ήτανε επιπλωμένο πτωχά αρκετή δε ήτανε μια μα τια επί του λυγνού και μελανού αθλίου όντος το οποίον δεν είχε πειά, παρά μια αδύνατη λάμψι ζωής, για να καταλάβη κανείς, μέχρι ποίου βαθμού τα βάσανα, αι στερήσεις, αι αγωνίαι είχαν βασανίσει την καρδιά της σε μακρά και βαρειά χρόνια. 

Μια άλλη γυναίκα, ήδη γρεια, με βρεμένο το πρόσωπο από δάκρυα, υπεβάσταζε με τον βραχίονα της το κεφάλι της ετοιμοθανάτου” ήτανε η κόρη της. 

Το αγωνιών όμως πρόσωπο δεν ήτανε εστραμμένο προς αυτήν, τα παγωμένα και τρέμοντα χέρια δεν έσφιγγαν τα δικά της τον άνδρα της ζητούσε η άμοιρη, επάνω του προσεκολλάντο τα μάτια της, τα έτοιμα να κλεισθούν για πάντα και ο ανήρ έχαμήλονε το κεφάλι υπό το βλέμμα αυτό. Τα ρούχα του εν αταξία βρώμικα, απεριποίητα, το πρόσωπο αναμμένο, τα μάτια βαρειά γεμάτα αίμα. 

Τον έσυραν από όργιον για να παρευρεθή εις το λυπηρό τέλος εκείνης που έφερε το όνομά του. 

Μια λάμπα σκεπασμένη με χαρτί κοντά στο κρεββάτι έριχνε ξεβαμμένο φώς επί των παρευρισκομένων, αφήνουσα το λοιπόν του δωματίου σε βαρύ και βαθύ σκοτάδι. Εκτός του σπιτιού βασίλευε η σιωπή της νύχτας και η ακινησία του θανάτου εκυρίευε το δωμάτιο, Εις το σκέ πασμα της γωνιάς κρεμότανε ένα ρολόγι’ το τικ-τακ ήτανε ο μόνος κρότος που διέκοπτε την απόλυτο γαλήνη, την επίσημη και όλοι όσοι ήσαν εκεί ακούοντες αυτόν τον πένθιμον ήχον εγνώριζαν ότι η ώρα δεν θα περνούσε χωρίς ο δείκτης να σημειώση τη στιγμή που η ψυχή θα φτερούγιζε.. 

Τέλος τα δάκτυλα της ψυχομαχούσης λύθηκαν και τα μάτια της που ανεπαύοντο απάνου στα παιδιά ανέβηκαν στον πατέρα. Προσεπάθησε ματαίως να μιλήση και ξανάπεσε πίσω στο προυσκέφαλο έπειτα έμεινε τόσο ήσυχη τόσο ήρεμος που φαινότανε βουτηγμένη στον ύπνο. “Έσκυψαν απάνου της, την φώναξαν με τ’ όνομά της, πρώτα σιγά-σιγά, έπειτα δυνατώτερα, με κραυγές, με τον τόνο της απελπισίας. Δεν έλαβαν καμμιά απάντησι. 

Ήθέλησαν να μάθουν αν ανάσαινε: δεν άκουσαν καμμιά πνοή. Ήθέλησαν να βεβαιωθούν αν η καρδιά της κτυπούσε κανένας παλμός δεν ε άραξε τα επιτεθέντα δάκτυλα. 

Η καρδιά ήτανε σπασμένη, και αυτή πεθαμένη. 

Ο σύζυγος έσωριάστηκε σε μια καρέκλα κοντά στο κρεββάτι και εκτύπησε το φλέγον μέτωπό του με τα συσπασμένα χέρια του. Το βλέμ μα του επλανήθη κατά σειράν από του ενός εις τον άλλον έκ τών παρ ευρισκομένων, αλλ’ όταν τα δακρυσμένα μάτια του συνήντησαν τα μά τια της κόρης του, ανατρίχιασε. Κανένα λόγο παρηγορίας δεν ήκουσε, κανένα κίνημα ευσπλαγχνίας δεν τον εζήτησε. “Ολοι έφευγαν μακρυά απ’ αυτόν, τον απέφευγαν. Και όταν τέλος εγκατέλειψε το δωμάτιον, τρεκλών, κανείς δεν έσκέφθη να τον συγκρατήση, να τον ακολουθήση, να του απευθύνη λέξιν συλλυπητήριον. 

Τα χρόνια παρήλθαν τα τέσσερα παιδιά που αφήκε η γυναίκα του μεγάλωσαν, και μετ’ ολίγον δεν ήσαν πειά παιδιά. Ο πατέρας, αυτός έμεινε ότι ήτανε και πριν, πάντα πειό πτωχός, πειό βρωμερός, πειο απαίσιος, και πάντα ο ίδιος μέθυσος, με ριζωμένο το πάθος, αδιόρθωτος. – Τα παιδιά, του προ πολλού τον είχαν εγκαταλείψει για να τρέχουν σ’ τους δρόμους μόνη η κόρη έμεινε μαζί του, αλλ’ ειργάζετο σκληρά, και δεν έμεινε βρυσια, ή κτύπημα που δεν μετεχειρίσθη για να την αναγκάση να του πάρη πιοτό ή για να του δώση χρήματα που ξόδευε σ’ την ταβέρνα. 

Ένα βράδυ κατά τας δέκα – η κόρη ήτανε άρρωστη, και δεν υπήρχον κατά συνέπειαν χρήματα για την ταβέρνα- επήγαινε προς το σπίτι του συλλογιζόμενος ότι, αν είχε αυτή κατορθώση να κερδήση τίποτε, δεν θα είχε ανάγκη να φέρη τον γιατρό της συνοικίας, ή να σκοτισθή να ρωτήσω τι είχε γιατί ώς εκεί ποτέ δεν έφθανε η σκέψι του. 

Ήτανε Δεκέμβριος καιρός υγρός. Ο άνεμος έφύσα δυνατά, διαπερών τα ρούχα, παγώνων τα μέλη: η βροχή έπεφτε με το σακκί. ‘Εζήτησε ελεημοσύνη από ένα διαβάτη όστις τού έδωκε όλίγα κερμάτια. μ’ αυτά αγοράσας ένα ψωμάκι– διότι είχε συμφέρον να μη αφήση την κόρη του να πεθάνη – ετάχυνε τα βήματά του όσο του επέτ επε ο άνεμος και η βροχή. 

Πίσω από το Φλιτστρίτ και μεταξύ του δρόμου αυτού και του Τάμεσι, είνε πολλοί δρoμίσκοι στενοί και δυσώνυμοι αποτελούντες τμήμα του διαμερίσματος του Ουάϊτφρίαρ. ‘Επήγαινε προς αυτό το μέρος. 

Ο μεγάλος δρόμος εις τον οποίον εισήλθε, υπό την εποψιν της ρυπαρότητος και της δυστυχίας ήδύνατο να συναγωνισθή με την σκοτεινοτέραν γωνίαν της παλαιάς αυτής συνοικίας, σ’ την πειο περίφημη εποχή της για τη ρυπαρά όψι της και τα εγκληματικά της τολμήματα. Τα σπήτια ακανονίστου ύψους, από δύο ώς τέσσαρα πατώματα, είχαν επάνω τους όλα τα χρώματα από την μακροχρόνιον επίδρασιν του ανέμου, της βροχής, της υγρασίας, επί σπιτιών ενοικιαζομένων κατά δωμάτια, σπιτιών παραδόξως οικοδομημένων με τα χονδροειδέστερα υλικά. Τα παράθυρα μπαλωμένα με χαρτιά και με βρωμερώτατα κουρέλια. Ή πόρτες ξεχαρβαλωμένες επί όλων των προσόψεων παλούκια παντός μεγέθους επί των οποίων έκρέμοντο ασπρόρουχα πρός στέγνωμα απλωμένα και οδυρμός από τους καυγάδες ή από τη μέθη έβγαινε από όλα τα δωμάτια. 

Ο άνθρωπος τον οποίον ακολουθήσαμε σ’ αυτό το καταγώγιον, εξηκολούθει βαδίζων σ’ το σκοτάδι πότε τρεκλών σ’ τους οχετούς, πό τε πέφτων σ’ τους σωρούς των ακαθαρσιών τους μαζεμένους από τη βροχή, μέχρις ότου τέλος έφθασε σ’ την άκρη του δρόμου προ του τε λευταίου σπιτιού. Η πόρτα ή μάλλον το κομμάτι που έμενε ακόμη ορθό ήτανε διάπλατα ανοικτό για την ευκολία των πολυαρίθμων κα τοικούντων μέσα ήρχισε λοιπόν να προσπαθή για να εύρη πέρασμα επί της χαλασμένης και κλονιζομένης κλίμακος, ν’ ανεβή πασπατευτά μέχρι της σοφίτας. 

Απείχε δύο βήματα από το δωμάτιο του, όταν η πόρτα του άνοιξε, και κορίτσι νέο, του οποίου η αχαμνια και η άθλιεστάτη όψις μόνο με το λυχνάρι που κρατούσε μπορούσε να παραβληθή, κύτταξε ανήσυχα σ’ τη σκάλα, 

– Συ είσαι πατέρα και είπε. 

– Ποιος θέλεις να ‘νε ; απήντησε αυτός με άγρια φωνή. Τι έχεις που τρέμεις ; Δεν είχα σχεδόν τίποτα για να πιώ σήμερα, γιατί τίποτα δεν πίνεται χωρίς λεπτά και λεπτά δεν βρίσκονται χωρίς δουλειά. Τι διάβολο έχεις κορίτσι ; 

– Δεν είμαι καλά, πατέρα, είπε αυτή, ξεσπώσασε λυγμούς, διόλου καλά, 

-Μπά! απήντησε ο άνθρωπος με ύφος ανθρώπου αναγκασμένου να παραδεχθή γεγονός πολύ δυσάρεστον, προ του οποίου θα ήθελε να σφαλήση τα μάτια του, αν μπορούσε. Χρέος σου ήτανε να κατορθώσης να σε καλλίτερα, γιατί έχουμε ανάγκη από χρήματα. Πήγαινε να βρής το γιατρό της συνοικίας, θα σου δώση γιατρικό. Τι διάβολο ! αυτοί οι άνθρωποι γι’ αυτό πληρώνουνται. 

Γιατί στέκεσαι μπροστά στην πόρτα ; “Αφησέ με να μπώ. 

– Πατέρα, λέει το κορίτσι με χαμηλή φωνή, σύρoυσα την πόρτα επάνω της και ισταμένη στο κεφαλόσκαλο για να του φράττη την δίοδον, ο Βίλλιαμ ξανάλθε. 

– Ποιός; ερώτησε ο άνθρωπος ανατινασσόμενος. 

– Σουτ, απήντησε αυτό, ο Βίλλιαμ, ο αδελφός μου Βίλλιαμ. 

– Και τι θέλει και λέγει ο άνθρωπος προσπαθών να κρατηθη. Χρήματα ; ψωμί ; μπίρα ; *Αν είν’ έτσι κακή ώρα διάλεξε. Δός μου το λυχνάρι – δός μου το λυχνάρι, ανόητη. Δεν θα τον πειράξω. 

Της απέσπασε απ’ τα χέρια το λυχνάρι και μπήκε στο δωμάτιο. 

Σε παληό σεντούκι απάνου, το κεφάλι μέσα ‘ς τα χέρια, τα μάτια στηλομένα σε ‘να κάρβουνο που κάπνιζε στην πυροστιά, καθότανε ένας νέος 22 χρόνων περίπου, ντυμένος με παλιογιακέτα τσόχινη, χονδρο ειδή, και πανταλόνι ξεφτυσμένο. Πετάχτηκε μόλις μπήκε ο πατέρας του, 

– Κλείδωσε την πόρτα, Μαρία, λέγει ο νέος ζωηρά. Κλείδωσε την πόρτα. Με κυττάζεις σα να μη με γνώριζες, πατέρα. Είν’ αλήθεια πώς πάει πολύς καιρός, αφ’ ότου με πέταξες όξω, για να με ξεχάσης. 

– Και τι έρχεσαι να κάμης εδώ ; ερώτησε ο πατέρας καθίζων σ’ ένα σκαμνί απ’ το άλλο μέρος της γωνιάς. Τι έρχεσαι να ζητήσης εδώ;

– Κρυψώνα ! απήντησε ο υιός. Με κυνηγάνε’ αυτό σώνει. Αν με πιάσουν, θα με κρεμάσουν, χωρίς άλλο. Και θα με πιάσουν βεβαίως, αν δεν μπορώ να μείνω ‘δώ. “Όλα πέρνουν ένα τέλος. 

– Θες να πης ότι έκλεψες, σκότωσες ; λέγει ο πατέρας. – Ναι, απήντησε ο υιός, Σου φαίνεται παράξενο, πατέρα;

Εστύλωσε καρφωτά τα μάτια του, σ’ τη ματιά του πατέρα, ο οποίος δια μιας κύτταξε χάμω. 

– Πού είναι οι αδελφοί σου ; λέγει αυτός μετά μακράν σιωπής. 

– Όπου δε θα σε στενοχωρήσουν. Ο Τζων έφυγε για την Αμερική και ο Ερίκος είναι πεθαμμένος. 

– Πεθαμένος, λέγει ο πατέρας, με τίναγμα που δεν μπόρεσε να συγκρατήση. 

– Πεθαμένος, επανέλαβε ο νέος. Πέθανε στα χέρια μου. Έσωριάστηκε από μια τουφεκιά, σα σκυλί, από φύλακα του κυνηγιού. Έκαμε ένα δύο βήματα πίσω τρεκλών, τον βοήθησα και το αίμα του έσταζε απ’ τα χέρια μου. Έτρεχε σα νερό απ’ την πληγή που του καμε ή σφαίρα σ’ το πλάγι. Λυποθυμούσε, τα μάτια του θόλωσαν, αλλά έπεσε σ’ τα γόνατα και παρεκάλεσε το Θεό, αν η μητέρα του ήτανε σ’ τον ουρανό, να ακούση τας προσευχές που θα του απηύθυνε δια την συγχώρησιν του νεωτέρου της υιού. «Ήμουν ο αγαπημένος της, Βίλλ, είπε, και είμαι ευτυχής να συλλογίζωμαι τώρα ότι, όταν απέθανε, αν και ήμουν τότε νεώτατο παιδί, η καρδιά μου πήγε να σπάση και γο νάτισα σ’ τα πόδια του κρεββατιού και ευχαριστούσα το Θεό που με καμε ν’ αγαπώ τόσο τρυφερά την πτωχή γυναίκα, που δεν της έκαμα ποτέ τίποτα ούτε της είπα για να χύση κ’ ένα δάκρυ μόνο. “Ω! Βίλλ! γιατί μας την επήραν και δεν μας έμεινε παρά ο πατέρας μας; » Να τα τελευταία του λόγια όταν πέθαινε, είπε ο νέος. Τον είχες μπατσίσει σ’ τη μανία της μέθης σου, το πρωί που φύγαμε, και να το αποτέλε σμα. Η κόρη εστέναζε κλαίουσα πικρά. Ο πατέρας, αφήνων το κε φάλι του να πέση σ’ τα γόνατά του, έκουνιότανε άφωνος. 

– Αν με πιάσουν, λέγει ο νέος, θα με πάνε σ’ την επαρχία, και θα με κρεμάσουν για το φόνο αυτού του ανθρώπου. Εδώ δεν μπορούν να με βρούν αν δεν βοηθήσης την αστυνομία, πατέρα. Ξέρω ότι μπορείς να με παραδώσης σ’ τη δικαιοσύνη, αλλ’ αν δεν το κάμης, μπορώ να κρυφθώ εδώ μέχρις ότου βρώ την ευκαιρία να γλυτώσω. 

Τρεις ημέρες έμειναν και οι τρεις σ’ τη στενή και βρώμικη σοφίτα χωρίς να ξεμυτήσουν. Το τρίτο όμως βράδυ, η κόρη εχειροτέρευσε και τα λίγα τρόφιμα που είχαν μείνει φαγώθηκαν. Τότε ήτο απόλυτος ανάγκη να βγη ένας, για να εύρη άλλα, και επειδή η κόρη ήτανε πολύ αδύνατη και πολύ άρρωστη, ανέλαβε ο πατέρας την εκδρομή με το σούρπωμα. 

Του έδωκαν γιατρικά για την κόρη του και λίγα λιανά δήθεν χρη ματικής βοήθειαν. Γυρίζων εκέρδισε και 6 πένες κρατών ένα άλογο, και ξαναπήγε σ’ το σπίτι με αρκετά χρήματα ώστε να αρκέσουν εις τα πειο επείγοντα για δυο τρεις ημέρες. Πέρασε έμπρός απ’ την ταβέρνα. Σταμάτησε μια στιγμή, προσπέρασε, ξαναγύρισε, στάθηκε ακόμη και τέλος μπήκε. Δυο άνθρωποι που δεν πρόσεξε φύλαγαν καρτέρι. Ησαν έτοιμοι να παραιτήσουν τις αναζητήσεις των όταν ο τρόπος του προσ είλκυσε την προσοχήν των, και όταν τον είδαν να μπαίνη σ’ την τα βέρνα τον ακολούθησαν. 

– Θα τσουγκρίσης μαζί μου, λέγει ο ένας εκ των δύο, προσφέρων ένα ποτηράκι ρακί. 

– Και μαζί μου, λέγει ο άλλος, γεμίζων το ποτήρι μόλις άδιασε. 

Ο άνθρωπος συλλογίστηκε τα παιδιά του που πεινούσαν και το παιδί του που διέτρεχε κίνδυνον, αλλά και μέθυσος δε σκοτιζότανε ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. “Έπιε και μετ’ ολίγον δεν ήτο κύριος του λογικού του. 

– Να μια βραδειά πολύ υγρή, του λέγει ο ένας από τους ανθρώπους σ’ το αυτί, καθώς γύριζε για να φύγη, αφ’ ου ξόδευσε για να πιω τα μισά χρήματα, που μπορούσαν ίσως να μακρύνουν λίγες μέρες ακόμη τη ζωή της κόρης του. 

– Αλήθεια νυχτιά καλή για κείνους που’χουν ανάγκη να κρυφθούν, Βάρδεν, λέγει ο άλλος με επίσης χαμηλή φωνή.

– Κάθησε κεϊ, λέγει εκείνος που μίλησε πρώτος σπρώχνων αυτών σε μια γωνιά: ζητούσαμε τον νέον, ηθέλαμε να του πούμε ότι δεν έχει να φοβάται τίποτα και δεν μπορέσαμε να τον βρούμε, γιατί δεν ξέραμε ακριβώς πού. Αλλά δε μας φαίνεται παράξενο, γιατί δεν πιστεύω να ‘χε την ιδέα νά ‘λθη σ’ αυτά εδώ τα μέρη φθάνων σ’ την Λόντρα. 

– Όχι, δεν είχε τέτοια ιδέα, απήντησε ο πατέρας. Οι δύο άνθρωποι αντήλλαξαν βλέμμα συνεννοήσεως. 

– Είνε ένα πλοίο σ’ τον λιμένα που θα σηκώση την άγκυρά του τα μεσάνοιχτα με την παλίρροια, επανέλαβε ο πρώτος εκ των συνομιλούν των, και θα τον βάλουμε μέσα σ’ αυτό το πλοίο. Τον εγράψαμε με άλλο όνομα και το καλλίτερο απ’ όλα επληρώσαμε το ναύλο του. “Έ χεις τύχη που σε συναντήσαμε. 

– Βέβαια, λέγει ο δεύτερος. 

– Τύχη απαγχονισμένου, λέγει ο πρώτος κάμνων σημείον εις τον δεύτερον.

–Απαγχονισμένου, απήντησε ο δεύτερος με ειρωνικόν μειδίαμα, – ‘Ακόμη ένα ποτηράκι, λέγει ο πρώτος. 

Σε πέντε λεπτά κατόπιν ο πατέρας είχε παραδώσει το παιδί του εις τα χέρια του δημίου. 

Αργά πολύ αργά περνούσε η ώρα σ’ την αθλία σοφίτα. Ο αδελφός και η αδελφή, περίμεναν, άκουαν, σε αγωνία, βάζοντας τ’ αυτί σ’ το μικρότερο κρότο. Τέλος άκουσαν βάδισμα βαρύ σ’ τη σκάλα. Επλησί αζε, έφθασε σ’ το κεφαλόσκαλο και ο πατέρας μπήκε τρεκλών σ’ το δωμάτιο. 

Η κόρη είδε πώς ήταν μεθυσμένος και προχώρησε με το λυχνάρι στο χέρι, προς αυτόν. Αλλ’ έσταμάτησε άξαφνα, έβγαλε μια φωνή κ’ έπεσε ξερή σ’ το πάτωμα. Είχε δει τη σκιά ενός άλλου ανθρώπου απ’ όξω και έπειτα ενός δευτέρου. Κ’ οι δυο μαζύ χύθηκαν σ’ τη σοφίτα μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο ο νέος ήτανε δεμένος. 

– Γλήγορα τα καταφέραμε, λέγει ο ένας εκ των ανθρώπων σ’ το σύντροφό του, χάρις σ’ το γέρω μεθύστακα. ‘Ανασήκωσε το κορίτσι, Τώμ. “Έλα, έλα παιδί μου, τα κλάμματα δεν ωφελούν. Είνε δουλειά τελειωμένη, μή την συλλογίζεσαι πειά. 

Ο νέος έσκυψε σ’ την αδελφή του, έπειτα η ματιά του στηλώθηκε αναμένη, θηριώδης, σ’ τον πατέρα του, ο οποίος κολλημένος σ’ τον τοίχο κύτταγε το θέαμα με την ηλιθιότητα της μέθης. 

– Ακουσέ με πατέρα, λέγει ο νέος με φωνή που έκαμε τον μέθυ σον ν’ ανατριχιάση, το αίμα μου και το αίμα του αδελφού μου θα ξεσπάσουν σ’ το κεφάλι σου. Ποτέ δε με κύτταξες με φιλικό τρόπο, ποτέ δε μου είπες γλυκό λόγο, και σ’ αυτή τη ζωή και την άλλη δεν θα σε συγχωρήσω ποτέ. Πέθανε όταν και όπως θέλης, θα με βρής κοντά σου. Σου μιλώ σαν πεθαμμένος, και σου προλέγω, πατέρα μου, ότι την ημέρα που θα παρουσιασθής μπροστά στον πλάστη σου, τα δυό σου παιδιά θα ‘νε εκεί, πιασμένα από το χέρι για να σε κατηγορήσουν μπροστά του. 

Σήκωσε τα δεμένα χέρια του με κίνημα απειλής, εστήλωσε τα μάτια του σ’ τον μέθυσο και έφυγε σιγά σιγά απ’ τη σοφίτα. 

Όταν το φως της ημέρας, αόριστον και ομιχλώδες, διεπέρασε τον στενό δρόμο και βρήκε πέρασμα μέσα απ’ το καταλερωμένο γιαλί της σοφίτας, ο Βάρδεν ξύπνησε από το βαρύ του ύπνο και βρέθηκε μόνος. Σηκώθηκε, κύτταξε γύρω του το παληόστρωμα που βούλωνε το σπα σμένο τζάμι ήτανε απείρακτο, όλα ήτανε στη θέση τους καθώς πρώτα και τίποτα δεν έδειχνε πώς άλλος απ’ αυτόν είχε μείνει στο δωμάτιον την νύκτα. Ερώτησε τους γείτονας: αλλά κανείς δεν είχε δει την κόρη του, ούτε άκουσε να μιλούν γι’ αυτήν. Έγύρισε στους δρόμους, εκκύταζε ψαχτά όλα τα πρόσωπα που περνούσαν πλήθος γύρω του. Αν αι αναζητήσεις του ήσαν ανωφελείς και γύρισε σ’ την τρώγλη του το βράδυ, απελπισμένος και κουρασμένος. 

Από κείνη την ημέρα έζησε διακονεύων. Κάθε πεντάρα που ξεκολλούς από την ελεημοσύνη και την ευπιστία εκείνων που παρακαλούσε, έξω δεύετο κατά τον ίδιο τρόπο καθώς και πρίν. Πέρασε ένας χρόνος έτσι. Η φυλακή μόνη θα μπορούσε να τον σκεπάση για μερικούς μήνας. E κοιμότανε από κάτου απ’ τα γεφύρια, σ’ τους φούρνους που μένουν τα τούβλα, παντού όπου μπορούσε να βρή όλίγη ζέστα, ένα καταφύγιο απ’ τη βροχή και το κρύο. Αλλά και σ’ αυτή την ακροτάτη αθλιότητα, μολονότι άρρωστος και πλάνης, έμεινε μέθυσος. 

Τέλος μια νύχτα, σωρειάστηκε σ’ το κατώφλι της πόρτας και λιπο θύμησε. Το πάθος και η άσωτεία τον εξήντλησαν ώς το κόκαλο. Τα μάγουλά του γουβωμένα και πράσινα, τα μάτια του χωμένα, ή ματιά του θολή. Τα γόνατά του κούφια λύγιζαν από το βάρος του κορμιού του, και παγερό ανατρίχιασμα έτρεχε σ’ όλα του τα μέλη. 

Σηκώθηκε, έσυρε το αδυνατισμένο του κορμι λίγο παρα πέρα. Ο δρόμος σωπούσε έρημος. Οι σπάνιοι διαβάται που περνούσαν στην πε ρασμένη αυτή ώρα έχάνοντο διά μιάς και η τρεμουλιαστή φωνή του σύστηκε μέσα σ’ τον κρότο των αργοπορημένων αμαξών. Το ίδιο ανα τρίχιασμα εκλόνησε τα μέλη του και του φάνηκε ότι το αίμα του στε κότανε σ’ της φλέβες του. ‘Έχώθηκε σε γωνιά πόρτας, μαζεύτηκε, και προσπάθησε να κοιμηθή. 

Αξαφνα πετάχτηκε, κυριευμένος από φρικτό τρόμο. “Ακουσε τη δική του τη φωνή σ’ το σκοτάδι, χωρίς να ξέρω γιατί, και πως είχε φωνάξει. “Ένα μούγκρισμα βαθύ βγήκε από μέσα του, αι αισθήσεις του νεκρώθηκαν, ασυνάρτητα λόγια ξέφυγαν από τα χείλια του χωρίς να θέλη, τα νύχια του εμπύχτηκαν στα κρέατά του και τα ξέσχισαν. 

Τον έπιανε η τρέλλα! 

Φώναξε ζητώντας βοήθεια ! “Έπειτα η φωνή του σβύστηκε σ’ το στηθός του, 

Σήκωσε το κεφάλι του και η ματιά του ακολούθησε το μακρύ απαίσιο δρόμο. Θημήθηκε ότι κι’ άλλοι παραπεταμένοι, και ξεγραμμένοι απ’ τη ζωή σαν κ’ αυτόν, καταδικασμένοι να πλανώνται νύχτα-μέρα σ’ τους μαύρους αυτούς δρόμους, έχασαν το μυαλό τους από το βάρος της ε ρημιάς των, Θημήθηκε ότι είχε ακούσει να λένε, πολλά χρόνια πριν, ότι ένας άθλιος πλανόβιος είχε βρεθή, σ’ ένα αγκωνάρι δρόμου τροχίζων σκουριασμένο μαχαίρι που ήθελε να μπήξη σ’ την καρδιά του, προτιμών το θάνατο απ’ αυτή την αιωνία οδοιπορία χωρίς ελπίδα. Διά μιάς, πήρε την απόφασι, και τα μέλη του ξαναβρήκαν νέα ελαστικότητα: αφήκε τρέχων το μέρος όπου ήτο και δεν σταμάτησε παρ’ όταν ευρέθηκε σ’ τα χείλα του Τάμεση. 

Κατέβηκε τη σκάλα που πάει από το πλάι της γεφύρας του Βατερλώ έως την επιφάνεια του νερού. Κρύφθηκε σε μια γωνιά, και βάσταξε την αναπνοή του όταν πέρασε η περίπολος. 

Ποτέ καρδια φυλακισμένου που πρόκειται να δραπετεύση δεν τινάχτηκε τόσο τη στιγμή της ελευθερίας και της ελπίδος της επανόδου σ’ τη ζωή, όσο ανατρίχιαζε από χαρά ο άνθρωπος αυτός σ’ την ελπίδα του θανάτου. Η περίπολος πέρασε κοντά του, αλλά χωρίς να τον δή. Περίμενε να απομακρυνθη και να μην ακούγουνται πεια οι κροτοι των βημάτων. “Έπειτα κατέβηκε προσεκτικός κ’ ευρέθηκε από κάτου απ’ το τόξον του γεφυριού, μπροστά σ’ το ποτάμι. Το νερό ήτανε χαμηλό και έτρεχε σ’ τα πόδια του. Η βροχή είχε σταθή ο αέρας είχε πέσει, και όλα κείνη τη στιγμή ήτανε βουτημένα σε ακίνητη σιω πή, τόσο ακίνητη ώστε ο μικρότερος κρότος σ’ το αντικρυνό χειλοπόταμο, κι αυτός ακόμη και παφλασμός του νερού σ’ της δεμένες βάρκες, κτυπούσε καθαρά σ’ τα αυτιά του Βάρδεν. 

Το ποτάμι κυλούσε με τεμπελιά τα οκνά του κύματα. Σχήματα παράδοξα και φανταστικά εφύτρωναν στην επιφάνειά του κ’ έκαναν νό ημα στον άνθρωπο να πλησιάση. Μάτια μαύρα λαμπερά τον κύτταξαν και εφαίνοντο ότι γελούσαν με τον δισταγμό του, ενώ κρυφές φωνές τον έσπρωχναν από πίσω να προχωρήση. Πισωπόδησε λίγα βήματα πήρε φόρα και βούτηξε στον Τάμεσι. 

Πέντε μόλις δευτερόλεπτα είχαν περάσει όταν ξανανέβηκε στην επιφάνεια. Αλλά και τόσο λίγον καιρό τι αλλαγή είχε γείνει στις σκέψεις του και σ’ τα αισθήματά του ! Τη ζωή ! Τη ζωή όπως κ’ αν είναι ! Τη φτώχεια, τη δυστυχία, την πείνα, όλα εκτός του θανάτου ! “Αγωνίστηκε εναντίον του νερού που μαζευότανε απάνου σ’ το κεφάλι του, έβγαλε φωνές φρίκης και αγωνίας. Η κατάρα του παιδιού του αντήχησε σ’ τα αυτιά του. Το χείλος του ποταμιού ήτανε κοντά δυό οργυιές μόλις μακρυά απ’ τη σκάλα, σχεδόν άγγιζε το τελευταίο σκα λούνι. 

Επάλαισε ακόμη. “Ήτανε η υψίστη πάλη για τη ζωή. Μια στιγμή, μια μικρή στιγμή είδε καθαρά τα σπίτια κοντά σ’ τον ποταμό, τα φώτα απάνου σ’ τη γέφυρα, τα σύννεφα σ’ τον ουρανό διωκόμενα από τον αέρα. “Έπειτα βούλιαξε και ξανανέβηκε. Τότε όλαι αι αναμνήσεις της χαμένης ζωής του ξαναγέμισαν το μυαλό του. Συλλογίστηκε τον καιρό που είχε οικογένεια, ευτυχής και χαρούμενος. Συλλογίστηκε την πτωχή του γυναίκα που πέθανε απ’ τη δυστυχία και τη λύπη, το παιδί του που σκότωσε ο φύλακας του κυνηγιού, το χαμένο του κορίτσι, και είδε καρφωμένα απάνου του τα ακίνητα μάτια του κρεμασμένου Βίλλιαμ Του φάνηκε ότι πλατειές δέσμες φωτειάς ανέβαιναν από τη γη σ’ τον ουρανό και έτρεμαν μπροστά σ’ τα μάτια του, ενώ τα νερά βροντούσαν σ’ τα αυτιά του και συνεκλόνουν το μυαλό του με τα λυσ σώδη των μουγκρίσματα. 

Περί το τέλος της εβδομάδος, το κορμί του Βάρδεν ευρέθη μερικά μίλια μακρυά από την γέφυρας του Βατερλώ βγαλμένο σ’ την όχθη. Δεν ήτο πειά παρά άμορφος και φριχωδώς φουσκωμένος όγκος. Κανείς δεν ανεγνώρισε τον πνιγμένον, κανείς δεν τον λυπήθηκε ! Τον έχωσαν σένα λάκκο όπου προ πολλού έγεινε σκόνη. 

ΛΩΤΟΣ

β. Edgar Poe, «Τὸ κοράκι» (Ὡς Λωτός· «Νέον Πνεῦμα», ἔτος Β’, τόμ. 2, 1894, σελ. 116-119)

(Δημοσιεύουμε παρακάτω μετάφραση. τοῦ «Κορακιοῦ» τοῦ 1 Πόε, ἀπό τὸν Γιειρικλή Γιαννόπουλο, ποὺ αὐτὸς πρῶτος τὸ μετὰφρασε στὰ ἑλληνικά. Τὸ πρῶτο δημοσίεψε στὸ περιοδικὸ “Νέον  Πνεῦμα», τοῦ Ι. Δραγούμη, μέ τὸ ψευδώνυμο Λωτός). 

Μιὰ φορά, πού σὲ φρικτὰ μεσάνυχτα, καταβάρενα τὸ κεφάλι μοῦ, ἀδύνατος καὶ κουρασμένος, σὲ κάποιο βιβλίο περίεργο ξεχασμένης σοφίας – κι’ ἤμουνα αποκαρωμένος, σχεδὸν μισοκοιμισμένος, ἄξαφνα ἦρθε ἕνας χτύπος ποὺ νὰ κροῦσε σιγαλὰ – νὰ ᾽κρουσε στὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ – αὐτὸ μόνο καὶ τίποτε πλέον. . 

῎Α! καθαρὰ θυμᾶμαι ὅτι ἤτανε τὸν παγερὸ Δεκέμβριο. Καὶ κάθε δαυλὶ πεθαίνοντας χώρια, έφκιανε τὸν ἴσκιο τοῦ χάμου. “Ὁλόψυχα ἐπιθυμοῦσα τὸ αὔριο – τοῦ κάκου εἶχα ζητήσει στὰ βιβλία μοῦ νὰ πάρω ἀνάσα απ᾽ τὸν καϋμό – καϋμό γιά τὴ χαμένη Λενώρα – γιά τὴν ἀτίμητη καὶ λαμπερὴ κόρη, ποὺ οἱ ἄγγελοι λένε Λενώρα! — Λενώρα! ὄνομα σβυσμένο ἐδῶ κάτου γιὰ πάντα πλέον. 

Καί τὸ μεταξένιο καὶ λυπητερὸ ἀβέβαιο φρουφρού σὲ κάθε πορφυρωτή κουρτίνα μὲ διαπερνοῦσε – μὲ γέμιζε φανταστικοὺς τρόμους ποὺ δὲν εἶχα αἰσθανθεῖ ἀκόμη τόσο, ποὺ γιὰ νὰ σταματήσω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μοῦ, στεκόμουνα λέγοντας: «Εἶναι κάποιος ἐπισκέπτης στὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ, ποὺ παρακαλεῖ νὰ ‘μπει – κάποιος βραδιασμένος ἐπισκέπτης στὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ ποὺ παρακαλεῖ νὰ ‘μπει αὐτὸ μόνο καὶ τίποτε πλέον».. 

Σὲ λίγο ἡ ψυχή μοῦ δυνάμωσε καὶ χωρὶς κανένα πειά δισταγμὸ: «Κύριε, λέω, ἢ κυρία, τσ’ ἀλήθεια ζητάω τὴ συγχώρησι σᾶς ἀλλά τὸ βέβαιο εἶναι πώς, κοιμόμουνα, καὶ τόσο σιγὰ ἤρθατε κ’ ἐκρούσατε — τόσο ἁπαλὰ ἤρθατε κ’ ἐκρούσατε στὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ, ποὺ μόλις ἤμουνα βέβαιος πώς σᾶς ἄκουσα». * Ἐδῶ, ἄνοιξα διάπλατα τὴ θύρα. Σκοτάδια ἐκεῖ καὶ τίποτα πλέον.

Βαθεῖα μέσα στὸ σκοτάδι κυττάζων, στάθηκα ὥρα πολλή, ἀμφιβάλλων, φοβούμενος, ὀνειρευόμενος ὀνείρατα ποὺ κανεὶς θνητὸς δὲν ξεθαρεύτηκε νὰ ὀνειρευθεῖ ἀκόμη. Ἀλλ’ ἡ σιωπὴ δὲν ταράχθηκε διόλου, τὸ σκοτάδι δὲ σείσθηκε. Καὶ ἡ μόνη λέξη ποὺ εἰπώθηκε ἐκεῖ, ἤτανε ἡ κρυφομιλημμένη λέξη «Λενώρα!» τὴν ἔλεγα μὲ σα μοῦ – καὶ ὁ ἀντίλαλος κρυφολάλησε τὴ λέξη «Λενώρα!» μονάχα αὐτὸ καὶ τίποτα πλέον. Ξαναμπαίνοντας στὸ δωμάτιο, μέ τὴν ψυχή μοῦ ὅλη φωτιά, ἄκουσα σὲ λίγο ἕνα χτύπημα, σὰν πιὸ δυνατότερο ἀπὸ πρῶτα. «Βέβαια, λέω, βέβαια κάτι εἶναι στὶς γρύλιες τοῦ παραθύρου μοῦ. “Ἂς δοῦμε λοιπόν τί εἶν’ ἐκεῖ, ἂς ξεδιαλύνουμε αὐτό τὸ μυστήριο – ἡ καρδιά μοῦ ἂς γαληνέψει μιὰ στιγμὴ κι’ ἂς ξεδιαλύνει τὸ μυστήριο αὐτό. Εἶναι ἀέρας καὶ τίποτα πλέον»

Τσ’ ἀνοιχτὰ ἔσπρωξα τὸ παραθυρόφυλλο, ὅταν, σί στά, καὶ παίζοντας τὰ φτερά τοῦ, μπῆκε μέσα μέγα λόπρεπο κοράκι, τῶν ἁγίων παμπαλαίων ἡμερῶν. Δὲν ἔκαμε τὸ μικρότερο χαιρέτημα, δὲν έσταμάτησε, δὲν ἐδίστασε μιὰ στιγμὴ ἀλλά μὲ ὕφος λόρδου ἢ λαίδης, κάθησε ἀπάνου ἀπό τὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ – κά θησε ἀπάνου σὲ μιὰ προτομή τῆς Γιαλλάδος, ίσα-ίσα ἀπάνου ἀπό τὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ — κάθησε, ἡ σύχασε, ἔμεινε, καὶ τίποτα πλέον. 

Τότε σ’ αὐτό τὸ ἀπὸ ἔβενο πουλὶ ποὺ ξεγέλασε τὴ λυπημένη μοῦ φαντασία σὲ χαμόγελο,με τὸ βαρὺ καὶ σοβαρὸ τρόπο ποὺ εἶχε στὴ στάση τοῦ: «” Ἂν καί τὸ λυρί σοῦ εἶναι μαδημένο, ξεριζωμένο, ὄχι ! λέω, δὲ φαίνεσαι βέβαια φοβιτσάρικο, φανταστικό, ἀπαίσιο καὶ παμπάλαιο κοράκι ποὺ πλανᾶσαι μακρυά ἀπ’ τ’ ἀκρογιάλι τῆς Νύχτας – ‘πε μοῦ ποιὸ εἶναι τὸ δεσποτικό σοῦ ὄνομα στὸ πλατωνικὸ ἀκρογιάλι τῆς Νύχτας». Τὸ Κοράκι λέει: «Ποτὲ πλέον». 

Πολὺ θαύμαζα ν’ ἀκούω τὸ ἄχαρο αὐτὸ πετούμενο νὰ ἐκφράζεται τόσο καθαρά, ἂν καὶ ἡ ἀπόκριση τοῦ δὲν εἶχε πολὺ νόημα γιατὶ κανεὶς δὲ θ’ ἀρνηθεῖ πτι πο τε σὲ ζωντανὸ ἄνθρωπο δὲν ἔτυχε νὰ δεῖ ἕνα πουλὶ ἀπὸ πάνου ἀπό τὴ θύρα τοῦ δωματίου τοῦ – ἕνα πουλὶ ἢ κάθε ἄλλο ζῶον ἀπάνου στὴ σκαλισμένη προτομή, ἀπὸ πάνου ἀπό τὴ θύρα τοῦ δωματίου τοῦ – μὲ τόνομα τέτοιο σάν τὸ: «Ποτὲ πλέον». . 

Ἀλλά τὸ Κοράκι καθισμένο μονάχο στὴν ἀτάραχη. προτομὴ ἀπάνου, μίλησε τὴ μονάκριβη λέξη, σάν μὲ μόνη αὐτή τὴ λέξη νάχυνε τὴν ψυχή μοῦ, Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἐπρόφερα τίποτα περισσότερο. Αὐτὸ δὲν εκούνησε ἕνα τοῦ φτερό, – ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔκαμα τίποτα περισσότερο ἀπό τὸ νὰ πῶ μέσα μοῦ: «κ᾽άλλοι ὡς τώρα φίλοι πῆραν τὸ φύσημα τοὺς – αὔριο θὰ μ’ ἀφήσει κι’ αὐτὸ σάν τὶς ἐλπίδες μοῦ ποὺ φτερούγισαν ἀπὸ τώρα». Τότε τὸ πουλὶ λέει: «Ποτὲ πλέον». 

Ανατριχιάζων στὸ τάραγμα τῆς ἠρεμίας ἀπὸ μιὰ τόσο σωστὴ ἀπόκριση: «Χωρὶς ἄλλο, λέω, αὐτὸ ποὺ προφέρει εἶναι ὅλα τοῦ τὸ βάθος καὶ ἡ σοφία, παριμένα ἀπὸ κάποιον δυστυχισμένο κύριο τοῦ πού τὸ ἄσπλαχνο κακὸ κυνηγοῦσε ἀπὸ κοντά, κι’ ἀπὸ πολὺ κοντὰ κυνηγοῦσε ὅσο πού τὰ τραγούδια τοῦ χωροῦσαν μιὰ ελαιμό ναχη ἐπωδὴ ὅσο πού τὰ νεκρικὰ τραγούδια τῆς ελπί δάς τοῦ χωροῦσαν τὴ μελαγχολικὴ ἐπωδὴ: «Ποτέ-ποτε πλέον». 

Ἀφοῦ τὸ Κοράκι ξαναγέλασε πάλι ὅλη τὴ λυπημένη μοῦ ψυχή στὸ χαμόγελο, κύλησα διὰ μιᾶς πολυθρόνα μὲ προσκέφαλα μπροστά στὸ πουλὶ καί στὴν πρὸ τομὴ καί στὴ θύρα’ καὶ βουλιάζων στὸ βελοῦδο, ἄρχισα νὰ συνδέω σκέψη μὲ σκέψη, συλλογιζόμενος σ’ αὐτὸ πού τὸ μαντικὸ πουλί τοῦ παληοῦ καιροῦ – σ’ αὐτὸ πού τὸ σκοτεινό, ἄχαρο, ἀπαίσιο, λιγνὸ μαντικὸ πουλί τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, ἐσήμαινε κρώζοντας: «Ποτὲ πλέον». 

Γι’ αὐτὸ κάθησα μέ τὸ σκοπὸ νά τὸ σκεφθῶ, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τῷ οὔτε ἕνα λόγο στὸ πουλί, πού τὸ ἀναμμένα τοῦ μάτια ἔκαιγαν τώρα στὸ βάθος τοῦ στήθους μοῦ» γι’ αὐτὸ κι’ ἀκόμη κάθησα γιὰ νά τὸ μαντεύσω μέ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο καλά στὸ χνούδι τῶν βελουδένιων 

εφάλων ποὺ κατέτρωγε τὸ φῶς τῆς λάμπας, μενεξεδένιο χνούδι τῶν βελούδων ποὺ ἐκείνη δὲν θὰ ζαρώσει πλέον, ἄχ! ποτὲ πλέον, 

Ὁ ἀέρας μοῦ φάνηκε πὼς ἔγινε τότε βαρύτερος, μὲ μυρουδιὰ ἀπὸ θυμιατήρι ἀόρατο ποὺ κουνοῦσε ἕνα Σεραφείμ, Θυμιατήρι ποὺ ἡ ἄκρη τοῦ στὸ κατέβασμα κουδούνιζε χάμου στὸ ταπέτο. «”Ἄθλιε, φώναξα, καὶ Θεός σοῦ σοῦ χάρισε – σοῦ ”στειλε μέ τοὺς ἀγγέλους πού τὴν ἀνάπαυση καί τῆς αλησμονιάς τὸ πιοτό στὴ μνήμη σοῦ γιά τὴ Λενώρα! Πιέ! ὦ! ‘πιε τὸ καλὸ αὐτὸ πιοτὸ καὶ ξέχασε τὴ χαμένη Λενώρα!» Τὸ κοράκι λέει: «Ποτὲ πλέον!». 

«Προφήτη, λέω, πλάσμα κακοῦ! προφήτη, ‘ναι, πουλὶ ἢ δαιμόνιο! ἂν σ᾽ ἔστειλε ὁ Πειρασμὸς ἢ σ᾽ ἔριξε ἡ ἀνεμοζάλη σ’ αὐτά τὰ μέρη, ἀφανισμένο ἀλλ᾽ ἀκόμη ἀχαλίνωτο, σ᾽ αὐτή τὴν ἔρημη γῆ τὴ μαγεμένη – σ’ αὐτό τὸ σπίτι ποὺ συχνάζει ἡ φρίκη: ‘πε μοῦ τὴν ἀλήθεια, σὲ ἱκετεύω! Βρίσκεται βάλσαμο στὴν Ἰουδαία, ‘πε μοῦ σὲ ἱκετεύω». Τὸ κοράκι λέει: «Ποτὲ πλέον»

«Προφήτη, λέω, πλάσμα κακοῦ, προφήτη, ‘ναι, πουλὶ ἢ δαιμόνιο! Μά τοὺς ἁπλωμένους ἀπάνου μᾶς οὐρανοὺς — καί τὸ Θεὸ ποὺ λατρεύουμε, κ’ οἱ δυό μᾶς – ‘πες σ’ αὐτή τὴν ψυχή τὴ φορτωμένη λύπη, ἄν στὴ μακρινὴ Ἐδέμ, εἶναι γραφτὸ ν’ ἀγκαλιάσει μιὰ κόρη ἁγιασμένη ποὺ οἱ ἄγγελοι λένε Λενώρα – ν’ ἀγκαλιάσει μιὰ σπάνια καὶ λαμπερὴ κόρη ποὺ οἱ ἄγγελοι λένε Λενώρα». Τὸ κοράκι λέει : «Ποτὲ πλέον!». 

Ἡ λέξη αὐτὴ ἂς εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ χωρισμοῦ μᾶς, πουλὶ ἢ δαιμόνιο», ξεφώνησα σηκωμένος, «Πίσω στὴν ἀνεμοζάλη καί στὸ πλατωνικὸ ἀκρογιάλι τῆς Νύχτας ! Μὴν ἀφήσεις ἐδῶ οὒτ’ ἕνα μαῦρο πούπουλο γιὰ δεῖγμα τῆς ψευτιᾶς ποὺ πρόφερε ἡ ψυχή σοῦ. “Ἄφησε ἀβίαστη τὴ μοναξιά μοῦ φεύγα ἀπ’ τὴν προτομή, ἀπὸ πάνου ἀπό τὴν θύρα μοῦ. Τράβα τὸ ράμφος σοῦ ἀπ’ τὴν καρδιά μοῦ καὶ ρίξε τὴ μορφή σοῦ μακρυά ἀπ’ τὴ θύρα μοῦ!». Τὸ Κοράκι λέει: «Ποτὲ πλέον!». 

Καί τὸ Κοράκι, χωρὶς νὰ φτερουγίσει, κάθεται ἀκόμη, – κάθεται ἀκόμη στὴ χλωμή, προτομὴ ἀπάνου τῆς Παλλάδος, ίσα-ίσα ἀπὸ πάνου ἀπό τὴ θύρα τοῦ δωματίου μοῦ, καί τὰ μάτια τοῦ ἔχουν ὅλη τὴν ὁμοιότητα ματιῶν δαιμονίου ποὺ ονειρεύει ται καί τὸ φῶς τῆς λάμπας περιχυμένο ἀπάνου τοῦ, ρίχνει τὸν ἴσκιο τοῦ στὴ γῆ. Κι’ ἡ ψυχή μοῦ, ἀπ’ αὐτόν τὸν ἴσκιο ποὺ κυματίζει στὴ γῆ, δὲ Θ’ ἀνασηκωθεῖ – ποτὲ πλέον! 

ΛΩΤΟΣ 

γ. «Κοιμήθηκαν» (κατὰ τὸν Mirbeau) (Ὡς Λωτός· «Νέον Πνεῦμα», ἔτος Β’, τόμ. 2, 1894, σελ. 404-405)

Ἤτανε πρωτοχρονιὰ, καὶ τὸ χιόνι εἶχε στήσει τοὺς ζαχαρένιους του πυργίσκους, σὲ παχύ μπαμπακωτὸ ποῦ σκέπαζε ἔσβηνε τὴ ζωή. Σὰ νὰ ᾽χε πνίξῃ τὴν ἀναπνοὴ τῆς γῆς, τέτοια βασίλευε ἡσυχία. Ἡ γῆ, σὰν Εὔα ἔδειχνε τὸ θεόγυμνο κορμὶ της κρυσταλλόστηθη. Φοβισμένη δεχότανε τὰ παγωμένα φιλήματα τοῦ βοριᾶ φρίσσοντας. Τὰ δέντρα, μὲ λύπη ἔβλεπαν τὸ στέμμα ποῦ τὰ στόλιζε θρύμματα στὰ πόδια τους, καὶ τὰ κλωνάρια στριμμένα ἀπ᾽ τὸ κρύο κοκκάλιαζαν. Σ᾽τους βρεμμένους μαύρους κορμοὺς, τὰ μανιτάρια ἄνθιζαν καταπράσινες σαπίλες, κι ὁ οὐρανὸς πεσμένος χαμηλὰ, μὲ τὸ βαθὺ του μαῦρο χρῶμα, ἔχυνε μιὰ πάχνη ποῦ ᾽ταν σαν καπνὸς ἀπάνου σὲ καμμένα ἐρείπια.

Σιγοβραδιάζει… Πέφτει ἡ πάχνη, ἡ νύχτα, ἡ νέκρα. Τώρα μόνον ὁ μαῦρος θόλος κουνιέται, σχίζεται, καὶ πολύμορφες σκιὲς, σὰ φαντάσματα, μὲ τὴν πνοὴ τοῦ βοριᾶ ποῦ φυσάει παγερός, ξεκινάνε… μεγαλόνουν, μικραίνουν, καββαλικεύουν τό ᾽να πάνου στ᾽ἄλλο, καὶ φεύγουνε γοργὰ γοργὰ, ἀνεμοσώρευτα.

………….

Ὁλάκερο τὸ φεγγάρι φάνηκε, σὰ νὰ γελάῃ ἀπὸ χαρὰ, θαρρῶντας τὴ γῆ πεθαμμένη, σὰν κι᾽ αὐτὸ σ᾽τὸ κάτασπρο σάβανο τυλιγμένη. Μιὰ λεπτὴ πνοῆ θανάτου, κρυσταλλιάζει τὰ ψηλότερα χορταράκια καὶ σ᾽τὴν κρύα ἐρημιὰ ἕνα δενδράκι, κρύβει, μέσα του βαθειὰ, τὴ ζωὴ του… Σὲ τέτοια ὥρα, μὲ τέτοιο φῶς, δύο παιδάκια ξυπόλυτα τῆς γδύμνιας καὶ τῆς πεῖνας ἀδελφοποιτοὶ, ταξειδεύουν θεομόναχα.

Μικρὰ μικρὰ ἀγριολούλουδα, ποῦ χτυπάει ὁ ἥλιος καὶ δέρνει ἡ βροχὴ καὶ ξεραίνει τὸ κρύο, λυγνὰ λυγνὰ, μὲ κακοραμμένα κουρέλια ποῦ σκεπάζουν ξεπαγιασμένο κορμὶ, μὲ τὰ κατάμαυρα χεράκια τους καὶ τὰ γυμνά τους πόδια, ἔχουν τῆς φτώχιας τὴ χάρι σ᾽τὸ συμπαθητικό τους πρόσωπο, καὶ τῆς ὀρφάνιας τὴ γλύκα καὶ τοῦ πόνου τὴν ἔκφρασι σ᾽τὰ πονεμένα μάτια ποῦ σκεπάζονται ἀπ᾽τὰ κατσαρά τους μαλλιὰ — γιατ᾽ ἴσως εἶνε ἔρωτα λούλουδα..

Ὅλη τὴν ἡμέρα ζητοῦσαν ἐλεημοσύνη σ᾽τὸ χωριὸ π᾽ ἀφῆκαν πίσω καὶ πρὸς τὸ βράδυ ἀπελισπμένα γιὰ ψωμὶ, μόνο ἄκρη καλύβας ζητοῦσαν, μ᾽ἕνα μόνο ὄνειρο νὰ περάσουν τὴ νύχτα. Μὰ κανένας δὲ βρέθηκε να κάμῃ τόσο λίγο καλὸ, καὶ σφίγγοντας κοντὰ κοντὰ τὴς δυὸ παγωμένες καρδιές τους, πᾶνε τῶρα μὲ τὰ μάτια καρφωμένα μακρυὰ, ἐκεῖ που τρεμοσβύνει ἡ ἐλπίδα. 

Κ᾽ ἡ ὑστερνὴ ἐλπίδα εἶνε χωριὸ κοιμισμένο!

Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, σὲ μιὰ κολόνα ἀπὸ πέτρες καὶ ἄμμο μισοχτισμένη, εἶδαν σὲ μιὰ τρύπα σ᾽την ἀπάνου μεριὰ, ἕνα κουτὶ μὲ μιὰ χαραμάδα ποῦ ᾽χε στὴν πρόσοψί του μιὰ Παναγία ζωγραφισμένη, κρατῶντας σ᾽ τὰ χέρια τὸ θεάνθρωπο παιδάκι. Κ᾽ἦταν ὁλόχαρη ἡ Παναγία κ᾽ ἦταν γελαστὸς ὁ Χριστός.

Κάνουν τὸ σταυρό τους ἄφωνα τὰ δυὸ παιδιὰ καί μὲ τὴ θαμπὴ ψυχὴ τους καὶ τὰ ἀχνὰ τους μάτια στυλωμένα σ᾽τὸ λατρευτὸ εἰκόνισμα, πᾶνε κοντὰ καὶ χωρὶς προσευχὴ μὰ καὶ χωρὶς παράπονο, μὲ τὴν ψυχὴ σ᾽τὸ στόμα, κολλᾶνε τὰ χείλια τους σὲ πικρὸ φιλὶ, καὶ πᾶνε μὲ τα μάτια σβυμένα… μὰ τὸ χωριὸ μακρυά.

Κουράσθηκαν, τρέμουν, πεινοῦν, πονοῦν, στέκουνται λίγο, πᾶνε κάτου ἀπό ἕνα δένδρο γιὰ νὰ καθήσουν, νὰ ξεκουρασθοῦν καὶ τὸ μεγαλείτερο δώδεκα χρονῶν κάθεται σ᾽τὴ ῥίζα, κι᾽ ἀκουμπῶντας σ᾽τὸ δέντρο, γέρνει τὸ κεφάλι τοῦ μικροῦ του φίλου σ᾽τὴν ἀγκαλιά του, βάνει τὰ χεράκια του μέσα σ᾽τὶς μασχάλες του.

-Κρυόνω…

Τὰ παιδάκια μαζεύουνται σφίγγουνται ἀγκαλιὰ κι ὁ βοριᾶς περνάει ἀπὸ μέσα σὰ δίκοπο μαχαῖρι..

Κοιμήθηκαν οἱ δύο φίλοι, καὶ τὰ φύλλα ἀπὸ πάνου τρίζοντας πεθαίνουν, κι ἡ νύχτα ἀπλώνεται μαγικὴ, κοιμήθηκαν γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν ἀπ᾽τὴ μαύρη ζωή. Ἔτσι βρίσκουνται πεθαμμένα καὶ τὰ πουλάκια, κρεμασμένα ἀπ᾽τὰ κλωνάρια, σ᾽τὸν ὕπνο που παγῶνει ὁ βοριᾶς.

ΛΩΤΟΣ

δ. Πιερ Λοτί, «Στον Τάφο των Σαμουράις» (Ὡς Λωτός·«Νέον Πνεῦμα», ἔτος Β’, τόμ. Γ’, 1894, σελ. 812-816)

ΤΟ ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ 

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΔΙΣ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ 

ΕΤΟΣ Β ́. 

ΤΟ ΜΟΣ Γ’. 

Γιάννης Πατίλη, Λογοτεχνικό περιοδ 

Πλανόδιον 

Αρχείο Λογοτεχνικών Περιοδι. 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ» Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ 

1894 

PIERRE LOTI 

Σ’ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΪΣ 

Εδώ είνε πού πλύθηκε το κεφάλι: μή βουτάτε ούτε τα πόδια σας, ούτε τα χέρια σας. 

Αυτό είνε γραμμένο με πινέλο και μελάνι, σε πλάκα λευκού ξύλου, σ’ τα χείλια της πειο γλυκειάς και δροσερής απ’ τις μικρές πηγές, κά του από μεγάλα δέντρα, σ’ τα μισά σκιερού μικρού βουνού, που κυττάει μακρυά το λιμάνι της Γυεδδό. 

Ποτέ δε μπήκε μαυρίτερη επιγραφή σε θέσι μαγευτικώτερη. Το νερό αυτό «όπου δεν πρέπει να βουτήξη κανείς ούτε τα πόδια του, ούτε τα χέρια του» είνε διάφανο, μέσα σε λάκκο από παλιές πέτρες, απάνου σε υδρόβια χορτάρια δροσερά χαριτωμένα και θαυμαστά πράσινα. Σ’ το πλάι της εμποδισμένης πηγής είνε δέντρα, νάνοι, με λεπτά πράσινα φυλλώματα, με απαράλλαχτο σ’ την ομορφιά πράσινο σαν των χορταριών, και μία μεγάλη καμέλια άγρια, που ξανοίγει πλούσια τα απλά της λουλούδια, όμοια με άγρια τριανταφυλλιά ρόδα. Είνε σένα ειρηνικό μέρος, μακρυά απ’ τη βοή της ζωής. “Όλο το βουνάκι είνε γεμάτο από αρχαίους τάφους και παγόδες κρυμμένες κάτου απ’ τα δεντρα. Με τις μυρουδιές των φυτών ανακατεύεται θρησκευτικό άρωμα. λιβανιού, από το οποίον ο γεμάτος αέρας είνε πάντα διαπερασμένος 

σαν τον αέρα ναού. 

Η επιγραφή δε λέει πειό είνε το κομμένο κεφάλι που έπ) αυτό το καθαρό νερό: λέει μόνο το κεφάλι. Μα οι διατα ξέρουν. Σ’ αυτόν τον τόπο που ο λαός έχει τη λατρεία των παραδόσεων και των πεθαμμένων, άσκοπα είναι τα περισσότερα λόγια. 

Μα και εγώ, αν και ξένος, το ξέρω. Μικρό παιδί, είχα διαβάσει άλλοτε, σε σπάνιο χειρόγραφο, την ιστορία αυτή των «σαρανταεπτά Σαμουράις» κι’ ήμουνα ερωτευμένος με τα ιπποτικά αυτά παλληκάρια. Κι επειδή διάβαζα πολύ λίγο, μού καμε μεγάλη αίσθηση αυτό κι’ είχα παρμένη την απόφαση, αν καμμιά φορά η τύχη μ’ έφερνε σ’ την Ιαπωνία, να ‘λθω να προσκυνήσω τον τάφο τους. 

Ίσα ίσα είχα διαβάσει αυτή την ιστορία, με τις ώραίες και ήσυχες Νοεμβρίου ημέρες, σαν τη σημερινή· ή συντυχία αυτή, όμοιας εποχής και καιρού, κάνει πειο τέλεια τη σύνδεσης των μικρών αλλοτεινών μου λογισμών που ξανάλθαν, με τις σημερινές εντυπώσεις. Παράξενο είνε μάλιστα πόσο καλά παράστησα μέσα μου το μέρος αυτό -που τότε μου φαινότανε μακρυνό μακρυνό, σχεδόν φανταστικό· είχα δει από τότε, ώς κι’ αυτά τα δεντράκια, νάνους, και τις τριγύρω άνθισμένες άγριες καμέλιες. 

«Εδώ είνε πού πλύθηκε το κεφάλι» – (το κεφάλι του κακού πρίγκιπος Κοτσουκέ, κομμένο απ’ τους καλούς Σαμουράις, με ευγενέστατο τρόπο, κι’ αφού πρώτα του ζήτησαν χίλια συχώρια· έπειτα πλυμένο σ’ το νερό αυτό της πηγής, και φερμένο με ευλάβεια σ’ τον τάφο του Ακαό του πρίγκιπος μάρτυρος). 

Γι’ αυτό είμαι αναγκασμένος, να ξαναθυμήσω σε λίγα λόγια αυτή την ιστορία· αλλοιώτικα δε θα με καταλάβουν. 

Σ’ τα 1630, ο αυλικός Κοτσουκέ, αφ’ ού πρόσβαλε τον πρίγκιπα Ακαό, κι’ αρνήθηκε να του δώση λόγο, κατάφερε με απάτη να πάρη από τον αυτοκράτορα μια άδικη κρίσι που τον κατεδίκαζε σε θάνατο με κατάσχεσι όλης της περιουσίας του. 

Τότε σαρανταεπτά ευγενείς, πιστοί υποτελείς και φίλοι του βασανισμένου, ώρκίσθηκαν να εκδικηθούνε την τιμή του κυρίου τους με το ίδιο τους το αίμα. Αφού αφήκαν έρημα γυναίκες και παιδιά, ό,τι αγαπημένο κι’ αν είχαν σ’ τον κόσμο, εκυνήγησαν το κατόρθωμα του δυσκόλου σχεδίου με θαυμαστή επιμονή, παραμονεύοντας μέσα σ’ το βαθύτερο μυστήριο την ευκαιρία – κοντά είκοσι χρόνια! –όσο που μιά χειμωνιάτικη νύχτα, πήγαν, τσάκωσαν, έσφαξαν σ’ το παλάτι του μέσα τον Κοτσουκέ αυτόν, του οποίου ο φόβος είχε αποκοιμηθή σιγά σιγά, και 

ητανε πειά φυλαγμένος παρά μόνο από λίγους φύλακες. 

Αμα τελείωσε η εκδίκησι, κι’εβάλθηκε το κεφάλι απάνου στον τάφο του Ακαό, πήγαν μόνοι τους και παραδόθηκαν σ’ τους δικαστάς. Τους καταδίκασαν ν’ ανοίξουν οι ίδιοι την κοιλιά τους· το περίμεναν, κι’ αφού αγκαλιάσθηκαν, το κάμαν όλοι μαζύ απάνου σ’ τα σκαλιά μιας παγόδας, κοντά σ’ τον τάφο του αγαπημένου τους κυρίου. 

Είνε εδώ, αυτή η παγόδα, λίγα βήματα μακρυά απ’ τη γλυκειά πηγή· μια μικρή παληά παγόδα σκοτεινοκόκκινη, από κέδρινο σκουληκοφαγωμένο ξύλο. Πάνε από λυπητερή δενδροσειρά όπου φυτρόνουν χορτάρια. Σ’ τα σκαλιά της, πλυμμένα απ’ τις βροχές κοντά τριακοσίων χειμώνων, δε φαίνεται τίποτα πειά από τόσο χυμένο αίμα· με κόπο ξαναπαρασταίνει κανείς σ’ το νού του, το τρομαχτικό μακελλειό, το αγκομαχητό των σαρανταεπτά αυτών ανθρώπων, με το λαιμό μισοκομμένο, με την κοιλιά ανοιχτή, με τα σωθικά χυμένα, σπαράζοντας μαζύ σε μεγάλη γούβα κόκκινη απ’ το αίμα…. 

Έλαβαν την αμοιβή τους μετά το θάνατο αυτοί οι πιστοί, γιατί ένας αυτοκράτωρ κατόπιν τους διαλάλησε αγίους και μάρτυρας, κι’ είπε να βάλουν σ’ τον τάφο τους ένα χρυσό φύλλωμα, σύμβολο της πειό μεγάλης τιμής. Ολόκληρη η Ιαπωνία τους τιμάει, ακόμη και σήμερα, με ενθουσιαστική λατρεία το όνομά τους είνε παντού το μαθαίνουν από νωρίς στα μικρά παιδιά, και το ψάλλουν σ’ τα μεγάλα ποιήματα. 

Το όμμορφο πράσινο μονοπάτι που φέρνει σ’ την πηγή, πάει μακρύτερα, ανεβαίνει ψηλότερα, από μαλακιά ράχι. 

Πηγαίνοντας, βρίσκει κανείς πρώτα το σπιτάκι του παππά, βαλμένο εκεί για την έγνοια των τάφων των παλληκαριών, και για το συ γύρισμα των λουλουδιών τους. 

Χτυπάω σ’ την πόρτα του, κι’ ο γέρος μου φανερώνεται. Έχει παράξενη μορφή φύλακος τάφων, λυγνή, λεπτή, ασκητική και πονηρή. Είνε ψηλός και λυγνός, πράγμα σπανιότατο σ’ την Ιαπωνία. Μια μαύρη σκούφια, κουμπωμένη κάτου απ’ το σαγώνι –σαν εκείνη που φορούσε ποτέ, σ’ τη Δύσι μας, ο Μεφιστοφελής – του κουκκουλώνει το κεφάλι, τα μαλλιά, τα αυτιά, κι’ αφήνει να φαίνεται μόνο η περιτριγυρισμένη προσωπίδα του προσώπου· κι’ αυτή η σκούφια, από κάθε μεριά του μετώπου, έχει δύο πράμματα που βγαίνουν και στενοχωρούν, σα νάνε θήκες φτιασμένες σ’ το πανί, για να μπούν τα κέρατα…. 

Πουλεϊ βιβλία, που είνε διηγημένη μέσα η ιστορία των σαρανταεπτά Σαμουράις με τη βοήθεια πολλών ζωγραφιών, με τα απλοϊκά και περίφημα περιστατικά. Το σπίτι είνε μισογεμισμένο από δεμάτια κομ ματιών λιβανιού, έτοιμα για πούλημα σ’ τους προσκυνητές που καίνε το λιβάνι κάθε μέρα εδώ προ τριών κοντα αιώνων. 

Οι τάφοι σ’ τους οποίους με πάει, κατέχουν σ’ τη μέση της ράχης, πιάνουν ένα ίσωμα τετράγωνο, από το οποίον τα μάτια βλέπουν ένα μεγάλο δασωμένον ήσυχο τόπο, με τη θάλασσα μακρυα μακρυά, σ’την πέρα άκρη. Το ίσωμα αυτό είνε περιτριγυρισμένο απλά, από τάβλινο φράχτη και ζωμένο από μεγάλα πένθιμα δέντρα, ίσια και αλύγιστα που ανεβαίνουν σαν κολόνες ναού. 

Σ’ τις τέσσερες όψεις του τετραπλεύρου, οι τάφοι είνε αραδιασμένοι δώδεκα δώδεκα, κυττάζοντας όλοι τη μέση –που είνε μια μι η αδειανή θέσι, σκευασμένη από σύρριζα κομμένη χλόη, και σαν πα – παλισμένη από στάχτη λιβανιού. Σαρανταεπτά πέτρες στέκουν ολόρθες, μοιες, αφημένες ασκάλιστες σα Δρουιδικά μνημεία. Καθεμιά έχει το όνομα του Σαμουραΐς που κοιμάται από κάτου, και όλες είνε σημαδεμένες με το ιδιαίτερο σημάδι: Χ α ρ α κ ί ρ ι – που θέλει να πη, ότι οι άνθρωποι αυτοί πέθαναν με τον τρομαχτικό τρόπο των ευγενών, ανοίγοντας την κοιλιά με το ίδιο τους μαχαίρι. 

Σε δυο απ’ τις γωνίες του φρικτού τετραγώνου, ανεβαίνουν πέτρες ψηλότερες: είνε του πρίγκιπος Ακαό και της πριγκιπίσης γυναικός του. Κωλυτά σ’ τον πρίγκιπα, κάτου από όλόμικρο τάφο έθαψαν το παιδί του – το μ ο υ σ κ ό -σ ά ν του, καθώς το λέει ο φύλακας με το μαύρο κεφαλόδεσμο. Και η έκφραση αυτή του μ ο υ σ κ ό -σ ά ν  με κάνει να χαμογελάσω, μ’ όλη την ευλάβεια του τόπου, αυτό το μ ο υ σ κ ό -που σημαίνει μ ι κ ρ ό  π α ι δ ά κ ι, ζευγαρωμένο από μεγαλωμένη ευλάβεια μ’ αυτό το τιμητικό μόριο σάν. Σα να λεγαν σε μας με σοβαρότητα και πεποίθησι: «Εδώ κοντά σ’ τον πρίγκιπα κοιμάται ο κ ύ ρ ι ο ς δ ρ ά κ ο ς  τ ο υ.» – ‘Αλλ’ ό,τι έχει σχέση με την ιστορία αυτή, είνε για τους Ιάπωνας τόσο άγιο και σεβαστό, που δε βρίσκουν τρόπο να μιλούν με αρκετό σεβασμό. 

Μπροστά σε κάθε πέτρα, είνε ωραίες ανθοδέσμες από φρεσκότατα λουλούδια, που φαίνουνται φανερά πώς είνε κομμένα το ίδιο πρωί· είνε ακόμη, ένα σωρό μικρά σταχτιά πράμματα, απομεινάρια κομματιών του λιβανιού που ο αέρας συργιανάει τη στάχτη τους, ακόμη γεμάτη μυρουδια, σ’ τη λυπητερή τριγύρω χλόη. Κι αυτό γίνεται αδιάκοπα από τα 1702, κι’ έτσι βέβαια θα γίνεται για πολλά ακόμα χρόνια, γιατί η νεώτερη αναστάτωση που χαλάει τόσα πράμματα σ’ την Ιαπωνία, δεν μπορεί να πειράξη τη λατρεία του λαού για τους πεθαμμένους. 

Η κόρη ενός Σαμουραΐς, που ήτανε καλόγρια, εζήτησε τη χάρι να τη βαλλουν κι’ αυτή κοντά σ’ τον πατέρα της, και γι’ αυτό όξω απ’ τις αράδες είνε ξεχωρισμένος ένας τάφος περισσότερος. Μα έχει κι αυτή η Μ ο υ σ μ έ τα λουλούδια της, και το λιβάνι της, το μερδικό της σ’ την ενθύμησι και το σεβασμό. 

Μια θαυμαστή ποσότης, από μικρές άσπρες ή κόκκινες λουρίδες χαρτιού, με γραμμένα απάνου ονόματα, είνε κολημένες αντάνου σ’ τις επιτάφιες πέτρες ή πεταμένες σ’ τη χλόη σ’ τα πόδια τους: είνε τα ονόματα των προσκυνητών που έρχονται κάθε μέρα, απ’ όλες τις άκρες του βασιλείου, για να προσκυνήσουν τους πιστούς ευγενείς. Μέσα στη πολλά, βρίσκουνται και αληθινά επισκεπτήρια, καθ’ αυτό νεώτερα, χαραγμένα με ευρωπαϊκούς χαρακτήρες σε χαρτί «Βριστόλ» γυαλιστερό και αγυάλιστο – και θα ήτανε γελοίο αυτό το συνήθειο, ν’ αφήνη κανείς το επισκεπτήριό του σ’ τη θύρα των πεθαμμένων που δεν μπορούν να δεχθούν – αν δεν ήτανε φοβερά συγκινητικό… 

Ο γέρος λυγνός φύλακας ακουμπισμένος, με το κεφάλι γυρισμένο, πίσω, σένα δένδρο της ζώνης αρχίζει να μου διηγήται φαρδεια πλατειά, την ιστορία των Σαμουραΐς σε γλώσσα που τα περισσότερα λόγια μου ξεφεύγουν. Μα τον ακούω χωρίς βάρος, -πότε κυττάζοντας αυτόν με την επίμονη ιδέα να του βγάλω τη σκούφια, για να ιδώ αν δεν έχη κέρατα από κάτου, πότε συργιανώντας τα μάτια μου σ’ το βαθύ και ήσυχο μέρος, σ’ το πλουμισμένο μουνάκι από μικρές παγόδες, τάφους, δεντράκια, καμέλιες, απάνου σ’ όλα αυτά τα πράμματα πού ή όχι τους δε θ’ άλλαξε πολύ απ’ τη μακρινή εποχή του Χ α ρ α κ ι ρ ί . 

Τα ξεγυμνωμένα δέντρα της ζώνης, ολόϊσα, αλύγιστα, σαν αρά δες γιγαντιαίων κεριών, αναδεύουν εκεί ψηλά τα κεφάλια τους, που κουνάει ελαφρό φθινοπωρινό αεράκι, φυσώντας δυνατώτερα σ’ τα ψηλά στρώματα του αέρα. Και τα τζιτζίκια τραγουδάνε παντού, με το ζεστόν ακόμα ήλιο του Νοεμβρίου. 

Αληθινά το μέρος αυτό έχει μια δική του και πολύ μεγάλη μελαγχολία. Έπειτα η ιστορία αυτή, είνε τόσο ωραία για όποιον την ξέρει καλά, είνε τόσο πολύ θαυμαστή και γεμάτη από παλληκαριά και τιμή μεγαλωμένη και πίστι υπεράνθρωπη! 

Είνε άλυτη, σαν αρχαίο αίνιγμα, για κείνον που ξέρει τους σημερι – νούς τιποτένιους και ξεφυλισμένους Ιάπωνας: γεννάει την ιδέα μεγάλων περασμένων ευγενών και ιπποτικών καιρών – και για μένα, ρίχνει ως αυτή τη στιγμή ακόμη, μια σκιά σεβασμού σ’ τη νεώτερη Ιαπωνία που περιγέλασα τόσο. 

Εγω, δεν έφερα φρέσκα λουλούδια, σ’ τα σαρανταεπτά παλληκάρια που κοιμούνται εδώ. Κλέβω μάλιστα ένα χρυσάνθεμο, απ’ την ακουμπισμένη ανθοδέσμη σ’ τον τάφο του αρχηγού τους, και το πέρνω μαζί μου- ώς τη Γαλλία- που κάνει με ανάποδο τρόπο την ίδια τιμή για την μνήμη όλων. 

ΛΩΤΟΣ 

ε. Jules Tellier, «Νυκτωδία» (Ὡς Ἀπολλώνιος· ἐφ. «Ἑστία», 28-12-1898)

*αξίζει να σημειώσουμε πως στο αρχείο Καβάφη ευρίσκεται χειρόγραφο με αντιγραφή του ποιήματος του Τελλιέ Le Banquet:

 Au banquet de Platon, apres que tour a tour,
Coupe en main, loin des yeux du vulgaire profane
Diotime, Agathon, Socrate, Aristophane,
Ont disserté sur la nature de l’amour, 

Apparaît, entouré comme un  roi de sa cour,  

De joueuses de flûte en robe diaphane, 

Ivre à demi,  sous la couronne qui se fane, 

Alcibiade, jeune et beau comme le jour. 

-Ma vie est un banquet fini, qui se prolonge ; 

Seul, parmi les causeurs assoupis, comme en songe, 

J’ouvre et promène encor un regard étonné; 

Les fronts sur les coussins ont fait de lourdes chutes: 

Verrai-je survenir, de roses couronné, 

Alcibiade avec ses joueuses de flûtes?

JULES TELLIER ΝΥΚΤΩΔΙΑ 

[Την έξοχον νυχτωδίαν του Ιουλου Τυλλιέ, την πλήρη λυρισμού και μυστηρίου, δημοσιεύομεν σήμερον, κατ’ αριστοτεχνική μετάφρασιν φιλου λογιου. Το πεζόν αυτά ποίημα απευθύνεται προς την Μεσόγειον ὑπὸ τοῦ ὀνειροπόλου ποιητού, επερχομένου ἀπό την Μασσαλίαν ένα βράδυ φθινοπωρινόν μὲ τὸ λυκόφως. Τι αναπολεί καὶ τί σκέπτεται εις το ποιητικόν αυτό ταξείδι το λέγει ο ίδιος!] 

Nocturne (Jules Tellier)

Nous quittâmes la Gaule sur un vaisseau qui partait de Massilia, un soir d’automne, à la tombée de la nuit.

Et cette nuit-là et la suivante, je restai seul éveillé sur le pont, tantôt écoutant gémir le vent sur la mer, et songeant à des regrets, et tantôt aussi contemplant les flots nocturnes et me perdant en d’autres rêves.

Car c’est la mer sacrée, la mer mystérieuse où il y a trente siècles le subtil et malheureux Ulysse agita ses longues erreurs ; le subtil Ulysse qui, délivré des périls marins, devait encore, d’après Tirésias, parcourir des terres nombreuses, portant une rame sur l’épaule, jusqu’à ce qu’il rencontrât des hommes si ignorants de la navigation qu’ils prissent ce fardeau pour une aile de moulin à vent.

C’est la mer que sillonnaient jadis sur les galères et les trirèmes les vieux poètes et les vieux sages ; et comme ils se tenaient debout à la poupe, au milieu des matelots attentifs, attentive elle-même, elle a écouté en des nuits pareilles les chansons d’Homère et les paroles de Solon.

Et c’est aussi la mer où dans les premiers siècles de l’erreur chrétienne, alors que le règne de la sainte nature finissait et que commençait celui de l’ascétisme cruel, le patron d’une barque africaine entendit des voix dans l’ombre, et l’une d’entre elles l’appeler par son nom et lui dire : « Le grand Pan est mort! Va-t’en parmi les hommes, et annonce-leur que le grand Pan est mort ! »

Et par la mystérieuse nuit sans étoiles, sur le chaos noir de la mer et sous le noir chaos du ciel, il y avait quelque chose de triste et d’étrange à songer que peut-être l’endroit innommé, mouvant et obscur que traversait notre vaisseau avait vu passer tous ces fantômes, et qu’il n’en avait rien gardé.

Et c’est parce que cette pensée me vint, et qu’elle me parut étrange et triste, et qu’elle troubla longtemps mon cœur de rhéteur ennuyé, qu’il m’est possible encore, entre tant d’heures oubliées, d’évoquer ces lointaines heures noires où je rêvais seul sur le pont du navire parti de Massilia, un soir d’automne, à la tombée de la nuit.

Jules Tellier (1863-1889), Reliques (1890)

Αφήκαμε τη Γαλατία με πλοίον απερχόμενον από τη Μασσαλία, ένα βράδυ φθινοπωρινών, με το λυκόφως 

Και τη νύκτα εκείνη και την επομένην έμεινα μόνος αϋπνὼν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, ἄλλοτε ἀκούων τὸ βογγητὸ τοῦ ἀνέμου ἐπί τῶν ὑδάτων και ανακινῶν λύπες, άλλοτε πάλιν ἀποθαυμάζων τά νυκτερινά κύματα και πλανώμενος σε όνειρα άλλα. 

Διότι αυτή εἶνε η ιερά και μυστηριώδης θάλασσα εν τη οποία περιφέρετο προ τριάκοντα αιώνων ο άτυχής και αγχίνους Ὀδυσσεὺς κατά την μακράν του περιπλάνησιν· ὁ ἀγχίνους  Ὀδυσσεὺς ὅστις ἦτο πεπρωμένον κατά των Τιρεσίαν, ἀφοῦ λυτρωθή τῶν ναυτικῶν κινδύνων, να διατρέξῃ χώρας πολυάριθμους, μέχρις ὅτου συναντήσῃ ἀνθρώπους τόσον αμαθείς τῶν ναυτικῶν, ὥστε νὰ ἐκλάβουν το φορτίον του διά πτέρυγα άνεμομύλου. 

Εἶνε ἡ θάλασσα την οποίαν διέσχιζαν άλλοτε ἐπί τῶν τριήρεων οἱ ἀρχαίοι ποιηταὶ καὶ ἀρχαίοι σοφοί·  καὶ καθώς ἵσταντο ὄρθιοι στὴν πρύμνη ἐν μέσῳ τῶν προσηλωμένων ναυτών, προσηλωμένη και αὐτὴ ἡ ἰδία ὁμοίως, ἤκουσε εἰς νύκτας παρομοίας τὰ ἕπη τοῦ Ὁμήρου καὶ τοὺς λόγους τοῦ Σόλωνος. . 

Και εἶνε ἀκόμη αὐτὴ ἡ ἰδέα θάλασσα ἐν τῃ ὁποία κατά τα πρώτα χρόνια της χριστιανικῆς πλάνης, όταν ἔδυεν η βασιλεία της αγίας φύσεως και ανέτειλεν η βασιλεία του σκληρού ασκητισμού, και ναύκληρος Αφρικανικής νηός ἤκουσε φωνάς εν τω σκότει και μίαν εξ αυτών καλούσαν αυτόν με τ’ όνομά του και λέγουσαν: «Ὁ μέγας Πάν ἀπέθανεν! Πήγαινε να ἀναγγειλῃς εἰς τὴν οἰκουμένην όλην ότι απέθανεν και μέγας Πάν!” 

Και κατά την μυστηριώδη και ζοφώδη νύχτα, – Επί του μαύρου χάους του νερού και υπό το μαύρο χάος του ουρανού ενείχε το λυπηρόν και παράδοξον η σκέψις ότι, πιθανόν το ανώνυμον κινητόν και σκοτεινόν σημείον το διαπερώμενον υπό του πλοίου μας, να ειχεν ιδη διαβαίνοντα αυτά τα φάσματα ὅλα, χωρίς να συγκρατήση οὔτε ἴχνος κανένα. 

Καὶ ἀκριβὼς διότι μού ἐπήλθεν η ιδέα αυτή και μου εφάνη παράδοξος και λυπηρά και διότι συνετάραξεν επί πολύ την καρδιά μου, καρδιά κουρασμένου σοφιστού, μου εἶνε δυνατόν ακόμη ν᾽ ἀναπολήσω τὰς μακρυνάς αυτὰς και σκοτεινάς ὥρας, καθ’ ας ονειροπόλουν μόνος ἐπί του καταστρώματος του πλοίου, του απερχομένου από τη Μασσαλία, ἕνα βράδυ φθινοπωρινόν, με το λυκόφως, 

Απολλώνιος 

[Jules Tellier, “Στὴ θάλασσα ἀνατολὴ Σελήνης”,  Ἡμερολόγιον Ποδογύρου ως Ἀπολλώνιος σύμφωνα με κατάλογο ιδίου στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη

[Πανηγυρικό τευχίδιο Εστίας, Χριστούγεννα 1898-1899, σελ.48 σύμφωνα με Κατσίμπαλη]

ε.«Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ γρηοῦλες» (τοῦ Baudelaire) (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 33, 27-6-1899

Η ΓΡΗΟΥΛΕΣ
(Toυ Baudelaire)

«Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ γρηοῦλες» (τοῦ Baudelaire) (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 33, 27-6-1899

Στων αρχαίων πρωτευουσών τους φειδωτούς δρό μους, που όλα ώς και η φρίκη αυτή ακόμα στρίβει στο γλέντι, τα απαίσια κάνοντας κέφια μου, παραμο νεύω να περάσουν πλάσματα παράξενα, γερασμένα και θαυμαστά. 

Τα ξεχαρβαλωμένα αυτά σκιάχτρα γυναίκες ήταν μια φορά τα λέγαν Επονίνες ή Λαΐδες ! Σκιάχτρα ξεγκοφιασμένα, καμπουριασμένα, στραβολαιμιασμένα, δις τ’ αγαπάμε. ! γιατ’ έχουν ακόμα μέσα τους ψυχή. 

Τυλιγμένα σε τρούπια φουστάνια και κρύα πανιά, σέρνουνται δαρμένα από τ’ άσπλαχνα ξεροβόρια, ανα τριχιάζονται στο βρόντο των λεωφορείων που κατρακυ λούνε με ορμή, σφίγγοντα στο γκοφό τους σα να ‘τα να φυλαχτά, σακουλάκι κεντημένο με γρίφους ή λουλούδια, 

Ομοια με νευρόσπαστα, απαράλλαχτα καθ’ όλα, τροκακίζουν στους δρόμους σουρτα σα ζωα πληγιασμέ να ή χορεύουν άθελα χορό – κακότυχα κουδούνια που κρεμιέται στο σχοινή τους δαίμονας χωρίς λυπημό. 

Όσο και αν είνε συγτσακισμένα, έχουν μάτια σαν τρυπάνι σουβλερά, γυαλιστερά σαν τους λάκκους που ‘χουν κοιμισμένο στο σκοτάδι τους νερό, μάτια αγγε λικά κοριτσιού, που χαζεύει και γελάει σε κάθε πράγμα λαμπερό. 

– Είδατε ποτέ σας, πως το φέρετρο γρηάς καμ μια φορά, μοιάζει με μικρού παιδιού την κάσα ; “Ο Χάρος ο σοφός, με τις ίδιες αυτές κάσες, φτιάνει σύμ βολο αλλόκοτο και θαυμαστό. 

Κι’ όταν μισοβλέπω έναν ύσκιο ξελυμένον, να περ νάη, στου Παρισιού την πολυάνθρωπη ζωγραφιά, μου φαίνεται πάντα πως το αδύνατο πλάσμα, πάει αγάλι αργά να ξαναμπή σε κούνια καινούργια.

Αλλ’ αν η θέα του στρατοδίβολου κορμιού μου θυμίση τη γεωμετρία, τότε ψάχνω να βρω πόσες φορές ο τεχνίτης αλλάζει της κάσας το σχήμα, που τρώει όλα αυτά τα κορμιά. 

– Αυτά τα μάτια είνε πηγάδια, σκαμμένα από δάκρυα πολλά, χωνιά που έχουν μέσα τους μέταλλο κρυσταλλιασμένο, μάτια, γεμάτα μυστήριο, με χάριν αόρατη για κείνον που χε για παραμάνα την ‘Ατυχία. 

Του αρχαίου Φρασκατί ερωτιάρα Εστιάς· της Θάλειας Ιέρεια, αλλοίμονο ! που τ’ όνομά της ξέρει μόνος ο πεθαμμένος υποβολεύς: περιβόητη ξεμυαλισμένη που τη σκίασε άλλοτεινά στη δόξα του το Τιβολί, όλες με μεθανε, 

Μα μέσα σ’ αυτά τ’ αδύνατα πλάσματα, είνε με ρικά, που φτιάνοντας με τον πόνο τους μέλι, είπαν στην ‘Αφοσίωσι που τους έδινε τα φτερά της αΙπ πόγρυφε δυνατά, αναίβασέ με ώς στον ουρανό !» 

Αλλη απ’ την πατρίδα της μαθημένη στη δυστυ χία, άλλη απ’ τον άντρα της μαρτύρια φορτωμένη, άλλη απ’ το παιδί της Παναγία μαχαιρωμένη, όλες 

θα μπορούσαν με το κλάμμα τους ν’ απολύσουν ποταμό !

Αχ ! πόσες απ’ αυτές τις γριούλες επηρα στο Κεντό! Μέσα σ’ άλλες μιά, την ώρα που ο ήλιος πέφτοντας αίματώνει με κόκκινες πληγές τον ουρανό, συλλογισμένη καθότανε παράμερα σε πάγκο, για ν’ ακούση μουσική, Του Στρατού τη μουσική με τις μετάλλινες φω Μες που γεμίζει κάποτε τα περιβόλια μας και χύνει λέγον ηρωισμή στην καρδιά των πολιτών, την ώρα που τα χρυσωμένα σουρτώματα δίνουν νέα ζωή. 

Αυτή ίσια ακόμα κι υπερήφανη, με την αίσθηση του φερσίματος του καλού, αχόρταγα ρούφαγε το γοργο και πολεμόχαρο τραγούδι το μάτι της άνοιγε κά ποτε, σα μάτι γέρου αετού, το μαρμαρένιο μέτωπο της, φαινότανε φτιασμένο για τη δάφνη ! 

Τέτοιες τραβάτε στωικές, χωρίς παράπονο κανένα, μέσα στο χάος των ζωντανών πολιτειών, μητέρες με καρδιά αίματωμένη Μαγδαληνές η Παναγίες που σε χρονια περασμένα τ’ όνομά σας είχαν όλοι στο στόμα,  

Σας ! που ήσασθε η χάρι ή η δόξα μια φορά, κα νείς δε σας θυμάται πειά Μεθυσμένος διαβάτης κά γοντας τάχα έρωτα σας βρίζει περνώντας στις φτέρνες σας χοροπηδάει σιχαμένη μοσχομάγκα. 

Σκιές ζαρουκλιασμένες, φοβισμένες, με την ντρο πιασμένη σας ζωή και τη ράχι σκυφτή ριζώνετε στους τοίχους και κανείς αλλόκοτη Μοίρα ! δε σας χαιρε τάει πειά, ανθρώπινα ερείπια για την αιωνιότητα ώριμασμένα, 

‘Αλλά γώ που σας παραφυλάω με αγάπη από μακρυά, με μάτι ανήσυχο στο περπάτημά σας στυ λωμένο που τρεκλάει, απαράλλαχτα σα να ‘μουνα πα τέρας σας ! ώ μαγεία ! νοιώθω χωρίς να το νοιώθετε κρύφιες ηδονές. 

Βλέπω ν’ ανθίζουν ή νεανικές σας μανίες, ξαναζω τις περασμένες σας μέρες ολόμαυρες ή φωτεινές, κι’ η καρδιά μου πληθυσμένη γλεντάει όλες σας τις κακίες ! η ψυχή μου λάμπει από όλα σας τα καλά !

Ερείπια ! δική μου φαμελιά ! “Ω, μυαλά αδελφικά, σας κάνω κάθε βράδυ επίσημο αποχαιρετισμό ! Ποιος ξέρει που θα βρίσκεσθε αύριο πρωί, Ευες όγδοηκοντάρες που απάνου σας απλώνουνται βαρειά τα νύ χια του Θεού φρικτά ;

Νεοέλλην 

στ.  «Ἡ χάρες τοῦ φεγγαριοῦ»(ποίημα εἰς πεζὸν τοῦ Βοδελαίρ) (Ὡς Λωτός· «Μικρὸν Ἄστυ» (ἑβδομαδιαῖον παράρτημα τῆς ἐφ. «Τὸ Ἄστυ»), 21-11-1899)

Τὸ φεγγάρι ποῦ εἶνε τὸ καπρίτσο τὸ ἴδιο, κύτταξε ἀπ᾽ τὸ παράθυρο ὅταν κοιμόσουνα στὴν κούνια σου μέσα καὶ εἶπε: «Τὸ κοριτσάκι αὐτὸ μ᾽ ἀρέσει».

Καὶ κατέβηκε μαλακώτατα τὴ συννεφένια σκάλα του καὶ πέρασε χωρὶς κρότο μέσα ἀπ᾽τὰ γυαλιὰ: ἔπειτα ἀπλώθηκε ἀπάνω σου μὲ τὴ μαλακιὰ γλύκα μάνας κ᾽ ἄφησε τὰ χρώματά του στὸ πρόσωπό σου. Γι᾽ αὐτὸ οἱ κόρες σου ἔμειναν πράσινες καὶ τά μάγουλά σου φοβερὰ χλωμά. Ἀπὸ τὸ κύτταγμα που της ἔκανες μὲ τόσο θαυμασμὸ τὰ μάτια σου μεγάλωσαν ἔτσι περίεργα καὶ σ᾽ ἔσφυξε τόσο γλυκὰ στὸ λαιμό ποῦ σοῦ μεινε γιὰ πάντα ἡ ὄρεξι νὰ κλάψῃς. 

Μὰ στὸ σκόρπισμα τῆς χαρᾶς του τὸ φεγγάρι γέμιζε ὅλη τὴν κάμαρα σὰν ἀέρας φωσφορικὸς, σὰ φαρμάκι φωτεινό: Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ ζωντανὸ φῶς συλλογιζότανε κι ἔλεγε:

«Αἰώνια θὰ ὑποφέρης τὴν ἐπιρροὴ τοῦ φιλιοῦ μου. Θὰ εἶσε ὅμορφη ὅπως ἐγὼ θέλω. Θ᾽ἀγαπᾶς ὅ,τι ἀγαπῶ ἐγὼ κ᾽ ὅ,τι ἀγαπάει ἐμένα: Τὸ νερὸ, τὰ σύννεφα τὴ σιγαλιά ΧΧΧ και τὴ νύχτα. Τὴ θάλασσα τὴν ἄσπρη καὶ πράσινη. Τὸ ὄμορφο καὶ πολύμορφο νερό. Τὸν τόπο ποῦ δὲν θὰ ᾽σαι. Τὸν ἐραστῆ ποῦ δὲν θὰ γνωρίσῃς. Τὰ λουλούδια τὰ τερατόμορφα. Τὶς μυρουδιὲς ποῦ ξετρελλαίνουν· τὶς γάτες που λιγοψυχοῦν στὰ πιάνα ἀπάνου καὶ στενάζουν σὰν τις γυναῖκες μὲ φωνὴ βραχνὴ καὶ γλυκειά.

Καὶ θά ᾽σαι ἀγαπημένη ἀπὸ ἐκεῖνους ποῦ μ᾽ ἀγαποῦνε, θὰ σὲ ἐπιθυμοῦν ἐκεῖνοι ποῦ μ᾽ ἐπιθυμοῦν. Θὰ εἶσαι ἡ Βασίλισσα τῶν ἀνθρώπων μὲ τὰ πράσινα μάτια ποῦ κι αὐτῶν ἔσφυξα τὸ λαιμὸ στὰ νυχτερινά μου ἀγκαλιάσματα· ἐκεῖνων π᾽ ἀγαποῦν τὴ θάλασσα, τὴν ἄπειρη θάλασσα, τὴ φορτουνιασμένη καὶ πράσινη· τὸ νερὸ τὸ ἄμορφο καὶ πολύμορφο, τὸν τόπο ποῦ δὲν εἶνε, τὴ γυναῖκα ποῦ δὲν γνωρίζουν, τὰ ἀπαίσια λουλούδια ποῦ μοιάζουν μὲ θυμιατήρια θρησκείας ἄγνωστης, τὶς μυρουδιὲς ποῦ ξελύνουν τὴ θέλησι, καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα καὶ ἡδυπαθῆ ποῦ εἶνε τὰ σύμβολα τῆς τρέλλας του.

Καὶ γι᾽ αὐτὸ ξαναστραμμένο, καταραμένο, χρυσό κοριτσάκι, εἶμαι τώρα γερμένος σ᾽τὰ πόδια σου γυρεῦοντας σ᾽ὅλο σου τὸ κορμὶ τὴν ἀντανάκλασι ποῦ σ᾽ ἄφησε ἡ τρομερὴ Θεᾶ, ἡ μάγισσα νουνά, ἡ φαρμακερὴ παραμάνα ὅλων τῶν «Σεληνιασμένων». 

Λωτός

Les Bienfaits de la lune est un poème en prose de Charles Baudelaire, le trente-septième du recueil Spleen de Paris (1869).

La Lune, qui est le caprice même, regarda par la fenêtre pendant que tu dormais dans ton berceau, et se dit : « Cette enfant me plaît. »

Et elle descendit moelleusement son escalier de nuages et passa sans bruit à travers les vitres. Puis elle s’étendit sur toi avec la tendresse souple d’une mère, et elle déposa ses couleurs sur ta face. Tes prunelles en sont restées vertes, et tes joues extraordinairement pâles. C’est en contemplant cette visiteuse que tes yeux se sont si bizarrement agrandis ; et elle t’a si tendrement serrée à la gorge que tu en as gardé pour toujours l’envie de pleurer.

Cependant, dans l’expansion de sa joie, la Lune remplissait toute la chambre comme une atmosphère phosphorique, comme un poison lumineux ; et toute cette lumière vivante pensait et disait : « Tu subiras éternellement l’influence de mon baiser. Tu seras belle à ma manière. Tu aimeras ce que j’aime et ce qui m’aime : l’eau, les nuages, le silence et la nuit ; la mer immense et verte ; l’eau uniforme et multiforme ; le lieu où tu ne seras pas ; l’amant que tu ne connaîtras pas ; les fleurs monstrueuses ; les parfums qui font délirer ; les chats qui se pâment sur les pianos et qui gémissent comme les femmes, d’une voix rauque et douce !

« Et tu seras aimée de mes amants, courtisée par mes courtisans. Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j’ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes ; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l’eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas, la femme qu’ils ne connaissent pas, les fleurs sinistres qui ressemblent aux encensoirs d’une religion inconnue, les parfums qui troublent la volonté, et les animaux sauvages et voluptueux qui sont les emblèmes de leur folie. »

Et c’est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques.

Αντί Διηγήματος, Ζαν Αικάρ Το Άνθος, «Μικρὸν Ἄστυ» (ἑβδομαδιαῖον παράρτημα τῆς ἐφ. «Τὸ Ἄστυ»), 21-11-1899 σελ. 6 → Είναι Γιαννόπουλος ;

ζ.Ὀσκὰρ Γουάιλδ, «Τὸ τριαντάφυλλον καὶ τὸ ἀηδόνι» (Ὡς Μαίανδρος· περ. «Παναθήναια», τόμ. Β’, 1901, σελ. 140-144)

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΝ 

ΚΑΙ ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ 

Ὀσκὰρ Γουάιλδ, «Τὸ τριαντάφυλλον καὶ τὸ ἀηδόνι» (Ὡς Μαίανδρος· περ. «Παναθήναια», τόμ. Β’, 1901, σελ. 140-144)

Μου εἶπε ὅτι θὰ χορεύσῃ μ᾽ ἐμένα, ἐάν τῆς πάω κόκκινα τριαντάφυλλα καὶ λέει ὁ νέος Φοιτητής, ἀλλ’ εἰς ὅλο μου τὸ περιβόλι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα τριάντα φύλλο κόκκινο ».

Ἀπό τὴν φωληά τοῦ, ἀπό τῆς πρασίνης δρυός τὰ κλωνάρια, τὸ Ἀηδόνι τὸν ἤκουσε καί τὸν εἶδε καὶ ἀπόρησεν. 

« Οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο εἷς ὅλο μου τὸ περιβόλι ! » λέει ὁ νέος Φοιτητής, καί τὰ ὡραία του μάτια ἐγέμισαν δάκρυα. «Ἆ! ἀπό τὶ μικρὰ πράγματα κρέμεται ἡ εὐτυχία ! Ἐδιάβασα ὅλα ὅσα ἔγραψαν οἱ σοφοί, καὶ ὅλα τὰ μυστικά τῆς φιλοσοφίας μου εἶνε γνωστά, καὶ ὅμως, ἐπειδή μου λείπει ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο, ἡ ζωή μου ὅλη εἶνε δυστυχισμένη” . 

« Νὰ τέλος ἕνας ἀληθινὸς έρωτευμένος » λέει τὸ Ἀηδόνι. «Κάθε βράδυ, νύκτα μὲ νύκτα, τὸν ἐτραγούδησα καὶ ἂς μή τὸν ἐγνώριζα· κάθε βράδυ, νύκτα μὲ νύκτα, ἔλεγα τὴν ἱστορία τοῦ εἰς τὰ ἄστρα καὶ τώρα τὸν βλέπω. Τὰ μαλλιά του εἶνε σκοτεινὰ σάν τὸ ἄνθος τοῦ Ὑακίνθου καί τὰ χείλη του εἶνε κόκκινα σάν τὸ τριαντάφυλλο τοῦ πόθου του· άλλά τὸ πάθος ἔκαμε τὸ πρόσωπό του ὅμοιον μέ τὸ ὠχρὸν ἐλεφαντοκόκκαλο καὶ ἡ λύπη ἔβαλε τὰ σημάδια τῆς εἰς τὸ μέτωπο του ». 

« Ὁ πρίγκιψ ἔχει χορὸν αὔριον τὸ βράδυ » , ἐψιθύρισε ὁ νέος Φοιτητής, « καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ εἶνε ἐκεῖ. Ἐάν τῆς πάω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο, θὰ χορέυσῃ μ᾽ ἐμένα ὡς τὸ πρωί. Ἑὰν τῆς πάω ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο, θά τὴν κρατήσω στὴν ἀγκαλιά μου, καὶ θὰ κλίνῃ τὸ κεφάλι της εἰς τὸν ὦμο μου καί τὸ χέρι μου θὰ σφίξῃ τὸ δικό της. Ἀλλὰ κόκκινο τριαντάφυλλο δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα εἰς τὸ περιβόλι μου· θὰ καθίσαι λοιπὸν μόνος, καὶ θὰ περάσῃ ἀπὸ κοντά μου, καὶ δὲν θὰ προσέξῃ διόλου σὲ μένα καὶ ἡ καρδιά μου θὰ σπάσῃ ».

« Ἀλήθεια, νὰ ὁ ἀληθινὸς ἐρωτευμένος », λέει τὸ Ἀηδόνι· «ὅ,τι τραγουδῶ τὸ ὑποφέρει· ὅ,τι εἶνε χαρὰ δι’ ἐμένα, δι’ αὐτὸν εἶνε λύπη. Ἀλήθεια, ὃ Ἔρως εἶνε θαυμάσιος. Eἶνε πολυτιμότερος τῶν σμαράγδων καὶ ἀκριβότερος τῶν καλλιτέρων ὀπαλίων, οὔτε μὲ μαργαριτάρια ἀγοράζεται, οὔτε εἰς τὰ παζάρια ἀπλώνεται. Οἱ ἔμποροι δέν τὸν εὑρίσκουν διὰ νά τὸν προμηθευθοῦν, καὶ οὔτε ζυγίζεται εἰς τὴν ζυγαριά τοῦ χρυσοῦ ».

« Οἱ μουσικοὶ θὰ κάθωνται εἰς τὴν ἐξέδρα των » , λέει ὁ νέος Φοιτητής, καὶ θὰ παίζουν μέ τὰ ἔγχορδα ὄργανα, καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ χορεύῃ μέ τοὺς ἤχους τοῦ βιολιοῦ καί τῆς ἅρπας. Θὰ χορεύῃ τόσον ἐλαφρά, ποῦ τὰ πόδια της δὲν θὰ θίγουν τὸ πάτωμα, καὶ οἱ αὐλικοί μὲ τὰ φαιδρά των φορέματα θὰ τρέχουν γύρω της. Ἀλλὰ μ᾽ ἐμένα δὲν θὰ χορεύςῃ, διότι δὲν ἔχω νά τῆς δῶσω κόκκινο τριαντάφυλλο ». Καὶ ἔπεσε εἰς τὴν χλόη καὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπο του μὲ τὰ χέρια καὶ ἔκλαιε. 

« Διατὶ κλαίει αὐτός ; » ἠρώτησε μικρὴ πράσινη Σαύρα, διερχομένη ζωηρὰ κοντά του μέ τὴν οὐρὰ εἰς τὸν ἀέρα. 

« Ἀλήθεια, διατί; »   λέει Πεταλούδα ποὺ εκυνηγούσε μίαν ἀκτῖνα. 

« Ναί, διατί; »  έψιθύρισεν ἕνα Λευκάνθεμον εἰς τὸ πλαγινό τοῦ μὲ χαμηλὴν καὶ γλυκυτάτην φωνήν. 

« Κλαίει δι’ ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο » λέει τὸ Ἀηδόνι. 

« Δι’ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο! »  εφώναξαν ὅλα « τί γελοῖο πρᾶγμα ! » Καὶ ἡ μικρὴ Σαύρα, ποὺ ήτο ὀλίγον ἀναιδής, ἐγέλασε δυνατά. 

Ἀλλά τὸ Ἀηδόνι ἐνόει τὸ μυστικόν τοῦ πόνου τοῦ Φοιτητοῦ, καὶ ἔμεινε σιωπηλὸν εἰς τὴν δρῦν, καὶ διενοεῖτο τὸ μυστήριον τοῦ Ἔρωτος. 

Ἔξαφνα ἄνοιξε τὰ στακτερά τοῦ πτερὰ διὰ νὰ πετάξῃ καὶ ὤρμησεν εἰς τὸν ἀέρα. Διῆλθε τὸ περιβόλι σὰν σκιὰ καὶ σὰν σκιὰ ἐπέτα ἐπάνω ἀπό τὰ φυτά. 

Εἷς τὸ μέσον τῆς χλόης ἔζη μία ὡραία τριανταφυλλιά, καὶ μόλις τὴν εἶδεν ἔπεσε εἰς ἕνα της κλωνὶ : 

« Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο »  λέει, «  καὶ θά σοῦ τραγουδήσω τὸ γλυκύτερο τραγούδι μου ». 

Ἀλλά τὸ Δένδρον ἐκίνησε τὸ κεφάλι του. 

« Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶνε λευκά »  τοῦ λέει, «  λευκὰ σάν τὸν ἀφρό τῆς θαλάσσης καὶ λευκότερα ἀπό τὸ χιόνι εἰς τὰ βουνά. Ἀλλὰ πήγαινε νὰ ἰδῇς τὴν ἀδελφή μου, ποῦ μεγαλώνει εἰς τὰ πόδια τοῦ παλαιοῦ ἡλιακοῦ ὡρολογίου καὶ ἴσως νά σοῦ δώσῃ αὐτὴ αὐτὸ ποὺ ποθεῖς ». 

Τὸ Ἀηδόνι λοιπὸν ἐπέταξε εἰς τὴν Τριανταφυλλιά, ποὺ έμεγάλωνε εἰς τὰ πόδια τοῦ παλαιοῦ ἡλιακοῦ ὡρολογίου. 

« Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο » λέει, « καὶ θά σοῦ τραγουδήσω τὸ γλυκύτερο τραγούδι μου ». 

Ἀλλά τὸ Δένδρον ἐκίνησε τὸ κεφάλι του. 

« Τὰ τριαντάφυλλα μου εἶνε κίτρινα » του λέει, « σάν τὰ μαλλιά τῆς καθισμένης σειρῆνος, εἰς τὸν ηλέκτρινο θρόνο της, καὶ κιτρινώτερα τοῦ ἀσφοδέλου ποὺ ἀνθεῖ εἰς τοὺς ἀγροὺς πρὶν πάῃ μέ τὸ δρεπάνι τοῦ ὁ θεριστής. Ἀλλὰ πήγαινε νὰ ἰδῇς τὴν ἀδελφή μου ποὺ μεγαλώνει κάτω τοῦ παραθύρου τοῦ Φοιτητοῦ, καὶ ἴσως σοῦ δώσῃ αὐτὴ αὐτὸ ποὺ ποθεῖς » . 

Τὸ Ἀηδόνι λοιπὸν ἐπέταξε εἰς τὴν Τριανταφυλλιά, ποὺ έμεγάλωνε κάτω τοῦ παραθύρου τοῦ Φοιτητοῦ. 

« Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο » λέει, « καὶ θά σοῦ τραγουδήσω τὸ γλυκύτερο τραγούδι μου ». 

Ἀλλά τὸ Δένδρον ἐκίνησε τὸ κεφάλι του. 

« Τὰ τριαντάφυλλα μου εἶνε κόκκινα » του λέει, « κόκκινα σάν τὰ πόδια τοῦ περιστεριοῦ, καὶ κοκκινώτερα τῶν μεγάλων ριπιδίων ποῦ ἀναδεύονται ἀενάως εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ὠκεανοῦ. Ἀλλ᾽ ὁ χειμὼν ἐπάγωσε τὶς φλέβες μου, καὶ ὁ πάγος ἔκαψε τὰ μπουμπούκια μου, καὶ ἡ καταιγὶς ἔσπασε τοὺς κλώνους μου, καὶ ὅλον τοῦτον τὸν χρόνο δὲν θὰ ἔχω τριαντάφυλλα »

« Ἕνα μόνο τριαντάφυλλο κόκκινο εἶνε ὅλο ὅλο ποὺ ποθῶ »  λέει τὸ Ἀηδόνι. «Μόνο ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο! Δὲν εἶνε τρόπος νά τὸ ἀποκτήσω; »

« Εἶνε ἕνας τρόπος » τοῦ λέει τὸ Δένδρον: «ἀλλὰ εἶνε τόσο τρομερὸς ποὺ δὲν τολμῶ νά σοῦ τὸν εἰπῶ» .. 

« Πές μου τὸν »  λέει τὸ Ἀηδόνι, « καὶ δὲν φοβοῦμαι ». 

« Ἂν ποθῇς ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο » λέει τὸ Δένδρον, « πρέπει νά τὸ δημιουργήσῃς μὲ μουσικὴν εἰς τὸ φῶς τῆς Σελήνης καὶ νά τὸ βάψῃς μ᾽ αὐτῆς τῆς καρδίας σου τὸ αἷμα. Πρέπει νά μου τραγουδήσῃς ἐμένα, μέ τὸ στῆθός σου βαλμένο ἀπάνου σ᾽ ἕνα ἀγκάθι, ὅλη τὴν νύκτα πρέπει νά μου τραγουδήσῃς ἐμένα, καί τὸ ἀγκάθι πρέπει νά σοῦ τρυπήσῃ τὴν καρδιά, καί τὸ αἷμα τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ χυθῇ εἰς τὶς δικές μου φλέβες ».

« Ὁ θάνατος εἶνε πολὺ μεγάλη πληρωμὴ δι’ ἕνα τριαντάφυλλο κόκκινο, » λέει τὸ Ἀηδόνι, « καὶ ἡ Ζωὴ εἶνε δι᾽ ὅλους καὶ πολύτιμη. Εἶνε καλὰ νὰ εἶνε κανεὶς εἰς τὸ πράσινο δάσος καὶ νὰ βλέπῃ τὸν Ἥλιο εἰς τὸ χρυσό του ἅρμα καί τὴν Σελήνη εἷς τὸ μαργαριταρένιο της ἁμάξι. Γλυκεία εἶνε ἡ εὐωδία τῆς λευκακάνθης καὶ γλυκεία εἶνε ἡ κληματίς ποῦ κρύβεται εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ ἡ έρείκη ποὺ κυματίζει εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου. Ἀλλὰ πάλιν ὁ Ἔρως εἶνε καλήτερος ἀπό τὴν Ζωήν, καί τί εἶνε καρδιὰ πουλιοῦ παραβαλλομένη μέ τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου; »

Ἅπλωσε λοιπόν τὰ στακτερά του πτερὰ διὰ νὰ πετάξῃ καὶ ὥρμησε εἰς τὸν ἀέρα· ἐπέρασε ἀπό τὸ περιβόλι σα σκιά, καὶ σὰ σκιὰ ἐπέτα ἐπάνω ἀπό τὰ φυτά. 

Ὁ νέος Φοιτητὴς ἐκοίτετο ἀκόμη εἰς τὴν χλόη, ὅπου τὸν εἶχε ἀφήσει, καί τὰ δάκρυα ἀκόμη δὲν εἶχαν στεγνώσει εἰς τὰ ὡραία του μάτια. 

« Χαίρου » εφώναξε τὸ Ἀηδόνι « χαίρου » ·  θὰ ἔχῃς τὸ τριαντάφυλλο σοῦ τὸ κόκκινο. Θὰ τὸ δημιουργήσω μὲ μουσικὴν εἰς τὸ φῶς τῆς Σελήνης, καὶ θὰ τὸ βάψω μ᾽ αὐτῆς τῆς καρδιᾶς μου τὸ αἷμα· ὅλο ὅλο ποῦ σοῦ ζητῶ δι᾽ αὐτό, εἶνε νὰ εἶσαι ἀληθινὰ ἐρωτευμένος, διότι ὁ Ἔρως εἶνε σοφώτερος ἀπό τὴ Φιλοσοφία, ἂν καὶ αὐτὴ εἶνε σοφή, καὶ δυνατώτερος ἀπό τὴν Δύναμη, ἂν καὶ αὐτὴ εἶνε δυνατή. Τὰ πτερά του ἔχουν τῆς φωτιᾶς τὸ χρῶμα καὶ σάν τὴν φωτιὰ εἶνε τὸ κορμί του. Τὰ χείλη του εἶνε ζαχαρωμένα σάν τὸ μέλι, καὶ ἡ πνοή τοῦ εἶνε σὰν λιβανωτὸς » .  

Ὁ Φοιτητὴς εἶδε ἀπό τὴν χλόη ποῦ ἦτο πεσμένος, καὶ ἤκουσε, ἀλλὰ δὲν ἐνόησε τί τοῦ ἔλεγε τὸ Ἀηδόνι, διότι δὲν ἐγνώριζε ἄλλο ἀπό τὰ πράγματα ποὺ εἶνε γραμμένα εἷς τὰ βιβλία. 

Ἀλλὰ ἡ Δρῦς ἐνόησε καὶ κατελυπήθη, διότι ἀγαποῦσε πολύ τὸ μικρό τὸ Ἀηδόνι, ποὺ εἶχε κτίσει τὴν φωληά του εἰς τοὺς κλώνους της. 

« Τραγούδησε μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι » ἐψιθύρισε, « θὰ ἔχω τόση μοναξιὰ ὅταν θὰ φύγῃς ! » 

Τὸ Ἀηδόνι λοιπὸν έτραγούδησε εἰς τὴν Δρῦν, καὶ ἡ φωνή του ἦτο ὅλο φοῦσκες· σὰν χυνόμενο νερὸ ἀπὸ ἀσημένια ὑδρία. 

Ὅταν ἐτελείωσε τὸ τραγούδι του, ὁ Φοιτητὴς ἐσηκώθη καὶ ἔβγαλε ἀπό τὴν τσέπη του ἕνα μικρὸ τετράδιο καὶ ἕνα μολύβι. 

« Ἔχει πλαστικότητα », ἔλεγε φεύγων ἀπό τὴν χλόη, « αὐτὸ δὲν συζητεῖται ἀλλ’ ἔχει καὶ αἴσθημα; Φοβοῦμαι πὼς δὲν ἔχει. Ἄλλως τε εἶνε ὅπως ὅλοι οἱ καλλιτέχναι, εἶνε ὅλο ὕφος, χωρὶς καμμίαν εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ ἐθυσιάζετο δι᾽ ἄλλον. Δὲν συλλογίζεται παρά τὴν μουσική, καὶ ὅλοι γνωρίζουν ὅτι αἱ τέχναι εἶνε ἐγωίστριαι. Πάλιν ὅμως πρέπει νὰ παραδεχθῇ κανείς, ὅτι ἔχει μερικοὺς ὡραίους φθόγγους εἰς τὴν φωνή του. Τί κρῖμα νὰ μὴ θέλουν νὰ ποῦν τίποτε, νὰ μὴ κάνουν κανένα πρακτικὸ καλὸ » · καὶ εἰσῆλθε εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ κατεκλίθη εἰς τὸ στενό του κρεββάτι, καὶ ἤρχισε νὰ συλλογίζεται τὸν έρωτά του, καὶ ἔπειτα ἀπὸ λίγη ὥρα ἀπεκοιμήθη. 

Καὶ ὅταν ἡ Σελήνη ἔλαμψε εἰς τοὺς οὐρανούς, τὸ Ἀηδόνι ἐπέταξε εἰς τὴν Τριανταφυλλιά, καὶ ἔβαλε τὸ στῆθος του ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι. Ὅλην τὴν νύκτα ἐτραγούδησε, μέ τὸ στῆθος ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι, καὶ ἡ ψυχρὰ κρυσταλλίνη Σελήνη ἔκυψε καί τὸ ἤκουσε. ῞Ολην τὴν νύκτα ἐτραγούδησε, καί τὸ ἀγκάθι ἐχώθηκε ὁλοένα βαθύτερα εἰς τὸ στῆθός του, καί τὸ αἷμα τῆς ζωῆς του ἐχύθη ἀπὸ ᾽κεί. 

Ἐτραγούδησε πρῶτα τὴν γέννησιν τοῦ Ἔρωτος εἰς τὴν καρδιὰ κόρης καὶ ἀγοριοῦ. Καὶ εἰς τὸ ὑψηλότερο κλωνάρι τῆς Τριανταφυλλιᾶς ἄνθησε ἕνα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, ἕνα ἕνα φύλλο, καθώς τὸ ἕνα τραγούδι ἀκολουθοῦσε τὸ ἄλλο τραγούδι. Χλωμὸ ἦτο πρῶτα, σὰν τὴν πάχνη ποὺ κρέμεται εἰς τὸν ποταμὸ – χλωμὸ σάν τὰ πόδια τῆς πρωίας, καὶ ἀσημένιο σάν τὰ πτερά τῆς αὐγῆς. Σάν τὴ σκιὰ τριανταφύλλου σὲ ἀσημένιον καθρέπτη, σὰν τὴν σκιὰ τριανταφύλλου σὲ λίμνη, ἦτο τὸ τριαντάφυλλο ποῦ ἄνθιζε εἰς τὸ ὑψηλότερο κλωνάρι τοῦ Δένδρου. 

Ἀλλά τὸ Δένδρον λέει εἰς τὸ Ἀηδόνι νὰ σπρώξῃ δυνατώτερα τὸ στῆθός του ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι. « Σπρῶξε δυνατώτερα, μικρό μου Ἀηδόνι »  λέει τὸ Δένδρον, «διότι θὰ φθάσῃ ἡ ἡμέρα πρὶν τελειώσῃ τὸ τριαντάφυλλο » . 

Τὸ Ἀηδόνι λοιπὸν ἔσπρωξε δυνατώτερα ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι, καὶ ἠχηρότερο ὁλοένα ἐγίνετο τὸ τραγούδι τοῦ, διότι έτραγουδοῦσε τὴν γέννησιν τοῦ Πάθους εἰς τὴν καρδιὰ ἀνδρὸς καὶ παρθένου.

Ἁβρά κοκκινάδα ἀνέβη εἰς τὰ φύλλα τοῦ τριανταφύλλου, σάν τὴν κοκκινάδα τοῦ νυμφίου ὅταν φιλῇ τῆς νύμφης τὰ χείλη. Ἀλλά τὸ ἀγκάθι δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη τὴν καρδιά τοῦ Ἀηδονιοῦ, ὥστε ἡ καρδιά τοῦ τριανταφύλλου ἔμεινε λευκή, διότι μόνο τὸ αἷμα καρδιᾶς ἀηδονιοῦ ἔχει τὴν δύναμι νὰ πορφυρώσῃ τὴν καρδιὰ τριανταφύλλου.

Καί τὸ Δένδρον λέει εἰς τὸ Ἀηδόνι νὰ σπρώξῃ δυνατώτερα τὸ στῆθός τοῦ ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι. « Σπρῶξε δυνατώτερα, μικρό μου Ἀηδόνι » λέει τὸ Δένδρον, «διότι θὰ φθάσῃ ἡ ἡμέρα πρὶν τελειώσῃ τὸ τριαντάφυλλο ». 

Τὸ Ἀηδόνι λοιπὸν ἔσπρωξε δυνατώτερα τὸ στῆθός του ἐπάνω εἰς τὸ ἀγκάθι, καί τὸ ἀγκάθι τοῦ ἤγγισε τὴν καρδιὰ καὶ ἄγριον ῥῖγος πόνου τὸ σπάραξε. Πικρὸς πικρὸς ἦτο ὁ πόνος του, καὶ ὁλοένα ἀγριώτερο ἐγίνετο τὸ τραγοῦδί του, διότι ἐτραγουδούσε τὸν Ἔρωτα ποῦ ἀποτελειώνεται ἀπό τὸν Θάνατο, τὸν Ἔρωτα ποῦ δὲν πεθαίνει εἰς τὸν τάφον. 

Καὶ τὸ θαυμάσιο τριαντάφυλλο ἔγεινε κατακόκκινο, σὰν τὸ τριαντάφυλλο τοῦ οὐρανοῦ τῆς Ἀνατολῆς. Κατακόκκινη ἦτο ἡ ζώνη τῶν φύλλων του, καὶ κατακόκκινη σὰν ρουμπίνι ήτο ἡ καρδιά του. 

Ἀλλ᾽ ἡ φωνή τοῦ Ἀηδονιοῦ αδυνάτησε, καί τὰ μικρά του πτερὰ ἤρχισαν νὰ σπαράζουν, καὶ μία μεμβράνη τοῦ ἐκάλυψε τὰ μάτια · ὁλοένα αδυνατώτερο ἐγίνετο τὸ τραγούδι του καὶ ἠσθάνετο εἰς τὸν λαιμό τοῦ κάτι νά τὸ πνίγῃ. 

Τότε ἄφησε μία τελευταία πνοὴ μουσικῆς. Ἡ λευκὴ Σελήνη τὴν ἤκουσε, καὶ ἐλησμόνησε τὴν αὐγή, καὶ ἐβράδυνεν εἰς τὸν οὐρανό. Τὸ κόκκινο τριαντάφυλλο τὴν ἤκουσε, καὶ τρέμον ὁλόκληρο ἀπὸ ἔκστασιν ἄνοιξε τὰ φύλλα του εἰς τὸν ψυχρὸν ἀέρα τῆς αὐγῆς. Ἡ Ἠχώ τὴν ἐπῆγε ἕως τὸ μενεξεδένιο τῆς σπήλαιον εἰς τὰ βουνὰ καὶ ἔσυρεν ἀπό τὰ ὄνειρα τοὺς κοιμισμένους βοσκούς. Ἀεροπόρησεν ἕως τὰ καλάμια τοῦ ποταμοῦ, κ᾽ ἐκεῖνα ἐπῆγαν τὸ μήνυμα εἰς τὴν θάλασσα. 

« Κύττα! κύττα! » λέει τὸ Δένδρον, « τὸ τριαντάφυλλο εἶνε τελειωμένο τώρα»· ἀλλά τὸ Ἀηδόνι δὲν ἀπεκρίθη τίποτε, διότι ἐκοίτετο νεκρὸ εἰς τὴν ὑψηλὴ χλόη, μέ τὸ ἀγκάθι εἰς τὴν καρδιά του. 

Καί τὸ μεσημέρι ὁ Φοιτητὴς ἄνοιξε τὸ παράθυρο τοῦ καὶ έκύτταξεν ἔξω. 

« Ἔλα δά! τί παράδοξη τύχη » εφώναξε, « νὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο! Εἰς ὅλη μου τὴ ζωὴ δὲν εἶδα παρόμοιο τριαντάφυλλο. Εἶνε τόσον ὡραῖο, ποὺ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἔχῃ ἕνα μακρὺ ὄνομα λατινικό ». Καὶ ἔκυψε καί τὸ ἔκοψε. 

Τότε ἔβαλε τὸ καπέλλο του, καὶ έτρεξεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Καθηγητοῦ, μέ τὸ τριαντάφυλλο εἰς τὸ χέρι. 

Ἡ κόρη τοῦ Καθηγητοῦ ἐκάθητο εἰς τὴν θύραν τυλίγουσα σὲ κουβαρίστρα μενεξεδένιο μετάξι, μέ τὸ σκυλάκι της καθισμένο κοντά. 

« Μου εἶπες ὅτι θὰ χορεύσῃς μ᾽ ἐμένα, ἐάν σοῦ ἔφερνα ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο » , λέει χαρούμενος ὁ Φοιτητής. « Νὰ τὸ κοκκινώτερο τριαντάφυλλο τοῦ κόσμου. Θά τὸ βάλῃς τὸ βράδυ εἰς τὸ στῆθός σοῦ, ἐπάνω εἰς τὴν καρδιά σου, καὶ ὅταν θὰ χορεύουμε μαζί, αὐτὸ θὰ σοῦ λέῃ πόσο σὲ ἀγαπῶ » . 

Ἀλλ᾽ ἡ κόρη ἐσούφρωσε τὰ φρύδια. 

« Φοβοῦμαι ὅτι δὲν πάει καλὰ μὲ τὸ φόρεμά μου » , λέει: « καὶ ἔπειτα, ὁ ἀνεψιός τοῦ αὐλικοῦ μου ἔστειλεν ἀληθινὰ κοσμήματα, καὶ καταλαβαίνεις ὅτι τὰ κοσμήματα ἀξίζουν πολὺ ἀκριβότερα ἀπό τὰ ἄνθη ».

«  Mά τὴν ἀλήθεια, εἶσαι πολὺ ἀχάριστη! »  λέει ὁ Φοιτητής μὲ θυμό. Καὶ ἐπέταξε τὸ τριαντάφυλλο εἰς τὸν δρόμο, ὅπου έπεσεν εἰς τὸ αὐλάκι, καὶ ὅπου ἡ ρόδα κάρρου ἐπέρασεν ἐπάνω του. 

« Ἀχάριστη; »  λέει ἡ κόρη. « Καὶ ἐγώ σοῦ λέω ὅτι εἶσαι πολὺ χωριάτης · καὶ ἐπὶ τέλους τί εἶσαι σύ, κύριε ; ἕνας φοιτητὴς καὶ τίποτε ἄλλο. Μοῦ φαίνεται μάλιστα ὅτι δὲν ἔχεις ἀσημένιους φιόγγους εἷς τὰ ὑποδήματα σου, καθὼς ἔχει ὁ ἀνεψιός τοῦ αὐλικοῦ » . Καὶ ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ κάθισμα της καὶ εἰσήλθεν εἰς τὸ σπίτι. 

« Πόσον ἀνόητο πρᾶγμα εἶνε ὁ Ἔρως » λέει φεύγων ὁ Φοιτητής. « Ὁ Ἔρως δὲν ἔχει οὔτε τὴν μισὴ ὠφέλεια τῆς λογικῆς, διότι τίποτε δὲν ἀποδεικνύει, καί σοῦ ὁμιλεῖ ὅλην τὴν ὥρα διὰ πράγματα ποῦ δὲν θὰ συμβοῦν, καί σὲ ἀναγκάζει νὰ πιστεύης πράγματα ποῦ δὲν εἶνε ἀληθινά. Ἀλήθεια, ὁ Ἔρως δὲν εἶνε πρακτικός, καὶ ὅπως εἷς τὴν ἐποχή μᾶς τὸ πᾶν εἶνε νὰ εἶνε κανεὶς πρακτικός, θὰ ριχθῶ πάλιν εἰς τὴν Φιλοσοφία καὶ θὰ μελετήσω Μεταφυσική ». 

Ἐγύρισε λοιπὸν εἰς τὸ δωμάτιον του, καὶ επήρεν ἕνα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, καὶ ἤρχισε τὸ διάβασμα.

ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΔ

 Μετάφρασις Μαιάνδρου

Μετάφρασις Μαίανδρος. 

η. Βωδελαίρ – Πεζά Ποιήματα – Το Μικρόν Άστυ, 21 Νοεμβρίου 1899: ΑΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΗΤΟ / ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΟ ;; : !!!

-Ποῖον ἀγαπᾶς περισσότερον, ἄνθρωπε μυστηριώδη; εἰπὲ! τὸν πατέρα σου, τὴν μητέρα σου, τὴν ἀδελφὴν ἢ τὸν ἀδελφὸν σου; 

– Δὲν ἔχω οὔτε πατέρα, οὔτε μητέρα, οὔτε ἀδελφὴν, οὔτε ἀδελφόν.

– Τοὺς φίλους σου ; 

–  Μεταχειρίζεσαι λέξιν, τῆς ὁποίας μέχρι τοῦδε δὲν ἐνόησα τὴν ἔννοιαν,

– Τὴν πατρίδα σου ;

– Ἀγνοῶ ποῦ τῆς γῆς εὐρίσκεται.

–  Τὸ καλόν ;

– Θὰ ἀγαποῦσα εὐχαρίστως τὴν ἀθάνατον θεάν τοῦ καλοῦ. 

– Τὸν χρυσόν ;

– Τὸν μισῶ.

– Καὶ τὶ ἀγαπᾶς λοιπόν, ξένε ἀλλόκοτε ;

– Ἀγαπῶ τὰ νέφη… τὰ νέφη ποῦ περνοῦν ἐκεὶ κάτω…

τὰ νέφη τὰ θαυμάσια…

(Βωδελαίρ)

ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ ΜΗ ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΚΑΛΩΣ – ΠΡΟΧΕΙΡΑ:

ΤΙΓΡΑΝ ΥΕΡΓΑΤ 

«Τιγρὰν Ὑεργὰτ» (Ὡς Νεοέλλην· ἐφ. «Τὸ Ἄστυ», 24-11-1899)

«Ο πολυ φίλητος υιός μου Garabed απέθανεν σήμερον», λέγει τηλεγράφημα μητρός. 

Και η κραυγή του άλγους καρδίας μητρικής, ερχομένη από τον μακρινών οχθών του Βο σπόρου εις τάς όχθες του Ιλισσού και φέρουσα τον θάνατον φίλου, διαπερά στην καρδίαν και. εντείνει την λύπην δι’ όλης της σιωπής των γραφικών σημείων. Ουδέν κίνημα, ουδεμία έκ Φρασις είναι δυνατή προς τον και μακράν να κρών φίλον, επί του οποίου θα κλίνουν τώρα οφθαλμοί χύνοντες ποταμούς δακρύων, σπα ρασσομένης μητρικής καρδίας εις δστάτους – σπασμούς. 

Και είναι λυπηρά η ιδέα δει, ούτε ταγαπη μένα του Υμηττού ια, ο τι ταγαπημένα της *Αττικής ρόδα θα θωπεύ σουν τον νεκρών του θερμού της Ελληνικής Ιδέας εραστούν αλλ’ ίνα Ιτι λυπηρότερα και ιδέα ότι, δπο τον τρόμιον του θηριωδεστέρου των δεσποτών, ούτε οι αρμενικοί παιάνες και θρήνοι θα συνο δεύσουν την ταφήν του προμάχου της αρμενι κής ιδέας, του οποίου όλη η ζωή εκάη εις το Ιδανικός της ελευθερίας της φυλής του. 

Εις πολλών την καρδίαν θάναζήση ή ευγει νκστάτη φυσιογνωμία με το άίτειον βλέμμα, με την ραμφοειδή ρίνα, την άρμοζομένην – σχυρώς, με χείλη πλήρη δυνάμεως, θελήσεως και υπερηφανείας του ‘Αρμενίου «υπατρίδου, ολόκληρος ή ανάμνησις της ισχυράς και ποιη τικής ψυχής, της έκδηλουμένης διά τών ά πλουστέρων και ηγεμονικωτέρων κινήσεων. “Έκ τόσης νεότητος και κάλλους ιδέας η εικών αυτή απομένει μόνον. 

Υπό το πλήγμα όμως του θανάτου, ο θια – νόντες αναζουν ολόκληροι εις την ψυχήν των φίλων.Μυριάκις ζωντανώτεροι, μυριάκις φωτει νότεροι των ζωηροτέρων στιγμών της ζωής των, αναζούν με έντασιν ακροτάτην, διότι και θάνατος θέλει να εγχαράξη βαθύταραν την « κόνα των απερχομένων, οι οποίοι εισέρχονται εις την πέραν του τάφου ζωήν, ής μόνη βε βαία «να ή εφήμερος επιβίωσης των νεκρών εν τη μνήμη των εφημέρων επίσης ομοίων, ών την ψυχήν αθώπευσαν εν τη ζωή. 

“Αλλ’ ενώ θέλω να μεταδώσω έκ καθήκον – τoς τις φιλους κοινούς την είδησιν του θανάτου της ποιητικής αυτής μορφής και φωτίσω διά τους αγνώστους φυσιογνωμίαν ανθρώπου εργα σθέντος εξ έρωτος διά την πατρίδα των, αι σθάνομαι μόνον την ανάγκην να ψάλλω ένα πράγμα ώραζον. 

Διότι εξ όλων των αναμνήσεων αναδόουν της ψυχής μου μόνον εικόνας ωραίαι και αρ μονίαι Ιδεών, αναδύουν μόνον άνθη, άνθη λευκά και ρόδινα, άνθη Ιόχροα και άνθη καταπόρφυρα, πλήρη ρώμης και κάλλους, άνθη αβρότερα κρί νων, άνθη ποιητικώτερα μαραινομένων των. 

Η ωραία του ζωή με την ωραίαν του μορ φήν απετέλουν ανθρώπινον άνθος αλησμόνητον. Σπανίως ωραία και υψηλή ψυχή έλαβαν ενσαρ κον ένδυμα, τελειότερον εκφράζον ωραίαν και γενναισαν ιδέαν και σπανιότατα Ενσαρκων ένδυμα περιαλγές παρηκολούθησε τόσον γενναίως και παγκάλως καιόμενον, την καύσιν ωραίας ψυ χής” διότι σπανίως σώμα και ψυχή εκάη ώ ραία ώς λαμπάς μέχρι της υστάτης στιγμής εις τον βωμόν του “Ιδανικού. 

• Υπό την έντασιν του ισχυροτάτου φωτός, δια του οποίου καταλάμπει η ψυχή το παρελ θόν ένα συνθέση και συγκρατήση δια παντός την εικόνα των αγαπημένων νεκρών, βλέπω, ακούω, αισθάνομαι αυτόν. 

Όμιλώ διά τήν ‘Αρμενίαν, διά την φύσει δούλην αυτήν φυλήν του, ήτις αδυνατεί να συλλάβη την αποφασιστικήν θέλησιν της ελευ 

θερίας, εις την οποίαν ψυχαι της υπεροχής αυ. | του προσεπάθησαν να εμφυσήσουν πνοήν γεν ναίαν” διά την φυλήν της οποίας οι ασθενείς άνθρωποι προσφέρουν κατά μυριάδας τους πτης νοειδείς λαιμούς των εις τον θερισμός του τουρκικού γιαταγανίου. 

Το ισχνότερον των σωμάτων τονούται και | λαμβάνει ύφος γενναιου πολεμιστού, το στόμα μορφήν αγέρωχον, τα χείλη εκπέμπουν πύρ αποστολικόν, ο οφθαλμός οξύς και ευρύς λέ 

γει το μίσος, το βλέμμα άέτειον εκφράζει την | ανδρείαν και είναι τόσον ισχυρά και γενναία πνοή | της ψυχής του, ώστε παρισια εικόνα έντονω | τάτης του ιδανικού ‘Αρμενίου πολεμιστου επί 

των υψηλών κορυφών των ορίων. 

Εινε και προγεγραμμένος σημαιοφόρος της αρμενικής Ιδέας, και διασχίζων της Ευρώπης και αγωνιζόμενος διά του καλάμου και του λόγου, λόγου και καλάμου στρατιώτου” είπε ο άνθρω πος και ζών και κατακαιόμενος όλος διά το ιδα νετοι της Πατρίδος. 

Κατά την πρωινήν ώραν εαρινής ημέρας, ενώ | ο ήλιος όπισθεν του Υμηττού προπέμπει τα τα και τα ρόδα, αναμένεται προ του Δεξιλεω, ή μοναδική στιγμή κατά την οποίαν και παγκαλος ίππους και εστραμμένος προς τον ήλιον θα φανή ζωογονούμενος υπό το βαθμιαίως εντεινόμενον ρόδιναν φώς και υπό τον ισχυρών μετ’ ολί γον φωτισμόν θα φανερώση ζωήν υπερτέραν της φυσικής. 

Βαθεία γαλήνη κρατεί σεμνώς το ενσαρκών ένδυμα,εκ των ηδυνoμένων χειλέων ρέουνμουσι 

και αρμονίαι, οι οφθαλμοί πληρούνται ποιήσεως, 1 ή χείρ δψούται άσυναισθήτως εις κινήματα α | δρότατα και θρησκευτικά. Περιχαρής και ψυχή 

εναγκαλίζεται το αιώνιον ωραίον και το εφήμε ΚΑυ natoυ. Περιχαρής δέχεται τάς σιωπη 

λάς έκρεούσας αρμονίας του γλυπτικού και ψυ χικού κάλλους. 

Είνε ο ποιητής, του οποίου η ψυχή δονείται ολόκληρος, ανοίγεται και φωτίζεται εξ υπερτέρας πνοής, και αισθανόμενος αναδύοντας νέους πόθους από τον κόσμον των αορίστων ακόμη συναισθη μάτων, πόθους νέους ανωτέρους,και μαγευμένος ποιητής έκ του ελληνικού κάλλους και όνει ρευόμενος να ζήση εις τους πρόποδας της Α. κροπόλεως Τα εν μέσω της καλλονής των φυ – σικών και τεχνικών εικόνων εκφράση το διει ρον του ωραίου. 

Κατά τας λυπηροτάτας ώρας της ζωής η μών, καθ’ ας ανελίσσεται το απαισιον θέαμα πατρίδος καταρραπιζομένης πανταχόθεν οπό μικρών και μεγάλων, ξένων και εντοπίων” κατά τας ώρας του αποτροπαίου θεάματος, καθ’ ας έπνευσε μανία ασύστολος αυτοπεριφρονή σεως και αυτοεξευτελισμού” καθ’ ας προσεφέ ρετο εις πάντα ξέναν πάν έλκος, πάν άγος 

της οικτράς ημών ζωής, με μιαν έλλειψιν συν Παισθήσεως και έλλειψιν ανθρωπισμού άλγεινο” 

τάτην, διέμεινεν και θερμός φίλος της συγχρόνου. “Ελλάδος. 

Είνε ο νούς, και υπέροχος και επιστήμων, και μη επηρεαζόμενος έκ της τυφλής βοής των o χλων, και γνωρίζων να βλέπη την ζωτικότητα των λαών και βαθυτάτη θα διαμείνη η αγάπη μου προς τον νεκρών τώρα φίλον πλησίον της ξένης ψυχής του οποίου ηδόνατό της να εύρη θερμήν αγάπην της ιδίας αυτού πατρίδος, όταν ήαναπνοή άπέβαινεν αδύνατος εν μέσω των 5 χλων, 

Έντος θαλάμου φωτεινού πλησίον ρόδων μαραινομένων και ωραία του μορφή λαμβάνα 

Αας, και οία που την δψίστην έντασιν και η ορμή προς το ιδανικόν την ποιη τιχωτέραν μορφήν. Όλαι αι ιδέαι των αιωνίων προβλημάτων της ζωής περιπτάμεναι συνθέ τουν την πολυθόρυβον αρμονίαν των ανθρωπί Yων σκέψεων. . 

Ο θάλαμος είνε νοσοκομείου κοιτών και και όψιστος οίστρηλάτης και θάνατος ή νεαρωτάτη το σαι Βαθότατα τραύματα και άλλη σε ρεται αμετακλήτως προς τον τάφον” αλλά πάντα κεκαλυμμένα αφήνουν βραχίονα διαγρά φοντα σχήματα ποιητικά, χείλη μειδιώντα όψη λοφρόνως. 

“Οχι εξ ολων των εικόνων, τας οποίας ή ψυχή μου διατηρεί ζωηροτάτας, ούτε μία δεν επιτρέει θρηνωδίαν. “Όχι! ο θάνατος φίλου διατελέσαντος ώς πάγκαλον είδος, του οποίου ολόκληρος η ζωή εκάη εις τον βωμόν του Ιδανικού, η ζωή ολόκληρος εξεδήλου την ιδέαν, παράγει μόνον λύπην αρμονίας παυούσης. “Όχι! τον βαίνοντα διά της οδυνηροτέρας και μακρο τέρας οδού προς τον τάφον και μέχρις οστάτης στιγμής αφοσιωμένον εις την ιδέαν χαιρετών όπως τους γενναίους και υπερόχους τους περι φρονούντας τας ανθρωπίνας ματαιότητας και ποταπότητας όλας. 

Φίλοι και ποιηται, ούς ηγάπησε και παρά των οποίων ηγαπήθη, των οποίων την πατρίδα και τα έργα επόθει να εξυμνήση, θα χάνουν τον νεαρόν του δια στίχων ανταξίων. 

Εγώ,δστις έγνώρισα κατά βάθος την ψυχήν, την καρδίαν και τον νούν του νεκρωθέντος ξένου φίλου και κιθάνθην το μέλλον άσμα ζωής νεαρω: τάτης, δπερ δεν θα εκδηλώση ποτί πλέον, ώς μόνην εκδήλωσιν πένθους, ως μόνην επιτάφιον σπονδην αισθάνομαι μόνον την ώθησαν να λάβω τα προ έμού φιλημένα ρόδα, ένα θωπεδων αυτά και διά των εμών χειλέων αναρρίψω και εδω καταπίπτοντα πέταλα ανθέων. 

Τα λευκά και ρόδινα πέταλα διέγραψαν την φοράν όλων των ωραίων πραγμάτων, άτινα ά ναδύουν εις την ζωήν, αιωρούνται επ’ ολίγον εις το φως και καταδόουν” τα λευκά και ρό δινα πέταλα διατηρούντα το κάλλος των λέ γουν την ζωήν όλων των ωραίων φύσεων, αι οποίαι ζούν αδιάφοροι προς πάν μη υψηλόν και ωραίος και θνήσκουν παγκάλως. 

Νεοέλλην 

Death of Tigran Yergat (December 1, 1899)

A short-lived and forgotten name of Armenian letters and political struggle in the late nineteenth century, Garabed Bilezikji was born in Constantinople from a Catholic family of amiras (upper class merchants) in 1870. His father died at the age of 28 and his mother, who belonged to the well-to-do Tingir family, returned to her father’s home with her children.

Little Garabed was given private lessons of Turkish and Armenian, and learned Greek through his nanny. In 1880 he moved to Paris with his mother and entered the boarding school of the Dominican fathers in Argueuil. He graduated in 1887 with honors. After spending a year in the United States, where he studied American literature and perfected his English, he came back to Paris in 1889 and took a modest position at a bank, while devoted to literary and political activities, and adopted the pseudonym of Tigran Yergat.



He maintained close relations with Emile Zola, Jean Jaures, Maurice Barres, and other remarkable figures of French intellectual life, which opened the doors of the press to him. He published many articles in French journals about the peoples of the Orient, Oriental life and customs, and the Armenian Question. He contributed to Nouvelle Revue, Le Figaro , and other publications, and was a much-sought lecturer.

In 1893 the Tingir family lost most of its fortune due to the economic crisis in Turkey, and Yergat was forced to return to Constantinople. He taught French and clandestinely contributed to Revue des Revues with patriotic poems by Kamar Katiba in French translation and articles denouncing the anti-Armenian policies of Sultan Abdul Hamid II. He also wrote articles calling for revolutionary action in the newspaper Hairenik of Constantinople. In August 1896, when the Armenian Revolutionary Federation executed the occupation of the Ottoman Bank, Tigran Yergat’s brother, Mardiros Bileziji, a bank employee, was persuaded by the leaders of the group, Armen Garo and Hrach Tiryakian, to write in Turkish the famous warning to the sultan by the Armenian revolutionaries. Yergat would tell his mother: “They entered the bank like heroes, but they should have exploded the building rather than leaving it like that, without any result. Would my brother have been lost there? Who cares, it would have been for the glory of Armenia…” 

Tigran Yergat also showed his capacities for political and lobby efforts. He was in close contact with Patriarch Mateos Izmirlian (1892-1896), who was finally exiled to Jerusalem by Hamid due to his continuous protests against the “Red Sultan.” He also was the subject of persecution, which forced him to leave Constantinople in October 1896 with help from the secretary of the British embassy.

He went to Greece, where he would mostly spend the next years. He actively cooperated with the Crete rebellion of 1897 and the subsequent Greek-Turkish war, becoming a member of the political organization “Eteria” and working to create a rapprochement between Greek and Armenian revolutionaries. In 1898 he took upon himself the organization of a French military expedition to Cilicia, which remained unfinished due to his death. In fact, his health took a fast turn to the worse early that year. He was forced to move to Cairo, near his brothers, looking for a recovery. During his short sojourn in Egypt, he became a member of the A.R.F.

However, in the spring of 1899, upon his mother’s entreaties, Tigran Yergat returned to Constantinople, physically devastated. He was taken to the hospital, where he passed away on December 1, 1899. An obituary published in the A.R.F. organ Droshak stated: “The storm of revolution, the adoration of epic feats existed in Tigran Yergat as an embodiment of protest, framed within a tender smile. Alas! A wild disease, tuberculosis, destroyed that kind and honorable life.

«Οἱ ἀποτρόπαιοι θεοί» (Ὡς Θ. Θάνατος· ἐφ. «Τὸ Ἄστυ», 13-9-1904)

Απο ΗΜΕΡΑΣ ΕΙΣ ΗΜΕΡΑΝ 

ΟΙ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΙ ΘΕΟΙ 

ΕΙς αιών σχεδόν διήλθεν άφ’ ότου ήχησεν από τον Ίστρου ή σάλπιγξ της αποκληθείσης – δολοφονικώς μέν υπό των βαρβάρων, ηλι Θίως δε υφ’ ημών των ιδίων-έκ νεκρών ανα στάσεως. Εις αιών σχεδόν παρήλθεν αφότου αντήχησεν από περάτων έως περάτων των ελληνικών χωμάτων και κυκλώπειος κραυγή : Ελευθερία ή θάνατος. Εις αιών σχεδόν διέρ ρευσεν αφότου εκροτοβάλουν τα τηλεβόλα τραντάζοντα τον ελληνικών αέρα, συγκλονούν τα τα πολυστένακτα στέρνα των αιματοπνί κτων ηρώων, των οποίων τα καπνισμένα πρόσωπα διηρώτων εν τρόμο τα αίματόφυρτα Ο νέφη, εάν θα προκύψη από την στυγνήν ολοκαύτωσιν η ζωή και ο θάνατος, εάν θα νικήση το ελεεινόν γέννημα της κτηνώδους δύσεως, ο Ο δεσποτισμός-ο χριστοφόρος αυτός κισλάρα | γας, ο κρατών τα θύματα επί της κλίνης των Ο σουλτανικών οργίων-ή εάν θα νικήση ή φαεινη κόρη της Ελλάδος, η Ελευθερία. | ΕΙς αιών σχεδόν επέρασεν αφότου κατά τα Η έσχατα ξεψυχίσματα των υστάτων ηρωισμών, των ανατινάξεων των τελευταίων επάλξεων, ένα όραμα τρομερώτατον διέσχιζε τα ερημω μένα και καπνίζοντα από το πυρ και αχνίζον 

τα από το αίμα άγια χώματα: αφ’ ότου γυ ναικοπαιδων συνοδεία αφάνταστος, γυμνωμέ νων, ατιμασμένων, πληγωμένων, επέρνα όλο φυρομένη, κρεμασμένη από την προβαίνουσαν γιγαντόσωμον μητέρα Ελλάδα κουρελιασμέ νην, καταμαχαιρωμένην, άλλ’ ακόμη γιγαν τόψυχον, ήτις επέρνα βιαίως, βοώσα σπαρα κτικώτατα Ελευθερία ή θάνατος. Και μόλις πρό της υστάτης πνοής απήντα η ηχώ έλευ θερία και Εβεβαιούτο η νίκη και Εβεβαιούτο ή ζωή. 

ΕΙς αιών σχεδόν εξέπνευσεν έκτοτε, καθη. μερινών εναγωνίων εφόδων προς την ζωήν και όλοι, από των κορυφαιοτάτων μέχρι των κατωτάτων, βλέπομεν τους διαπύρους ημών πόθους μαραινομένους, τους διαπύρους ημών και αγίους αγώνας θραυομένους, τας νέας ο λοθέρμους ορμάς, προς τα γεναία και τα υψη λά και τα ωραία, ολοέν αναγεννωμένας άλλ’ αναστελλομένας ολοένα και όλοι από των μεγί στων μέχρι των ελαχίστων, έχομεν καταλυ πημένην την καρδίαν,καταπικραμένην την ψυ χήν και παλαίομεν εν πυρετώ, ωθούμενοι από την ισχυράν νοσταλγίαν της φύσεως ημών διά το ύψος και το κάλλος, και όλαι αι ενέρ γειαι ημών, και αναβλύζουσαι, από την κρα ταιοτάτην μας ψυχήν, την πλασμένης από τα μαρτύρια και τους θριάμβους αιώνων αιώνων, υπέροχον και ακαταμάχητον, όλαι αι ενέργειαι ημών αι διευθυνόμεναι από την θέλησιν των υποχθονίων ριζών του δένδρου, του οποίου 

είμεθα οι τελευταίοι βλαστοί, όλαι αι ενέρ γειαι ήμών συγκρημνίζονται και συμπνίγονται εις ένα λυγμόν, 

Διότι εις την ονειρώδη γήν, την πάμφωτον, δύο καταχθόνιοι βασιλεύουν Θεοι γηγενείς, πανωλεθριοι, καλούμενοι :

ΦΘΟΝΟΣ της ΔΙΧΟΝΟΙΑ 

“Αρρην θεόρατος και εις προσκλίνων δίδει τον βραχίονα τρυφερώτατα εις την θυγατέρα του – αποτελούντες ζεύγος αδιάσπαστον και φρικαλέον – την θυγατέρα, της οποίας, κατά τον πρώτον ποιητών, τα πόδια πατούν εις την γήν και το μέτωπον ψαύει τον σμα ράγδινον ουρανόν. 

Και το καταχθόνιον ζεύγος, αθάνατον, παντοκρατορούν, οργώνει προαιωνίως την Ελληνικήν ζωήν, από της πρώτης ημων μυ θικής αυγής, θέτον την φρικτών του σφραγίδα επί των έργων πάσης ημέρας. ‘Ακάματον επί αιώνας αιώνων, δεν εκουράσθη ουδέ μίαν η μέραν, δεν ανεπαύθη ουδέ μίαν στιγμήν. 

“Δέκα αἰῶνας πρό τοῦ Ναζωραίου εἰς τὰς πρώτας στροφάς τοῦ πρώτου γνησίου καὶ κορυφαιοτάτου Εὐαγγελίου ἡμῶν ψάλλει ὁ ποιητής τὴν μῆνιν Πηλειάδεω Ἂχιλλήoς -τὴν ἐγκατάλειψιν κρισίμου ἀγῶνος εἰς κρισιμωτάτην στιγμήν,  ἕνεκα θήλεος ἀδιαφορωτάτου– τὴν διχόνοιαν καὶ μετὰ εἴκοσιν ἐννέα αἰώνων πάροδον, εἰς τὸ πρώτον θούριον τῆς ὀρθωθείσης Ἑλλάδος ἀνταπαντᾷ ἔσχατος ἀπόγονος ὁ ποιητὴς εἰς τὸν Ὕμνον τῆς Ἐλευθερίας ἀφιερῶν δεκατρεῖς φλογερὰς στροφὰς εἰς τὴν διχόνοιαν καὶ τὸν φθόνον, τῶν ὁποίων τὸ μέτωπον τώρα κτυπᾷ τὸ πάτωμα τοῦ τρίτου οὐρανοῦ.”

ΏI πώς τρέμει η ψυχή, όταν ακολουθη δια μέσου των αιώνων το ελληνικών Δράμα 

Ενώ πάντοτε τα πάντα ορμούν φαεινά, φαί νονται βαίνοντα με λαμπροτάτην δύναμιν, ανελίσσονται πανίσχυρα ανερχόμενα περί λαμπρα πρός τάς άπατητους κορυφές των 

ανεφίκτων μεγαλείων, προς τα παρθένα ύψη Γ των υπερανθρώπων ηρωισμών της δυνάμεως και του κάλλους, εμφανίζεται το φρικαλέον ζεύγος, οι αθάνατοι και άγρυπνοι δαίμονες, πολλάκις ένα βήμα προ της συντελείας και ως άριστοτέχναι δραματοποιο απομακρύνουν όλας τας σωτηρίους δυνάμεις, αι οποίαι ανα βλύζουν αδρότατα από το ελληνικόν χώμα και υπάρχουν πάντα αθρόαι, ανατρέπουν τα πάντα, ωθούν την δράσιν εις εσχάτην τρα γωδίαν, φέρουν τα πάντα εις τον όλεθρον, κρεμώντες τα πάντα εις το χείλος του κρη μνου και διαμένουν οι δαιμόνιοι ευφραινόμενο! από την οξυτάτην συγκίνησιν και δεν απο σύρονται και δεν κατανικώνται και από τους υστάτους απηλπισμένους τιναγμούς, ίνα επαν έλθουν και εμφανισθούν πάλιν μετά μίαν στιγμήν. 

Και δεν εκουράσθησαν και δεν κουράζονται και δεν θα κουρασθούν ποτέ οι ακάματοι δαίμονες, οι συντελούντες τάς τραγικωτάτας εκφάνσεις της θείας ελληνικής εποποιίας, ήτις δια μέσου των αιώνων διέρχεται πάγκαλος 

και τραγικωτάτη άνωθεν των ανθρωπίνων, ως φυσική δύναμις ακαταμάχητος, τελικώς διαβαίνουσα όλων των εμποδίων, εκτελούσα ως πλανητικόν σώμα την αιωνίαν του τροχιάν, ως φοτοδότης αστήρ βαίνων εις τον μοιραίον προορισμόν. O Και δεν εκουράσθησαν και δεν κουράζονται και δεν θα κουρασθούν ποτέ οι ακάματοι δαι μονες και ό,τι συνέβη εις τους παρελθόντας αιώνας θα συμβαίνη εις όλους τους μέλλοντας αιώνας, δι’ αιώνα τον άπαντα, εις τα μέγιστα και εις τα μικρότατα θα είνε παντού και | πάντοτε, παρόντες και δρώντες, παντού και Η πάντοτε παριστάμενοι, έτοιμοι να θέσουν την 1 σφραγίδα των εις πάσαν συνάντησιν δύο Ελλήνων και εάν απομείνη ένας βράχος ελληνι 1 κής γης και δύο μόνον “Ελληνες ύστατοι επ’ ‘ αυτού, θα φθονώνται και θα διχονοούν και η Η υστάτη πνοή του υστάτου άσματος του υστάτου “Έλληνος εις τον κόσμον θ’ αναπεμφθη προς την Διχόνοιαν και τον Φθόνον. Θ. ΘΑΝΑΤΟΣ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΚ ΒΟΙΩΤΙΑΣ 

μειράκια Listening to Nymphs? Αρχαίος Έλλην Έρως και  possible?

«Ἀναμνήσεις ἐκ Βοιωτίας: – Κακοσάλεσι – Σχολεῖον χωρίου» (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 38, 1-8-1899)

Μόλις άνέλθη τις κλίμακα διπλήν έκ δεκάδος λίθινων βαθμιδών, τό μόνον λευκόν τμήμα τού λιθόκτι­στου οίκίσκου. εΰρίσκετα εϊς τήν είσοδον θύρας μεγάλη; καί ανοικτής, ευρίσκεται πρό ενός και μόνου λευκού δωματίου, είνε έντός τής παραδόσεως. Καί βλέπειτούς μικρούς χωρικούς όρθουμένους, ποιούντας τόν στρα­τιωτικόν χαιρετισμόν καί αναγκάζεται νά χαιρετίση τήν απρόοπτον ευγένειαν πριν ατενίση τόν διδάσκαλον.

Οί μικροί χωρικοί κρατούν τήν χείρα  πλησίον τού άριστερού κροτάφου μέχρις ότου ό απρόοπτος επισκέπτης καθίση εις τό μόνον κάθισμα τού διδασκάλου, ότε καί κάθηνται όλοι συγχρόνως εις έν νεύμα αύτου, μένει δέ μόνος όρθιος ό διακόψας τήν άνάγνωοιν καί συνεχίζων αυτήν : 

«Αί νυμφαι είνε καθώς έπίστευον οί αρχαίοι Έλληνες, παρθένοι, νεαραί καί ωραιόταται·., έχουσιν ωραίους πλοκάμους καί είνε δι’ άνθηροτάτων στεφάνων έστεφανωμέναι…»

Καί ή πρώτη ωραία έντύπωσις έκ τής εύγενούς συμ­­περιφοράς των μικρών αυτών πενήτων έντείνεται τώρα ύπό ρίγους δξυτάτης συγκινήσεως.

Διά τόν ερχόμενον έξ ’Αθηνών καί διελθόντα έν μέσω τών ονειρωδών τοπίων άτινα παρουσιάζει ή κυκλο­τερής περί τήν Πάρνηθα περιφορά έν τη ακμή τού έαρος, διά τόν Ιχοντα τήν ψυχήν μεστήν ποιήσεως καί ενθουσιασμού έκ τών πανταχόθεν άνερχομένων αναμνήσεων, διά τόν αίσθανόμενον άναδύοντα τής ψυχής του καί έμψυχούμενα δλα τά ποιητικά όνειρα καί ένδυόμενα το κάλλος τών αρχαίων καλλιτεχνημάτων έκ τής άνεκφράστου καλλονής τής φύσεως, καί πληρούμενον έξ αισθήματος υπερηφάνειας, δέν ύπάρχει συγκίνησις όξυτέρα έκείνης ήν παράγει ή αιφνιδία θέα γυμνόποδος καί κουρελοφορούντος χωριατοπούλου, όμιλούντος έντόνως μέ λευκούς μεγάλους δδόντας, κυανούς οφθαλμούς καί κόμην ξανθήν περί τών Νυμφών, έν μέσω είκοσάδος μαθηταρίων με κεκλιμένην τήν κεφαλήν έπί τών βιβλίων, μέ τάς χείρας άδρανεΐς παραλλήλους τών βιβλίων, παρακολουθούντων σοβαρώτατα καί συνοδευόντων μέ ψίθυρον τήν θεατρικήν απαγγελίαν τού άναγινώσκοντος ένός. Καί ή έντύπωσις έκ τού βόμβου τών μικρών χωρικών οΐτινες συνεχίζουν άφελώς τάς ε­μάς ενδομύχους σκέψεις καί εικόνας, μού προξενει συγκίνησιν άκροτάτην.

Ταχύ βλέμμα έντός τού δωματίου παρουσιάζει πρότυπον καθαριότητος καί κοσμιότητος, πρότυπον πτωχού σχολείου· εις τό βάθος τά μαθητάρια εις δύο πτέρυγας χαμηλών θρονιών έκ τριών σειρών έκάστη· δεξιόθεν μεταξύ δύο παραθύρων κλειστών πίνας· αριστερόθεν έπίσης δύο παράθυρα κλειστά έν τώ μέσω δ’ αύτών ή ανοικτή μεγάλη θύρα· απέναντι τών μαθητών μικρά τράπεζα όπισθεν τής όποιας ίσταται ό διδάσκαλος· όπισθεν αυτού μεγάλο τζάκι έπί τού όποιου διηυθετημένα τετράδια, μέλας χάρτης άνωθεν καί μεταξύ τού διδασκάλου καί τών μαθητών τό απλετον φώς τού φαιδρού ήλιου.

Ά λ λ ‘ έτερος μέ μέτωπον στενότατον, οφθαλμούς  κυανούς καί πονηροτάτους, ρυπαρός τήν μορφήν καί το φαινόμενον στήθος κάτισχνον συνεχίζει τήν άνάγνωσιν φωνάζων :

«Αί νύμφαι γεννώνται έκ τών κρηνών, έκ τών δασών και των ποταμών, πληρούσιν ολα τα μέρη τα χαριέστατα εκτεινόμενα υπό τον γλυκύν της Ελλάδος ουρανόν”.

Καί ή ιδέα ότι οί μικροί χωρικοί έπαναλαμβάνουν έντός τών αυτών σκηνογραφιών, το χαριεστατον ποίη­μα, ή ιδέα οτι τά αύτά μαγικά τοπία θά ακούσουν ακόμη μίαν γενεάν ελληνικών μειράκιων νά επανα­λαμβάνουν παίζοντα κατά τάς ώρας τών δύσεων τόν από τά βάθη τών αιώνων μύθον, μού εμπνέει συναίσθημα συγκινητικόν και υπερήφανον δια την ακατανίκητον ισχύν της ελληνικής ιδέας, την ακαταδάμαστον θέλησιν της ελληνικής ψυχής, ήτις αναγκάζει δι’ ισχύος ύψίστης τήν τήρησίν τής Παραδόσεως καί υπό τών μάλλον παραφρόνων νεωτεριστών καί ξενολατρών και τών μάλλον αμαθών τών ελληνκών πραγμάτων εκ τών ίθυνόντων αύτά.

Καί τά σοβαρώτατα ανθρωπάρια προσηλωμένα βομβούν, ένώ μυϊαι περίίπτάμεναι καί ένοχλούσαι διεγείρουν κινήσεις άσυναισθήτους καί ή αλλαγή στάσεως τού διδασκάλου αποκαλύπτει εις τήν γωνίαν ελληνικήν σημαίαν διπλωμένην.

Μέ τήν αυτήν προσοχήν καί έν άρρήτω απολαύσει αναμένω καί έγώ τώρα εν μέσω τής θρησκευτικής σιγής τήν συνέχειαν ύπό τού φωνάζοντος μέ ύφος μικροσκοπικβύ δικηγόρου:

«Κατοικούσιν εις σπήλαια ωραια και δροσερα, παί ζουσιν εις τάς πεδιάδας και εις τας φάραγγας των ύ ψηλών ορέων, αγαπώσι τας κρήνας και τα δάση και τους ποταμούς και προστατεύουσιν αυτά», 

‘Αλλ’ αι Νύμφαι δεν είνε αυται η τεράϊδες των μικρών χωρικών κοσμημένα και εξιδανικευμέναι και δεν λαμβάνουν εις την νεαράν των φαντασίαν μορφή: πραγματικής και δεν συνδέουν ούτω διά δεσμου πραγ ματικού εν τη ιδια των σκέψει το ακρότατον παρελθόν με το παρόν και 

Και έτερος εγειρόμενος συνεχίζει, έχων ούτος την όψιν καρπου έρωτος με χάριν αφελή καθ’ όλον το σώμα, με οφθαλμούς κυανούς και ονειροπόλους, με κόρας μεγάλας προσδιδούσας περιπάθειαν, με δέρμα ρόδινον και οδόντας καταλεύκους εφ’ ών γράφονται χείλη σαρκώδη και πορφυρά. 

«  “Πληρoυσι τας ερημίας φωνών ακουομένων και υπό των ανθρώπων και άλουσι και χορεύουσι μετά του Πανός εις μαλακούς λειμωνας ένθα ο κρόκος και ο ευώ δης υάκινθος και η χλοερά πόα θάλλουσιν”

Μικρα κιτρινόχρους κεφαλή ή πάσχουσα έκ χλω ρώσεως με μαλακούς νοσταλγούντας οφθαλμούς στηρί ζεται εις ισχνοτάτην χείρα και βλέμματα πλάνα δεικνύουν στιγμιαίαν ονειροπόλησιν. Και σκέπτομαι ότι τα αφελή αυτά μειράκια όταν θα ευρεθώσιν εντός των αυ των τοπίων, τα οποία εγείρουν την ποίησιν και το όνειρον εις την ψυχήν,θατείνουν την ακοήν εις τους ήχους της ερημίας διά να ακούσουν ίσως το άσμα των Νυμφών. 

‘Αλλ’ ενώ αναζητω εις το εξώφυλλον του ανα γνωσματαρίου τον ακαλαίσθητον συγγραφέα και ανα γιγνώσκω το όνομα Παπαχατζής, μία σκιά κηλιδώνει τον επί του πατώματος ήλιος και όλοι ευρίσκονται όρθιου φέροντες την χείρα εις τον αριστερόν κρόταφον. Χωρικός ισχνότατος και υψηλότατος εισέρχεται διευθυνόμενος προς τα θρανία λέγων αφελώς καλημέρα εις τον διδάσκαλος, και προσθέτει εις μικρόν νυσταλέον: 

– Παντελή το κλειδί το μικρό. Και ο μικρός μελανόδερμος Παντελής με τσαρούχια κορυφούμενα εκ λωρίων καινουργων τείνει την παλάμην με δύο κλει δία και ο πατήρ με δύο βήματα γίνεται άφαντος. 

«’Αντηχούσι δε τα όρη και τα δάση εκ των γλυ κυτάτων ασμάτων αυτών τα σπήλαια εις τα όποια κατοικούσι αι Νύμφαι είνε δροσερά και ωραία … 

Δι’ εμε όστις μελετώ την σύγχρονον ελληνικής ψυχήν και τας εκδηλώσεις αυτής απάσας διά μεθόδου πραγματικής, δι’ εμε όστις αναζητώ εν τη συγχρόνως ζωή, την εύρεθείσαν μίαν και πανομοίαν ελληνικήν ψυ χήν καθ’ όλας τας στιγμές της μακροτάτης ιστορίας και ανευρίσκω αυτήν πανομοιοτάτην κάτωθεν των ε πισωρευθέντων σκουπιδίων υπό του δεσπόσαντος απο πολλών δεκαετηρίδων κομπογιανιτισμού των σοφών ιθυνόντων την ελληνικών εκδήλωσιν καθ’ όλας τας οι ευθύνσεις και ανευρίσκω αυτήν πανομοιοτάτην με όλης την ανέκαθεν ιδιορρυθμίαν και αναλλοίωτον ισχύν, ην ούτε η τοσαύτη αναστάτωσις και ξενομανία κατορθώ – νουν να κλονίσουν, προξενεί άρρητον συγκίνησιν ή ιδέα ότι κατά την πρωινήν αυτήν ώραν ανά τας πόλεις και τα χωρία της αιωνίας Ελλάδος οι μικροί μαθηταί των σχολείων επαναλαμβάνουν τον αρχαίον μύθον, ότι οι ενώπιόν μου μικροι χωρικοί όταν θα έλθη η ώρα του έρωτος και των συναισθημάτων των αγνώστων θα πληρούν τις στιγμές της γλυκείας ταραχής και των ανελ δηλώτων συναισθημάτων των ταπεινων, διηγούμενοι εις την ερωμένης κόρης το ποίημα των νυμφών εν μέσω της αυτής φύσεως, και είνε αρρήτου συγκινήσεως η ιδέα ότι εις τας απλάς των ψυχάς η νεράιδα και η νύμφη συγχωνευμέναι θ’ αποτελέσουν μίαν μόνην παράστασιν, η ιδέα ότι μετά τόσους αιώνας ή αιωνία φύσις θα εξακολουθη ν’ ακούη το αιώνιον ποίημα. 

‘Αλλ’ ενώ ακολουθη ο γραμματισμός, ήτοι ή ανάλυσες των λέξεων εις τα αποτελούντα αυτάς γράμματα, ή κλίσες ονομάτων και ρημάτων, ενώ όλοι οι μικροί χωρικοί προσέχουν και παρακολουθούν και συνεχίζουν έτοιμοι ν’ απαντήσουν εις τας αποτεινομενας προς πα σαν διεύθυνσιν ερωτήσεις, αρχίζω να παρατηρω με αυ ξάνουσαν περιέργειας του διδάσκαλον αυτόν του χωρι κού σχολείου όπερ θα γούνατο να χρησιμεύση ως προ τυπου, τον ταπεινήν διδάσκαλος του απομεμακρυσμένου χωρίου, τον οποιον δεν εμποδίζει κανένα Σύνταγμα και καμμία συναλλαγή της αρίστης και ενόρκου εκτελέσεως του καθήκοντος, τον ταπεινον διδάσκαλον όστις θά ήτο παραδειγμα εξαίσιον προς μίμησιν υπό των ελεεινών σπουδαίων. Το Σωμα κοντόν φέρον το βαθυτάτου πένθους ένδυμα του ελληνος υπαλλήλου με τον κατάμαυρον λαιμοδετην, καθαριότης άκρα και αφελής σεμνότης, πρόσωπον ηλιοκαες με ζωηρά χαρακτηριστικά και ζωηροτέρους οφθαλμούς, εφ’ ών γλυκεία αυστηρότης, μαλλιά και ολίγα γένεια κατάμαυρα. Σύνολον εκφράζον αξιοπρέπειαν και συναίσθησιν καθήκοντος υψηλού, ήρεμον υπερηφάνειας και θέλησιν. 

-Πόθεν είσθε ; 

– Εγώ είμαι Κρής, 

– Πως λέγεσθαι ;

– Κριτσοτάκης. 

Και ο μικρός αυτός διάλογος εξηγών τα πάντα μου είδε την αφορμήν να προσθέσω έν έτι γεγονός εις την πολλάκις γενομένην παρατήρησιν, επί ιερέων χωρίων και άλλων ταπεινών υπαλλήλων Κρητων, ότι ο Kρής παρουσιάζει ανώτερον πολιτισμόν, περισσοτερας αρετάς και καλλιτέραν αντίληψιν του καθήκοντος, – ισχυρόν ζήλον προς εξάσκησιν του επαγγέλματος, –  γυρα Εκτελεστην Εληση της απλών αρ.στην Ε. δρασιν διά του ιδίου παραδείγματος. Και η όλη εντύ πωσις συμπληρούται διά της επισκέψεως της οικίας του καθαρωτάτης και κοσμιωτάτης. 

Δεν γνωρίζω τι σκέπτονται οι διάφοροι σοφοί και οι ελεεινοί σπουδαίοι, οι νεώτεροποιοί και κοσμοπολίται και δηθεν πρακτικοί, οι τα πάντα μετά μανίας μεταβάλλοντες καθ’ εκάστης, οι καθ’ εκάστην αναστα τώνοντες τους κλάδους πάντας και καθιστώντας τους νόμους του έθνους μεταβλητούς, ταχύτερον των συρμών των γυναικείων πίλων, οι αναζητούντες πασαν ξένην ιδέαν και δια της βίας θέλοντας να μεταφυτεύσουν αυτην ενταύθα, οι τα πάντα έναρρυνόμενος ότι γνωρίζουν, ένα μόνον μη θέλοντες να μελετήσουν και γνωρίσουν, τον προ των οφθαλμών των πραγματικόν κόσμον, την πραγματικήν φύσιν του ελληνικού λαού. ‘Αλλα διά την απλουστάτην αυτήν σκέψιν και ακρι βώς διότι τοσαύτη μανία παράφρονος μεταβολής και αναστατώσεως των πάντων πνέει από δεκαετηρίδων πολλών και η εικών αυτή του σχολείου με την ανάγνωσιν των νυμφών, λεγει δ’ έμε την ακατανίκητον ισχύς των ελληνικών πραγμάτων, παρουσιάζουσα την ύπαρξιν και την συνέχειας της Παραδόσεως, ακόμη και εν μέσω τοσαύτης πολυχρονίου παραζάλης. Δια τον μελετωντα δε ενόσω διασώζεται η ελληνική παράδοσις και η ελληνική ψυχή και διασώζεται άθικτος καθ’ ολοκληρίαν υπό το άρλεκινικόν σύγχρονον ένδυμα, μεθ’ ου περιέβαλλον την ελληνικήν ψυχήν, διασώζεται όλοκληρος ή έλληνες και ολόκληρον της ελληνικών ιδεώδες, διά τήν έποχήν καθ’ ήν θα δυνηθούν ελληνες να μελετήσουν επιστημονικώς την ιστορίαν των και την φυλήν των, την σύγχρονον ψυχήν και τον χαρακτήρα, ένα στηριζόμενοι επί των πραγματικών και απτων γεγονότων, διαπλάσουν τον ιδιαίτερον πολιτισμόν της ελληνικής φυλής. 

‘Αλλ’ εκείνο το όποιον κυρίως είνε συγκινητικόν και δεικνύει δύο των ισχυροτάτων και απαριμίλλων προτερημάτων της ελληνικής ψυχής είνε ότι το χωρίον αυτό κατοικείται υπό ‘Αλβανών, ότι οι μικροί χωρικοί, οι μετά τονου τοιούτου ομιλούντες περί των νυμφων και απαντώντες μεθ’ υπερηφανείας είμεθα έλληνες, είνε ‘Αλβανόπαιδες. Γνωρίζω ότι μέμφονται τας κυβερνήσεις, διότι εις ολίγην απόστασιν εκτός της πρωτευούσης, ελάχιστος αριθμός ανθρώπων διατηρεί την γλωσσαν της φυλής του. 

‘Αλλ’ εγω ανευρίσκω ακριβως εις το γεγονός αυτό την απάραμιλλον ελληνικήν γενναιοφροσύνην, ήτις αποδεικνύεται καθ’ όλας τας στιγμάς της ιστορίας, έξόχως δε κατά την χριστιανικήν περίοδον, καθ’ ήν ή παντοδύναμος εκκλησία ενω ηδύνατο ν’ αφομοιώση πάσας τας κατωτέρας φυλάς, ουδέποτε ηθέλησε και ουδέποτε επεχείρησε ούτε να καταπνίξη ούτε να προσηλυτίση, την απαράμιλλον ευγένειαν, ήτις ουδέποτε έπεχείρησε να κατακτήση δι’ άλλου μέσου ή δια του πνεύματος και του πολιτισμού, ουδέποτε μεταχειρισθεισα τον πόλεμον τον αμείλικτον, όν πάντα τα έθνη λυσσωδώς και επισήμως διεξάγουν προς εντελή αφομοίωσιν δια της βίας, εν ανάγκη και εξόντωσιν των αλλοτρίων εν τοις κόλπους των στοιχείων. 

Και αισθάνομαι ακόμη μεγαλειτέραν χαράν, βλέπων ότι ο ελάχιστος αυτός αριθμός φυλής κατωτέρας έλεύθερος και αβίαστος καθ’ όλοκληρίαν, αφίνεται μόνον εις την επίδρασιν της ελληνικής ψυχής και Ιδέας και μεταβάλλεται και αφομοιούται αποκτώντας αυτάς ιδέας, τα αυτά συμφέροντα, τα αυτά αισθήματα, -ήτοι γινόμενος Έλλην, διατηρών ακόμη μόνον τα ισχυρότατα των χαρακτηριστικών της φυλής του δι’ ών δια κρίνεται ακόμη μέχρις ότου εξαλειφθούν δια της επι μιξίας όπως πάντα τα κατώτερα είδη εν τη φύσει όταν έρχωνται εις επιμιξίαν συνεχή πρός είδη ανώτερα. Και η αφομοίωσις αυτή στοιχείων ξένων, διά μόνης της ελευθέρας επιδράσεως της ψυχής και της ιδέας ένός λαού, άνευ ουδενός ούτως ειπείν τεχνικού και αναγκαστικού μέσου αποδεικνύει εξαισίως την ευγένειας και την ισχύν την απαράμιλλον της ελληνικής ψυχής, αποδεικνύει χαρακτηριστικά τινα της αιωνίως όμοίας. 

Νεοέλλην

Ο ΠΑΠΑΚΟΙΛΑΣ 

«Ὁ Παπακοιλᾶς» (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 41, 22-8-1899)

Υπάρχει μια πόλις της Ελλάδος εκ των μεγαλειτέρων η οποία βρέχεται από την θάλασσαν και πε ριορίζεται από όρη. 

Της πόλεως αυτής οι δρόμοι θα ήσαν πλατύτεροι, αι οικίαι υψηλότερα και πλουσιώτερα, το εμπόριον ανθηρότερον και οι κάτοικοι ανθρωπινότεροι και ευτυ. χέστεροι εαν ο Παπακoιλας δεν ήτο γυμνασιάρχης εις αυτήν επί δεκαπενταετίαν. 

Ο Παπακoιλας είναι μία κοιλία μειδιωσα. Σύστημα κοιλιών μάλλον, διότι κεφαλή και λαιμός και κορμός και άκρα τείνουν άπαντα να λάβουν πλήρη σφαιρικής μορφής. 

Κοιλία μειδιώσα, μειδιώσα ειρωνικώτατα, σαρκα στικώτατα αιωνίως, όπως η σελήνη και ότι και το ξι ρισμένων της άνω κοιλίας πρόσωπον και το επίσης ξυ ισμένος οπίσθιον μειδιά και ειρωνεύετα. και σαρκάζει με δύο εν τω μέσω ωτα μέγιστα. Ο “Αλλ’ όμως εντός του όγκου αυτού, τυμπανιαίου κα τουτσίνον, εντός του οποίου φαντάζεται τις ελισσό μενον μόνον ένα λεβιάθαν εντερικός σωλήνα, ως ακροτάτη αντίθεσις είναι βιδωμένον ζευγος μαύρων οφθαλ μων ευστρόφων, αγχινουστάτων, φωτεινών. 

‘Αγνοω εάν η φύσις είχε προορίσει αυτόν διά μέγαν κωμικόν και μέγαν σαρκαστήν ή μέγαν διπλωμάτην, αλλά το γεγονός είναι, ότι μίαν ήμέραν έρριψε την άγκυραν της ζωής του εις αυτήν την πόλι. ώς γυμνα σάρχης, αμετακίνητος, ασάλευτος, 

Φίλος, στενώτατος πολιτικου εκ των ισχυροτάτων της Ελλαδος κατείχε θέσιν εμπιστευτικήν θέσιν άνω τέρου τοποτηρή του και διευθυντού του κόμματος. Φα νερόν ήδη ότι προ του μειδιάματος αυτού εκάμπτετο ευλυγιστότατα ο Νομάρχης, πειεστρέφοντο ερωτύ λως βουλευται και κομματαρχίσκοι επί της ηλεθέας δε ου ως ένίων ενίοτε αντανακλατο ασυ ειδήτως ή τωτει νός του σαρκασμός. 

Μέγας ποντίφης του κόμματος εν τη πολυανθρώ πω επαρχία διηύθυνε τα παλιτικά, συννενοούμενος απ’ ευθείας με την κεφαλήν και το πράγματι μυστικο σύμβουλος της Κυβερνήσεως υπό το πρόσχημα Γυμ α σιά:χου. 

Διότι ήτο γυμνασιάρχης φιλότεχνος, όπως τατος παίζων βιολίον κατά τας ώρας της σχολής και της αϋπνίας. 

“Οταν το κόμμα του ήτο εις την αρχήν περιεβάλλετο εξουσίαν Παντοκράτορος, διευθύνων κατά βούλη σιν αχαλίνωτον, όχι μόνον το εδικόν του γυμνάσιον, άλλα και τα άλλα και τα σχολεία και πάντα τα ζωντα και ψηφίζοντα, διά της μεθοδικής στρεβλώσεως του Eκε αλου των ελλη παιδων 

Πας καθηγητής και διδάσκαλος και ο έτερος αυτος γυμνασιάρχης μετετέθετο και εξεδιώκετο αυθωρεί εάν δεν ήτο της αυτου αρεσκείας όταν δε ρε μα αντίθετον έφερε το αντίθετον κόμμα εις την αρχήν, αυτός παρτ τειτο μεγαλοπρεπως. 

Και το θαυμάσιος ο Παπακούλας εν τη εξασκήσει της διασκεδαστικής δι’ αυτον ενασχολήσεως, ήτις τον ανεκούφιζεν από τις πολιτικές και κοινωνικής φροντί σας τόσον απεριττές ανατολής και τόσο ευσυνείδητος χλευαστής του επαγγέλματος του και των μωρων γονέων ήτο. 

Αυτου άρχοντος οι πάντες εγνώριζαν και πάντων κάλλιον τι μαθηται οι προγράμματα και κανονισμοι. καθηγηταί και μαθήματα, αν και απουσίας και βαθμοί και εξετάσεις ήσαν πράγματα νομοθετημένα και διατεταγμένα θα α αασκευάζουν τα παιδιά, τα να καταπατούν και αναποδογυρίζουν αυτά ως κλωτσο σκου. 

Δ. αυτο σπανίως διδάσκαλος ηγαπήθη και έπευ φημήθη από τους μαθητές του όσο και Παπακoιλάς. Κατά τα νεαρά αυτά έτη των σπουδών καθ’ ή το ρυ παρόν σχολειον όλων των βαθμών θεωρείται δεσμωτήριον, εθεωρείτο σπανία η τύχη των μαθητων εις τους έτυχε τοιούτος δεσμοφύλας. 

Και δι’ αυτ, απο πρωίας μέχρις εσπέρας αντηχουν οι πέριξ δρόμοι, οι αδιάβατος διά πάντα φιλήσυχον άνθρωπον, από τας ζητωκραυγάς και τους ενθουσια σμούς των αεργούντων μαθητών. 

Μόλις εις την πρώτης και δευτέραν γυμνασιακής τάξεν πει των οποίων δεν είχε τον καιρόν να φροντίση εγίνετο ελάχιστον τι υπο των καθηγητών, των εκλεγο μένων κα ηγητών της αρεσκείας του. 

Ευθύς από της ενάρξεως της τρίτης πνευμα αχα λινώτου ελευθερίας και αγρίας ανυποταξίας εφούσκωνε τα στήθη των νεαρών κηφηνων, οίτινες ούτε ήκουον ούτε εσέβοντο ούτε ί.οβοώντο πλέον τους καθηγητάς εις την τετάρτην δι τα βιβλία έκλείοντο δια παντός και αλλοίμονο εις τον καθηγητής έ είνον του οποίου επηρχετη, η ιδέα να εργασθή, σοβαρώς και τακτικές, 

Τα ωρας καθ’ ας ες όλα τα γυμνασια του κρά – τους διδάσκονται ελληνικά, τας δύο πρωινές ώρας, οι μαθηταί της Τετάρτης τάξεως είχαν διαρκείς ασκήσεις πηδηκτικές και λιθουριστικάς εις τους δε μους 

Πάντοτε δε περί την δεκάτην έπεφαίνετο η μεί οιωσα και χαιρέτωσα πατρικώτατα κοιλίλ, η υποτι θεμένη διδασκαλος των Ελληνικών, δεχομένη της έ πευφη μας και τους ενθουσιασμούς, σπεύδουσα πολλά – κις εις το καθήκον του ν’ απαλλάξη -ους ευτυχείς μαθητές και του επομένου κουραστικού μαθήματος των λατινικών και μαθηματικων 

Εις την παραμικροτέραν εορτήν της μάλλον προ βληματικής συν εχνίας τουλάχιστον ένα μάθημα απε σοβείτο σφριγωντες οι αεργία οι ατίθασοι μαθητα συνωθούντο έξωθεν της ανοικ. ης θύρας του Γυμνασιαρ χείου, φωνάζοντας έντο ως με όψιν φαιδρο ατην επιμόνως διαρκώς, 

Χαρίσει ! Χαρίσει! 

Οι καθηγηται πει η τράπεζαν συνωμάλουν ή ετα κτοποίσων οκνηρότατα τα χαρτιά των και βαθμολόγια, τινες αυτων αναμφιβόλως ελεεινολογούντες και αδημονούντες. 

Ο δε Παπακσίλας σοβαρώτατα καθήμενος ανά μέσον αυτων συνομιλει και εφαίνετο μή ακούων, μη βλεπων τους προ της θύρας θορυβούντας και φωνασκουν τας ως μυθισμένος εις υψηλότατα καθήκοντα. 

Χαρίσει! Χαρίσει η εβροντοφώνουν οι μαθηται εν χορω καθ ‘όσον επλησίαζεν η ώρα του επομένου των ελ ληνικών μαθήματος, 

Και ο κώδων της συναθροίσεως εσήμαινε εις την εξωτερικής θύραν πνιγόμενος υπό των εντεινομένων κραυγων κατά την ψυχολογικής στιγμήν, ενώ όλοι οι οφθαλμοί προσεπάθουν να διακρίνουν εν τη ηρέμω μορ φη του προσερχομένου γυμνασιάρχου την απόφασίν του. 

Έξήρχετο της θύρας προ των υποχωρούντων απο καλυπτομένων και σχηματιζόντων κύκλον μαθητών, ών τα πρόσωπα όλα προσέφερον μειδίαμα, έφθανε εν τω μέσω αυτών και γυρίζων περί εαυτόν ως παγώνιον α τάρεσκος έλεγε : 

– Τι θέλετε τέλος πάντων! – Χαρίσει 1, Χαρίσει ! 

Έγέλα ήρεμώτατα τότε, απελαμβάνων δε οι’ ολί γας στιγμές την άφωνον αγωνίαν των μαθητών του, έλεγε χαμηλοφώνως, σχεδόν αδιαφόρως. 

– Τέλος πάντων πηγαίνετε, αλλ’ άνευ θορύβου. 

Και η όψις του έφαιδρύνετο πατρικώτατα ή εσάρ καζε μεφιστοφελικώτατα. 

Παταγώδη ζητω συνεκλόνουν την στενών και μα κρουλήν έξοδον των έκσφενδονιζομένων εις τους δρόμους, των δαιμονιώντων μαθητών. 

“Αλλ’ οποία απεριγράπτως αναιδής σοβαρότης, όταν έστελλεν αίφνης τους μαθητές όλοκλήρου του γυμνα σίου εις ημερήσιας αργίαν λέγων ηρέμως και κατα νυκτικώς ότι ο σεβαστος βουλευτής και φίλος, όστις κατώκει πλησίον, ήτο ασθενής και οι ιατροί διέταξαν ήσυχίαν, διά τον λόγον δε αυτόν παρεκάλει τους μα τητας να φύγουν αθορυτως. 

Και όποιος απαθής χλευασμός, όταν εισερχόμενος εις την κενών μαθητών αίθουσαν, ένθα επρόκειτο να παραδώση ο καθηγητής των ιερών, και βλέπων την έδρας αναποδογυρισμένην, τα παράθυρα κλειστά, και τα θρανία εστημένα ανά δύο και σχηματίζοντα έτοι– μόρροπα τρίγωνα, εμε οία αφελέστατα προσποιούμενος 

τον απλοικών και έλεγε εις τον μένεα πνέοντα εξ αγής και προσβολής ιερέα, 

– “Ε τώρα, παπα μου, πάμε, 

Ενώ ο ιερεύς κεραυνωδώς όρων και ωθούμενος εις τα έσχατα πρή της θέας του μόνου παρισταμενου υψηλοσωμου μαθητού, απομειδιωντος, επήδα διά να τον φθηση και τον έδερεν ανηλεώς. 

Τοιουτοτρόπως παρεσκευάζετο δια τον αγώνα του βίου η νεολαία της μακαρίας αυτής πόλεως, επί σειράν μακράν ετων και ενιαυσίως μικρά μερς αυτή και ή καλλίστη, ώρια προς κατάκτησιν του πλούτου και των φώτων. 

Και εν διαστήματι ολεγίστων ετών επέστρεφε συντετριμένη και διεφθαρμένη, αμαθς και πένησα ανί – κανος προς πάσαν εργασίας, ανίκανος προς πάσαν δια νοητικήν δράσιν ,με τας δυνάμεις της ζωής όλας νεκράς, 

Και νοου πως νιότης ολόκληρος αντί να κατασκά ψη το έδαφος και εγείρει έργα, αντί να ορμήση προς την θάλασσας και αποκτήσει τον πλούτον, κάθηται σύμ πασα σταυροχερηδόν ανίκανος να κινήση τας χείρα, α νίκανος να κινήση τον νούν. 

Και πόλις και εμπόριον και κινωνία διά μίαν στιγμήν ανθηρότατα κατέπεσαν μόλις ανεκόπη η ει σροή νέου αίματος και νέων δυνάμεων κατέπεσαν τόσον πολύ άπαντα ώστε οι άνθρωποι έχουν διηνεκώς την έκφρασιν ακολουθούντων κηαε αν. 

Νεοέλλην 

ΧΩΡΙΣ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ, 1903:


«Τὰ δύο ἰδανικά: Δύο μηδενικά» (ἐφ. «Ἀκρόπολις», 9, 10, 11, 12, 13, 18, 19-2-1903)

ΕΔΩ ΕΧΟΥΜΕ ΤΑ Α’ Β’ Γ’

Προσοχή: Γίνεται λάθος στην αρίθμηση στην εφημερίδα, το Δ’ έχουμε δύο φορές, αλλά είναι άλλο κείμενο, στις 12, 13, 18, 19 Φεβρουαρίου

Ολοι ζητούμεν κάτι τι, και κανείς: δεν εξαίρει τι ακριβώς ζητεί. Όλα τα πράγματα δυσαρεστούν όλοι και όλοι φωνάζομεν και όλοι ζητούμεν άλλα, άλλα τι Αλα κανείς δεν λέγει καθαρά. Ολεια αισθανόμεθα την ανάγκην νέων δρόμων, νέων ιδεών, νέων πραγμάτων, αλλά και μείς δεν φαίνεται αντέγων νεον δρόμων, περιπατών στερεα εις αυτόν, φέρων νεας ιδέας, δημιουργών νέαπράγματα. Ολοι μας  σχεχνή στο λαιμών. Και όλαο ζητούμε με καθε τρόπων μίαν διεξοδων. Και διεξοδος δεν διαφαίνεται καμμία. 

Εις το πρπων μας, το έμπερεν, ή βιομη χανία, η καμπαλία άνθMζει. Πάντα ή ιδρω τική πρωτοβουλία επιχειρεί επιτυγχάνει θαυμάσια. “Αντιστρόφως, πάν δτι αί Κυβερ – νηπεις ένα λαμβάνουν να δημιουργήσουν συγκρεμμίζεται και γεμίζει τον τόπον έρεί – πια Όλα τα εθνικά ζητήματα είνε κατα ποντυπα Ενα εντός βαθυτάτου σκόπηριας. “Η ΕΑ.λας δεν γνωρίζει ακόμη έαυτήν, δεν 

δεν είξεύρει 

τί δρόμων να εκλέξη, πε προ 

της μη γνωρίζετανιωσα πορία είναι τα ίδια. Της υλικά, ποία κά χρησιμοποιήση εξ αυτών και πώς έπήρε την απόφαση να αντιγραφη τα πάντα από την Ευρώπην. Τα πάντα Εκτύμη και κάθε θεσμός και κάθε οργανισμός εισάγονται από το εξωτερικόν έτοιμα και Εκεραια. “Ο καθείς από των μεγάλων πολη τικών μέχρι τών λογίων και των καλλιτε χνών κάθηται εις το σπήτι περιτριγυρι – σμένος από Ελα τα βιβλία του ξενου κ σμου και εκείθεν μόνον άντλεί όλας του τις ιδέας. Κανείς είς καμμίαν περίπατεν δεν έλαβε ποτε υπό σημείωσαν το κλίμα, 

την φύσιν τής γής, την φύση του λαού, -τής θήκες της εδω ζωής τά υλικά και 

τά με τα, τα οποία έχει ο λαός διά νά άπ – μπουργέση ζωήν νεαν, νεην πολιτισμών του – 

λογικών. 

των, τα εφαρμοσθεν αυτό σύστημα κατά πλάτος και μάκρος, σκορπίζει ά ντρας τους κ.α-πούς του. Μία και τις γενικ. και Ε άπόλυτος εξεδηλώθη εις όλους τους κλάδους: της ανθρωπίνης έναργείας – Κρέσι έθνική, κρισις κοινωνική, ρίπις ατομική Mix γε ε Ρκη στενοχωρία έκδηλούτσι είς σαν κι – – νησι», ένα τρέκλισμα προς πάσαν διεύθυνα Την, μια ανικανότης πρός εύρετη κα Ε. διά – Ευδου. Είτε θητευτικών, είτε πολιτικών, Η είτε και νέων εκέν είνε ένα ζήτημα, ένα χάος – αδειών το δημιουργεί, το περιβαλ λα εις την 

διεύθυνσιν το άκληρωθεί εις τον δρόμο του. Ενα χαηώλας Τμήτες του κλιξει την πούδες. Η 

νεται από ημέραν εις ημέρες “Η δηαν η – Η τική ζωή, μολονότι ήθωίζεται να φανή υ-, πάρχοντα, μαραίνε. ται. Και παρά τας -. ΕΞ. τη πατας Γκανότητας του Ελληνες και στα 

πράγματα, το πνεύμα τρία Ταται ένα στα – Στημα αναπτύξεως. *E EAAην διάγE 

Ελεά του ευρίσκεται εις μίαν άτεμ. κ , μίαν πυρετικήν κ.αάττατΙw. “Αγχίτως, έ τηνή η Γκές, ενεργειακές πη Γαδευτή. Ικές. Τα 

Α.ά να στερες παγίως το κάθε τι και καθη τη έπειτα απέναντι. *α το απολαμτη, και τρα Αλπίνεται βλέπω, κάθε δημιούργημά του κρημνιζόμενοι την επαύριον εις περόν έρειπίων. Εινε της Αις, προθυμες, με βαδίτη έμπρός ταχύτατα, με όλα τα μπετάδια Εάλεια που την χαρακτηρίζουν και απελπι. ζεται να αισθάνεται γύρω του σκότος, και είς της πλάτης να τον τραυγών γιλα Για, δεξια και άριστερά, να τον καθούν με τ η χέρια, κάθε στιγμήν προς άλλην διεύθυν πην, τρελλαίνεται να μη των αναμμα και οι νένα φως, να μη το δεικνύουν καμμίαν ώ 

Φυσμένην διεθνπια εγκέφαλος περί – μερινό, Αλητής, Ερρίπτεται εις ένα της 

με τα της εθνικής και κανω, κ. Ας ενές της Ας τα μη Tικής και καλά. εεην κ.της ζωής 

Την κατάστασης κατά την δημα Αναργινών μας τα με άλλας. Αν εξίσημα θεμελιώδεις, κ α λαιπώδεις αιτία. Κ» κάνε, τα δύο 15 – 

κα, τα εντελώς διαφορετικά, αντίθετα και έπιπλα περίμενα. Ας τα 

να ται .ά τώρινά λατρία. Καθη μαζευτα. Η ανθρώπων, είτε πολύ είτε και λέγων, είτε και Yuvize JUVEITZ Pre 1976. tre L es EKγάλο =τελεί τους πολλούς. Και τα 

εις κάθε ανθρώπινου είδους, άγονται και φερων Γαι με μάτια θελευττα, από τους η Αίγμς ανωτέρους τοπους του είδους των ν. Και τα μεν, από τα λίγα αντά άμεων τή θα Φτηνέα, δεM ΑΕΛ μεγενών τάς έδεσης και την τά θεωρητικη, μίΑερμή, μαγνή και δεε. Α ππΙ των ετών, και τα δε εξ αυτών, είνε οι 

πράγματα, τα πρότα, τα περί δημιουργοί Παι διεΤαι Τεάν πραγμάτων. Εδώ ΑΑ που εις μας, οι δημητριαργεί και δη των τει πειών 

Και είπομεν, τι τα είπε τα α Ιανήμα 

Τα δύο αυτά ιδανικά την : “Ο “Α – η απ τα ης “Ο Κλε τη μας 

” ONPZ 21 K 

g . Live ή θρησκεία της αρχαιότητας. Η αγάπη και Ας εποχής “Η πίστης στα πλην τή να γ 

κάθε εποχής είνε εκεί και θαυμαστής ο ά Πιαλακτος Και ο πυς πες μιμήσεις Ο πύθος της επιστροφής εις την ήρχαίαν μορ τήν. Η εντολής περιφρόνησις κάθε ιδέας ή πράγματος εξερχομένου από την εποχήν 

του Περικλέους. Η έντελής περιφρόνησις κάθε τωρινής πραγματικότητος και κάθε τά σεως άλλης. Το δόγμα της θρησκείας αυ της στηρίζεται εις την πίστιν ότι η ‘Αλε. ξανδρινή, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή, Τουρκική εποχή όλαι μαζί θεωρούμεναι ώς μία μό – νη κατάπτωσις παρομοία με την πτώσιν του Αδάμ και της Εύας -είνε ένας βαθύς λήθαργος από τον οποίον δυνατόν ν’ αναλά 6η κανείς αναπνέων άλατα μετά την από κτησιν της ελευθερίας και απλούστατα να συνεχίση την τότε διακοπείσαν ζωήν. 

Ούτω ο αγών της ελευθερίας εκλή Ιη: «’Ανά στα τις ». Ούτω εβασίλευσεν ή φαντασία ότισκοπό της ελευθερωμένης “Ελ – λάδος ήτο μόνον καιμόνον να αναδημιουργήση εις μίαν ημέραν την Ελλάδα του Περι κλέους. Πάντως να μη σκοπεύη παρά τον μοναδικόν αυτόν σκοπών της επανόδου εις την αρχαίαν εικόνα, εις την αρχαίαν τελειότητα. Προς τούτο να αναλάβη τα πάντα. Προς τούτο δε μέσον μεν ή μελέτη των αρχαίων συγγραφέων λαμ βανομένων ώς τύπος και υπογραμμός πά σης σκέψεως. και πάσης ενεργείας, λαμ – βανομένων διά μίμησιν συνέχισιν και εφαρ μογήν του ιδανικού των, όπλων δέ ή γλώσσα των, η αρχαία γλώσσα. «Η Γλώσσα, 

«Ο κλεφτισμός ή Ρωμαϊσμός | είναι το άλλο άκρον. «Η θρησκεία της Ελ -Πλάδος της Επαναστάσεως. Η μονομα – -νία μιας εποχής – Η πίστις ότι όλον το 

αναγκαίον υλικόν διά τήν ζωήν ευρίσκεται εις την εποχήν αυτήν. Θαυμασμός του λαι κού ατόμου,του κλέφτου, του ανθρώπου της “Επαναστάσεως του τωρινού χωρικού, της γλώσσης του των ασμάτων του «Η εντελής περιφρόνησις παντός ό,τι είνε όπισθεν των αβώνων της τουρκικής δουλείας. Αντίθετος και οπισθοδρομική ανάβασις προς την Βυ. ζαντινής, Ρωμαικήν, ‘Αλεξανδρινήν, τε λείαν έποχήν και απόρριψις όλου του πα Τρελθόντος. «Η πίστις ότι η Βυζαντινή, Ρωμαϊκή, Αλεξανδρινή εποχή είνε μία και ή αυτή εσχάτη κατάπτωσις. Η πίστις ότι ή τελεία εποχή της αρχαιότητος έχει προς ημάς τους τωρινούς όπως η μυθολογία αι την πραγματικότητα. «Η απόρριψης αυτής μετά λύσσης θεωρουμένης ώς απωτάτης ως μη άφησάσης κανένα ίχνος εις τους το ρινούς ώς εντελώς νεκράς ώς μη δυναμένης να χρησιμεύση εις τίποτε τώρα είς τούς πωρινούς ώς ούσης μάλιστα αυτή: κυριό τατα μιας ελευθερίας επιδράσεως ή όποία σκοτίζει τον δρόμον, ενός βάρους νεκρού, ενός συρομένου πτώματος, το οποίον σκη τώνει την νέαν ζωήν. 

Η πεποίθησις ότι είναι αληθινή έ9 οκτό νος τρέλλα η ιδέα οιασδήποτε χρησιμοποιή. σεως των υλικών ολοκλήρου του παρελθόν. τους. Το πέταγμα ολοκλήρου του παρελθόν. τος. Το δόγμα αυτό στηρίζεται επί της θε μελιώδους και κεφαλαιώδους ιδέας, της εν – τελούς απωλείας του αρχαίου ελληνος τη έντελούς διασποράς και χαμού του ελληνος κατά την Αλεξανδρινής εποχής της έντε λούς καταπτώσεως, αναμίξεως μετ’άσιανών 

και νοθεύσεως, αυτού εις τήν έποχήν αυτήν του έκρωμαϊσμού του ήδη νόθου αυτού πλά σματος και της αποδιαφθοράς του εις την ρωμαϊκήν το τρισδιεφθαρμένον κα τριανο θευμένων αυτο πλάσμα το ήδη τερατώδες γινόμενον Βυζαντινόν, απαγινόμενον εις διαφθοράν εις νοθείαν εις ανάμιξεν με όλους του αγρίους που αλώνισαν την γήν μας είς την Βυζαντινήν έπ χήν Και όλον αυτόν τον σωρείτην των κακών αποδιδόμενον εις τους Δα κάλους και τους παπά δες οι οποίοι εκράτησαν την αρχαίαν πα φάδοσιν, το αρχαίον ιδανικόν, δηλαδή τον πόθον τού τελείου, και την γλώσσαν το πτώμα αυτό το οποίον περιφέρουν ακόμη οι ίδιοι εις την τωρινήν ζωήν Και το δόγ μα αυτό στηρίζεται εις την ακράδαντο και φανατικήν πίστιν ότι από κάτω από όλον αυτόν τον ωκεανόν της διαφθοράς και από την γήν από τα απρόσιτα βάθη της Ελ λάδος και από τα βουνά της έξεπήδησεν ένα ψέον ην ο βωμ η ος, ο νεοέλλη ν. ένα λαϊκόν άτομον το οποίον ήρχισε τον πό λεμον διά να ζήση περί τα έσχατα ψυχορα. γήματα του Βυζαντινού Κράτους, επολέμη σε Βυζαντινούς και δασκάλους και παπάδες και «1» αναριώτας και Τούρκους όμως διά να ζήση, έφερε την επανάστασιν την ένα 

μεν, εξεδηλώθη, ενίκησεν. * Ούτω βασιλεύει η φαντασία ότι σκοπός της τωρινής Ελλάδο ελε να πολεμά έναν τίον ολοκλήρου της του παρελθόντος, κυν ριότατα εναντίον της αρχαίας εποχής, να ελευθερωθή από κάθε επίδρασιν του παρελ θόντος, από κάθε ίχνος του παρελθό τος, να 

πετάξη κυρίως αρχαίους συγγραφείς και την γλώσσαν τών Δασκάλων. Να τα δημιουρ γήση όλα νέα από θεμελίων μέχρι κορυφής *Η πηγή της νέας αυτής ζωής είνε : Κλε και της θεωρούμενος ο νέος αυτός “Ελλην Τα μέσα ή λαική φιλολογία Τα δημοτικά τραγούδια. Το όπλον ή λαική γλώσσα, η δημοτική γλώσσα, Η γλώσσα 

Τα δύο αυτά ιδανικά υποστηρίζονται εις τον λυπαλτον αγώνα των από αντιπρυσω πους εντελώς αδιαλλακτους και εντελώς των άκρων. Ο αρχαισμός από τους Δασκά λους του Πανεπιστημείου και του Σχολείου Κόντος, Μιστριώτης, και λοιποί. Αν του ανατρέψουν την νεολαίας της Ελλά. δος διαπλίττουν τον μέγαν όγκος των ανε πτυγμένων ανθρώπων και αποτελούν την μεγάλην πλειοψηφίαν. * “Ο κλεφτισμός από τους επαναστατι κούς, ανθρώπους των γραμμάτων, ποιητάς διηγηματογράφους, ελευθεροιδεάτας οι οποίοι εύρίσκονται επίσης αγόμενοι και φερόμενοι από Δασκάλους καθαρούς σαν τον Τσχάτην ή κρυμμένους υπό την προσωπίδα του καλ λιτέχνου οι οποίοι μορφώνουν την φιλολογια κήν και καλλιτεχνικής νεολαίαν. Αυτοί α ποτελούν την μικροτάτην μειοψηφίαν, δη μιουργούν αγωνίστας από τους μη υποβλη θέντας εις τους άλλου, Δασκάλους, έλκουν προς το μέρος των τούς άγδιασμένος από τους άλλους δασκάλους προσπαθούν ν’ απο σύρουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους με το μέρος των .

Β’ TA ΔΥΟ ΙΔΑΝΙΚΑ – ΔΥΟ ΜΗΔΕΝΙΚΑ 

*Υπό ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Β’

Οι αντιπρόσωποι των ηγεται τώρα πως αύ των ιδανικών και οι απ’ αυτ νος μικροί και μεγαλω τρέμονται σαν και παρομοίως Επό τα 6 Ελλα. Είναι η προσπαθούν να είνα φιλόλογοι. Τα μέσα τωνω, τα όπλα των, πίνε ενα κλασικοί πυγγραφείς, τα δημη, τκκ. και τραγονιδια, τα λεξικά, τα κείμενα, α για Aματικαί, αι ορθογραφία και τα “μώματα, 

το και αί άλλα ιδιαι δεν υφίστανται, Αξαφανίζονται διά τούς ανθρώπους αυτούς, Ο αγεών διά το ιδανικό και τα τα για τα Εγών και γλωσσικής. Κάτι προσπαθεί να αποδεία – ξαν και πραγματοποιήσουν τα ιδανική των διά τής γλώτσης των Ελαι των αι ζωικ, αι δυνάμεις φθείρονται είς ένα γλωνα πικόν αγώνα. “Ολαι των αι διανάμεις για νυνται είς τήν γενικών αυτών αγώνα “Η μεγάλη γλία του τεω -ή, ντρο Ελληνες ποιη τού, διηγηματογράφου, δημοσιογράφων, ε 

δε όγκα, Αγια, είναι το ζήτημα της ΕΙγλωσσης. “Η μόνη την συζήτησης ή γλώσω Τσε. Ούτω το γλωσσικών ζητημα θεωρείται το ζωτικώτατον όλων, ότι αυτό εμποδίζει 

πάντα ότι αυτό είναι όλοι μας τα κα 

* ούτω ένας κλικρινέστατους άχηγέτης των κλεφτισμού και συνεπέστατος προς αυ. τήν εδώ, διδασκει το έθνος που με παρά μια αξιώματα : «γράφετι β βα κα” ας μη λένε τι πητες μέσα και των αντια του κλεφτικούς μάλιστα αν λωθή το ζήτημα υπέρ αυτών από την γλώσσαν θα έκπηδητη 

πως από το «εφάλι του Διός ή “Αθηνά ολόκληρος, ο ποθούμενος νέος πολιτισμός, α του το έδενε και πώς να μην και πάνω σε 

* Στίληξεν εις το ζήτημα αυτό, κατΙΙΠΙ. να είναι μόνον τη γη παικήν ζήτημα. 

Το γλωσσικό ζήτημα απορρόφησε τα πάντα, πλην των το μυαλό, της ενεργειαν, 

Οτω ά «τί ή καθείς να καταβάλλη ή βωλκώτατοιμς αγώνας διά τά δημιουργηθε E-α Εθνος, γάτα Tαι πως τών και δημιμερ – γών μία γλώσσας. Και τούτο διότι ο εν 

έφαλος δεν περιέχει γνώσεις, θετικάς, δεν είτε εργασμένος κατά τρόπων θετικών και Επομένως δεν είνε έκανός να δημιώταργηση Μία, εκ των πραγμάτων και εκ των ιδεών πράγματα, αλλά μην αερολογίας από 6 – 

ρολογίας αυτάς 

Παρατηρών καίς πείν, ήγνυντας την Παναών αυτών, και πώς ε η σύνται. ταύτα Κεπής στη πηγείων και τα Αν από είες έγκεφάλου, πλασμένοι είς τα σχολεία, Εις το ένα σχολεία που έχομεν. Το σχολείο τη δεν βγάζει κανενα θετικό μπλήδς δε ωργανώνει το μυαλό τ ά-θρώπου κατά τρό – την θετικής. Η μόνη διαφορά μεταξύ των Τμέναι τών δε ειι τε πού ενός π κ ή πάλη 

Η υπερηφθAωμένη άπ’ άρχισμός της Η άλλη άδεμ “Ο εις Ιλα και την έρωτα αυτού, 

1. Αν κατάλλια είναι αδελφέ Και τα δύο κλα 

για να κάθε επιστημη να του βγαινιεσμών, καθα Η ε κ πακ. Τιμνί τρόπαια των ανα Τσθαι. Ε Κ τεω και τα ιδανικά των παμπ εξαν και 

Και με άφη αμα Της είς τε ε και οι μη και τες είς το άλλο δεν εξεταζουν ποτέ πια 

της τες 

Ετη, έως τη τα Ανών ημώ τη πιας εκ 

μημια ιδεας. Επομένως είναι δύο αυτοπία All CITESTPEE TELZI 2 9tu Ti zd 

16 -την οποίαν συγχίζονων. ζαλίζουν, σκοτίζω 

πομπερδεύουν και αποθαλασσώνουν τα όλα 

Τώρι σήμερα, τα δύο αυτά ιδανικά πε ρεφραχθησαν και απεκρυσταλλώθησαν ει. το γλωσσικό ζήτημα. “Έγι αν αίσθημα αποτελούν δύο θρησκείας την ‘Aρχίαν κοι την Νέαν. “Έχουν τις διαθήκης των «Η αρχαία τους κλασικούς. «Η νέα τα δημο: τικά τραγούδια “Ε, υν τους φανατικούς των παπάδες. Η μία λαρεύει το ζενίθ του Ελληνισμού της εποχής του Περι κλέους ή άλλη το Ναδίρ της εποχής του Κλεφτου Και εσχάτη συνέπεια της μιά, τελευταίον ογκώδες καρκίνωμα είεο « Σύλ. λογος των Πατρίων» και εσχάη συνέπεια της άλλης τελευταίον θανατικός εξάνθημα «ο ψυχγρισμό » Τα δύο άκρα της δασκα λικής αυτής τρέλλας κρατούν ο Κόν ος και πετών κάθε λεξίδιον που δεν ανήκει εις την τελείαν έποχήν, ώς ο Ψυχάρης πετών κάθε λεξίδιον που ανήκει εις την καθαρέ βουταν. Η μία θίγει το ζενίθ της άννη τίας και η άλλη το Ναδίρ. Και έχουν μία και την αυτήν βαθυτάτην αφετηρίας, την άγν’ του”Έλληνος, την παρεξήγησιν τη ιστορίας του και την άγνοιαν της τωρινή πραγματικότητος, ήτοι την ανικα ότητα το 

Γ (Παρατηρήσωμεν διά μίας στιγμήν του, ανθρώπους τους ενεργούντας τας ιδεας αυ της Ο Κόντος ένας θαυμάσιος αρχαιοε. δης αόρατος πολεμιστής πυροβολών τους πολεμίους με λέξεις αρχαιοτάτας. Ο υ . Ιχάρης ένας κομψότατος και επιτηδειότατος 

Παρισι ος “Έλλην ερασθείς μανιωδώς τον Κλέφτης του βουνού και αντιστρόφως προς την παροιμίαν θέλων να πάη το βουνό εις το Παρίσι. Των εις ένα παγκόσμιον μου | ε’ον ιδεών και πραγμάτων όχι μόνον τί να κάμη το λαός του» όπως μας απο καλεί δέν μάς λέγει άλλ’ ούτε τί είδε διά να μας τίοψη. «Ο σημαιοφόρος αυτός ενός νέου Ελληνισμού δεν μας είπε τίποτε απολύτως παρά μάς στέλλει μόνον γλωσ σολογικά αποστάγματα αποκρυσταλλωμένα εις Ολλανδόρφια θέματα, σαν κρύσταλλα 

Ιλιθιάσεως. 

Γ’ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 

ΤΑ ΔΥΟ ΙΔΑΝΙΚΑ: -ΔΥΟ ΜΗΔΕΝΙΚΑ 

Υπό πεΡΙΚΛΕΟΥΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΙ 

Ο Μιστριώτης μία διάπυρος ευγενής πατριωτική καρδία, ένα μεγαθήριον μαλάζον την Αφροδίτη, γαργαλασμεναν από τις Σοφοκλεους και τας Αριστοφανείους Μου σας, λαμβάνων βαρυτητα Ραχμάνος δια να Πηγήση των ανθοστεφανωμένων και μη α τμιντον έρωτα του Πλατανος διά τα ωραία πρώμα του έφηβου το παλλόμενον εις το φως, διά να σχολιάση Βασικήν φιλμάτων, ο αιων πωμάτων. “Ένα πιλαρια άνοιγμα στόματος απολιθωμένουέκ του Μαυμασμού του παλαιοι, μας ωραίου, πατώντας όγε ο Mθους σχολείων και βαριαναστενέγματα αδοξης και προγή. 

να πεύκλείας και τοιούτοι είνε οι διευθυν. ται τον ιδεών και ένας μεσα αν θελεων : δημιουργήθηγη πράγματα και Δαμβέργης, ένας Βαθύς ειλικρινης πατριώτης σάν Κρητικώς, κατώρθωσης να αποστειρώση με πολυετείς ενείς δασκαλισμού και ποβαρότητας μιας | Παυμασαν φλεβαν εύθυμίες, υφυολογίας, ευθυμογραφίας, σφίγγω τα δόντια δια να μή εξέλθουν τού Αρκους κυ Γεών, τα μιμα τη ρια του ελληνισμού, Πελών να δημιουργή τη πραγματια, ιδρύων τα α Πάτρια και δι αυτά τα έπια, τα περιστα, τα κα [αντα, τα σήμερον και τα αύριον, τα πεμπαλαια και τα νέα και τα μέλλοντα όνειρα, διά τα οποία όλοι αγωνιζόμεθα μαζεύων διά να τα διευθύνουν γέρους, κρύους, πλευριτωμενανς. παραλγικους, γέρους στέγνους, άδειανοίας, σταματημένους και οπισθοδρομικούς και δημιουργών Ενα άτομαχικών νοσοκομεία του πνεύματος, όπου υπό τον τύπον της TCP+2ENG TAYOpdytucy KIT AYIRTU βιων πατρεων, μοιρολογείται η αποκοπή των γενητικείων μορίων του μυαλοι και ψάλλε ται το άμωμον , και δεν αλληλούια, διά τακτικής μελιτ :ε ειδικής εφημερίδες Πα ρατηρώων κάνεις και Εούς τύπους των ανθρώπων αυτών μέλος των οποίων ΙΕ τόσοι άλλοι, ειμαι τα έργα αυτών και εννοεί προ παν τός ότι αυτός είνε ο π κ ο ρ ο ς ο οποίος μοιχε καθε πέτρα και κάθε έθATO καθε παλια ελληνικών και Μεοελληνικόν, όλα ελληνικών π. Εμμα, 

“Όλαι αι λέαι τάς οποίας παράγουν τα κεφάλια των διευθυνόντων αυτών και το πεων άλλων ουδεποτε και κατά το ποτε δεν 

περιβησαν τας ιδίας, δυο οιωνδήπο- Ελ ληνορ, αζητούντων εις οιονδήποτε και 

vetor. 

| Μεταξύ των δύο αήταν. Ε να δια 

, δεν κάνανε μεικτόμενοι δεί ανεπτυγ μενοι άνθρωπος. Κ. Ισως εις την Ελ ναδ– τατοι, τέχ ποιητΕΛες και το Οι εικα τι ει δεχουν καμμίαν επιρροής επί της ΑΑΔηγε και εγκεφαλον, και καθε Επιστημονικών πνευμα μάς λείπει από όλα, 

πιος καθε Ελληνικός εγκέφαλος – έκτης μερικών ειδικών και ενόσω πρόκειται περί της ειδικότητός των – είνε εγκέφαλος μερ φωμένος από κλασικισμών και αυτός έπι παλαιότατον, είνε φίναι καν κάθε εγκεφαλις νά μή κίνες γεμάτος παρά με φράσεις, με ενειροφαντασίας, με ρητορικηνή με πυρι – 

Ο πω και εγκέφαλος των πολιτικών και τελών άλλων διευθυντών, κρίσκεται εις το αυτό γαος. Σή Eται και να της από τις δυο πίτας αύτην πίας, αί άπέαι δεν του διοικη παρα φράσεις, φωνές και λέξεις κατάτας, γυμνός και αυτός πάσης ιδέας και πα. της πρακτικής σκέψης, δεν γνωρίζει τί πο ενα δημιουργηση ή κλιν δεν ευρίσκει καμμίαν Ημική, οδον, να αδεση Και μί πολλοί, και περιμένει πέ, να βουν πραγματα διά για τα μιμηθούν εύρίσκονται εις την αύ 

Διότι οι τυο “Αρχαιτμού έγειΒαδίσω μεν προς την αχαιότητα “Αλλά ποτέ δεν δεικνύουν από ποιον δρόβιλον διά τ ων μεταν. 

ΛΑΧλά ποτέ δεν μεταποιούν τις δεις των εις πραγματικότητας, ποτέ δεν διδαν τας 

Επς ής εφαρμογής, ποτέ δεν το αμεμο τους άλλους πως και τι να λανων από την αρχαιότητα και πως να το παιδιά και το εφαρμοποιαν εις την τωρινής ζωής, 

Η τρίο Αλλου, του Κλέφτεσμού λέγουν εμπρός χωρίς να κυττάζω μεν πίσω μα , δικη – μπουργηπωμεν δλα νέα. Αλλά ποτέ δεν δεικνύουν από πού και πώς. Ποτε δεν τα ρβατιαξουν μία, ιδεα: Η δυναμένην 1 πμα – 

| Και οι μεν και οι δή, φίλτε καν ενδιαφέ Ρηται περί αυτού Ομως λοι οι δμπωμα νοντες της ιδέας και τα πράγματα. Και θα έγανε κανείς τον καιρόν του, άμα βαφεων της (Κλίππιπίεως λόγους των Ελλήνων πολιτι κιών Ελε, δε, θα τυρισκε 3 λιας Πανείς περί «Ελλάδος και Ελληνων ούτε 3 ιδίας που να έχουν ολιγον φώς, μα δειπνήμη Εφέ δρόμο λονδήποτε. Ολεις πίτι Ιδιολόγοι, ΕΙΤΕ ΠΕ ΑΙΤΙΑ, ΕΙΤΕ ΠΕ ή ΤΕ ΚΑΙ, Ε. Γε πε κτικοί, τε εις την ομολογίαν, είτε τις τας τινας, αποφεύγουμε να μιλήτου – Εκσμπώς, να προτείνουν ορισμένα πρα: μαΤα Απρ Εργρινή μας προτείνων τι παι διαφεύγαμε όπισθεν των τραυμάτων και 

απολας πρεπει να ακολουθηση και τα μέσα Τα απολα πρέπει να χρησιμοποιηση Ενα θεσις το οποίο είναι γεμάταν κατεχόμαστε το οποίον ζωηρότατα ζητεί να δημιουργή τη το κάθε τι, δια να βαδιση με άλματα έμ πρός. Και δεν λέγουν τίποτε, διότι το ΕΕ φέλη των δεν παράγει τίποτε άλλο από Α γνος αδειανούς. Όλοι ρητορεύουν θαυμάσια Μα το κάθε τι κα! και δια παρουσιάζει θετικών τε και κανείς δεν ενεργεί, αλλά και Πει συζητούμε και αν πρώτηση πανεις τι κάμνει η Ελλάς επί ένα αιώνα η απάντη 


ΜΥΡΡΙΝΗ

Edith Martineau, Myrrhine, 1873

ΜΥΡΡΙΝΗ

    Ο Φωτίων, ο φιλόσοφος, είχε καταφύγει στο σκιερό δάσος της Αρκαδίας. Ήταν ακόμη νέος, ενθουσιώδης και όμορφος. Έφυγε από τη Σπάρτη, τη σκληρή και ένδοξη πατρίδα του, επειδή δεν σκεφτόταν για τους Θεούς όσα διέταζαν οι άρχοντες της πόλης να σκέφτονται. Ακαταπαύστως διαλογιζόταν με αγωνία τις θελήσεις της μοίρας και τις επιθυμίες των ανθρώπων, τα μυστήρια της ζωής, γεννήματα της ηδονής, παραδομένα στον πόνο.

    Αγαπούσε τους ανθρώπους (τα όντα;) και τα πράγματα. Αμφισβήτησε, έκρινε τους Θεούς. Ούτε ο Ανώτατος Δάσκαλος που ρίχνει την αστραπή, ούτε η απαραβίαστη και γαλήνια Σοφία, ούτε η υπεροπτική Παρθένος, η δόξα και ο τρόμος των νυχτών, ούτε καν η πάλλευκος Αφροδίτη με τα χρυσά μαλλιά, γέμισαν την καρδιά του, δεν κυριάρχησαν στη σκέψη του.

Happy Arcadia, Konstantin Makovsky, 1889-1890

    Το ανήσυχο πνεύμα του κατήλθε χαμηλότερα από τον Κάτω Κόσμο, ανήλθε υψηλότερα από τον Όλυμπο. Ατένιζε κι έψαχνε πέρα ​​από τους Θεούς.

    Δεν πήγε ποτέ στις πόλεις, δεν γονάτισε ποτέ ευλαβικά σε ναούς. Ζούσε στο δάσος με την Μυρρίνη, την σύζυγό του.

    Τον είχε ακολουθήσει οικειοθελώς. Τον αγαπούσε. Λεπτή και στοχαστική, είχε υποφέρει πολύ στην Λακεδαίμονα, ανάμεσα στους σκληρούς πολεμιστές, στους οποίους ο Ουρανός χαμογελούσε μάταια. Τώρα ήταν ευτυχισμένη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, φρόντιζε το σπίτι, καλλιεργούσε τον μικρό κήπο γεμάτο λουλούδια και μέλισσες. Η ανέμη του αργαλειού της περιστρεφόμενη βούιζε σαν κυψέλη, τραγουδούσε σαν αηδόνι.

Συχνά, καθισμένη στα πόδια του Φωτίωνος, τον άκουγε να διαβάζει τα λόγια που ήταν γραμμένα στις ελεφαντοστέινες πινακίδες του. Φοβερές λέξεις, πύρινες και αγνές σαν την φλόγα.

Τον θαύμαζε για τη δύναμή του, τον λάτρευε για την ευγένεια του. Ήταν όλη δική του.

*

*    *

    Ένα βροχερό φθινοπωρινό πρωινό, η νεαρή γυναίκα περιπλανιόταν μόνη της στο δάσος.

    Η σκοτεινή μάζα των νεφών που κάλυψε τον ήλιο άφηνε ίσα μερικές ωχρές ακτίνες να λάμπουν. Σταγόνες νερού άστραφταν στα δέντρα και έπεφταν, μία προς μία, στην χλόη. Η Μυρρίνη περπατούσε αργά. Ένα προαίσθημα την ενοχλούσε. Ήταν συγκινημένη, αισθανόταν μια κάπως αόριστη ανησυχία. Αίφνης, της φάνηκε πως ένα χέρι άγγιζε τον έκπληκτο ώμο της, και γύρισε να δει. Στην αρχή, δεν μπορούσε να δει τίποτε. Αλλά, σιγά-σιγά, είδε να εμφανίζεται, ανάμεσα στα κλαδιά μιας δάφνης, μια γυναίκα ντυμένη ελαφίνα από τα πόδια μέχρι τη μέση. Η άγνωστη ήταν όμορφη. Τα μαλλιά της, πιο απαλά από την αναρριχώμενη αγράμπελη, πιο πορφυρά από τα φύλλα του φθινοπώρου, ήσαν τυλιγμένα γύρω από τα ρόδινα χέρια της, τον στρογγυλό λαιμό της, το δυνατό, γεμάτο στήθος της. Το πρόσωπό της είχε τη λάμψη των ώριμων ροδάκινων, τα πράσινα μάτια της ήσαν απαλά και βαθιά σαν τις σκιές του δάσους. Παρά τη φρεσκάδα της, είχε τη μελαγχολική γοητεία ενός φυτού που το άγγιξε ο χειμώνας. Δεν μπορούσες να πεις αν ήταν νέα ή ηλικιωμένη.

Με μια φωνή τόσο θρηνητική όσο οι μακρινές νότες ενός φλάουτου, είπε:

     – Μυρρίνη! .

– Ποια είσαι; την ρώτησε η νεαρή γυναίκα, τρέμοντας. Νύμφη ή θεά; Επειδή από το γένος των ανθρώπων δεν είσαι.

The Dryad (1884 – 1885)
Evelyn De Morgan

    Η άγνωστη ξένη χαμογέλασε σοβαρά:

    – Όχι, δεν είμαι από εδώ, δεν ανήκω στην σκληρή φυλή των ανθρώπων. Είμαι η Θύμβρις, η Δρυάδα. Πολύ, πολύ καιρό πριν, οι Θεοί μου εμπιστεύηκαν ένα υπέροχο δένδρο που φύτρωνε κι υψωνόταν στα δάση της Αρκαδίας. Πόσο όμορφη ήταν η δρυς / βελανιδιά μου! Την θυμάμαι σαν γυναίκα, θυμάμαι έξι βοσκοί, με τα χέρια τους ενωμένα με δυσκολία μπορούσαν να φιλήσουν τον υπέροχο κορμό της. Ανάμεσα στις ρίζες της, οι δειλοί λαγοί έβρισκαν καταφύγιο. Στην σκιά της, στο πυκνό φύλλωμά της φυτρώνουν τ’ άνθη, ή τ’ αγεράκι φυσούσε, τα πουλιά τραγουδούσαν. Αναρίθμητες ζωές αναμειγνύονταν με τη ζωή της δρυός μου.

    Πόσο την αγάπησα. Έσφιγγα το στήθος μου με θέρμη στον τραχύ φλοιό της, έδενα τα μαλλιά μου στα κλαδιά της, δάγκωνα τα φύλλα της, έπινα τους χυμούς της σαν κρασί. Ένιωθα την ισχυρή νεότητα του αρχαίου αιωνόβιου δένδρου να διαπερνά το κορμί μου.

    Μια μέρα, αχ! Θεοί! Μια μέρα ανοιξιάτικη, ήρθαν οι ξυλοκόποι. Καθώς περπατούσαν και κουβέντιαζαν, γελούσαν. Είδα τα σιδερένια τσεκούρια του να κατεβαίνουν βιαίως πάνω στην βελανιδιά μου. Αόρατα, πάλευα μαζί τους, τούς πολεμούσα. Αλλά αυτά τα αγενή, άξεστα όντα δεν μπορούσαν να μαντέψουν την παρουσία της Δρυάδος, δεν μπορούσαν να νιώσουν τον ιερό τρόμο. Δεν μπορούσα να υπερασπισθώ την Βελανιδιά μου.

    Ακούω ακόμα το ξύλο να τρίζει και να βογγάει. Βλέπω την βαθεία πληγή. Το σεβάσμιο δένδρο έπεσε αργά στο έδαφος. Η σκόνη είχε λερώσει τα λεπτά φύλλα της. Είχε πλέον πεθάνει. Νόμιζα ότι κι εγώ η ίδια θα πεθάνω. Αλλίμονο, είχα απορροφήσει τις τρομερές μου δυνάμεις σ’ εκείνη …

    Από εκείνη τη μέρα, μισώ τους άνδρες. Ηττημένη, ταπεινωμένη, αδύναμη, παραδομένη στις τύψεις, δραπετεύω από τα μέρη όπου γνώρισα τον πόνο της αποτυχίας στην αποστολή μου! Δεν την προστάτευσα. Πόνος από τον οποίο κανείς μας  δεν μπορεί να παρηγορηθεί ποτέ.

    Φεύγω από τα μέρη όπου κάποτε ήταν η χαρά και η υπερηφάνια μου. Τώρα μονάχα ένα κομμάτι μαύρου κορμού παραμένει από τη θεϊκή βελανιδιά. Η χλόη ξεραίνεται εκεί που κάποτε ήταν η σκιά της, οι λαγοί αναζητούν αλλού καταφύγιο και τα πουλιά δεν κελαηδούν πια εκεί.

Μισώ τους άνδρες ! Αλλά τους λυπάμαι, επειδή μόνον πώς να υποδουλώσουν ξέρουν, πώς να κλέψουν, να σκοτώσουν. Ανίκητοι και αξιολύπητοι, είναι οι κυρίαρχοι του κόσμου. Κατέχουν την γη, μα η χαρά δεν ανθίζει εκεί για τους ίδιους.

Έρχονται και απέρχονται. Κάθε βήμα που κάνουν εκείνοι, διαγράφει τα δικά μας βήματα. Προχωρούν, και οι Σιλουανοί, οι Πάνες της Ρώμης, οι Νύμφες, οι Σάτυροι, οι Δρυάδες φεύγουν σαν κυνηγημένα θηρία. Σύντομα θα εξαφανιστούμε, είναι πιο δυνατοί από εμάς.

    “Γι ‘αυτό, παρά το μίσος μου, έρχομαι ως φίλη, ώστε να μην τους αξίζει πλέον το όνομα των καταστροφέων. Ώστε να μάθουν να δείχνουν συμπόνοια προς τα όντα που έχουν υποτάξει, ώστε να νιώσουν, επιτέλους, την ψυχή των πραγμάτων.

    Από τότε που περιπλανιέμαι την ξεγυμνωμένη γη, εκατό φορές έχω δει τα χελιδόνια να φεύγουν. Είμαι λυπημένη και κουραμένη. Αλλά, πριν εισέλθω σε βαθεία γαλήνη, θέλω να δράσω μια τελευταία φορά. Ψάχνω εδώ και καιρό έναν άνθρωπο άξιο να μάθει το μυστικό που κατέχω. Σε σας μπορώ να το αποκαλύψω, γιατί είστε από την φυλή μου. Σας έχουν πει, έτσι δεν είναι, ότι ο προ-προ-προπάππος σας γεννήθηκε από μια Δρυάδα, και ότι, για την αγάπη μιας γυναίκας, εγκατέλειψε το δάσος; Είσθε η κόρη του. Μερικές σταγόνες του δενδρώδους χυμού εξακολουθούν να αναμιγνύονται με το αίμα σας. Σας αναγνώρισα και δεν κρύφτηκα καθώς πλησιάζατε. Αντιθέτως, σας φώναξα. Ό,τι έχω να σας πω, μπορείτε να το ακούσετε.

Η Μυρρίνη έσκυψε το κεφάλι της:

-Σας ακούω, – είπε με σοβαρότητα.

    Η Δρυάς εστίασε το καθάριο βλέμμα της στη νεαρή γυναίκα:

    Από τότε που επέστρεψα στην Αρκαδία, παρακολουθώ εσένα και έχω παρακολουθήσει επίσης τον Φωτίωνα, τον σύζυγό σου, τον φίλο σου, τον αφέντη σου. Αόρατη και σιωπηλή, σας πλησίασα και διείσδυσα στις καρδιές σας. Σέβεστε την ζωή, την χαρά και την ομορφιά. Δεν ποδοπατήσατε ποτέ μυρμήγκι, δεν κλέψατε το αυγό της αηδόνας, δεν τσαλακώσατε το φτερό της πεταλούδας, Σ’ αγαπώ, ω αδελφή μου, εσένα που δεν προσβάλλεις το πνεύμα του δάσους! Θέλω να σου μιλήσω, να μιλήσω μονάχα σ’ εσένα. 

    Η Μυρρίνη έτρεμε από φόβο. Τι επρόκειτο να μάθει; Τι μυστικό θα μπορούσε να της αποκαλύψει η Δρυάδα; Κάτι φοβερό, χωρίς αμφιβολία, ίσως υπεράνθρωπο. Δεν ήθελε να φθάσει σε τούτη τη γνώση. Δεν ήθελε να το μάθει. Δεν επιθμούσε τίποτα, γιατί είχε την αγάπη. Αλλά ήξερε ότι ο Φωτίων θα είχε διαλογισθεί, το δίχως άλλο, γονυπετής, τις λέξεις που θα εκστόμιζε η Θύμβρις.

Deux Satyres, Peter Paul Reubens, 1618-1619

“Αν αρνηθώ να τις ακούσω, θα έχω εγκληματίσει απέναντι στον άνδρα μου”, σκέφτηκε. “Θέλω να είμαι άξια γι αυτόν, δεν θέλω να φοβάμαι το άγνωστο.”

Γύρισε προς την Δρυάδα:

    -Μίλα! Αλλά να γνωρίζεις πως ό,τι πεις, εγώ θα το επαναλάβω σε εκείνον που αγαπώ. Αν υπάρχει έστω και μία λέξη σου που δεν θα έπρεπε να ακούσει, σώπασε, παρακαλώ, γιατί εγώ δεν μπορώ να σιωπήσω.

    Η Δρυάς απάντησε:

    – Δεν χρειάζομαι κανέναν όρκο από εσάς. Όταν έχεις το μυστικό μου, θα δεις μόνη σου τι πρέπει να κάνεις. Ορίστε.

    Μοναχική και ελεύθερη, έχω ταξιδέψει την Ελλάδα. Εγώ, η κόρη των αρχαίων δασών που καλύπτουν τις πεδιάδες, έχω ανεβεί στις ψηλές κορυφές, έχω κατεβεί στις κοιλάδες. Όπου φυτρώνει το χορτάρι, όπου ανθίζει το λουλούδι, όπου υψώνεται ένα δένδρο, έχω πατήσει το πόδι μου. Στα βουνά, μάζεψα τ’ άγριο θυμάρι· στους κήπους των βασιλιάδων, μάζεψα κρίνα του χιονιού και πορφυρά τριαντάφυλλα· στα λιβάδια, πρωινές φρέσκες ανεμώνες· στα κοιμητήρια, χρυσούς ασφόδελους· την Belladonna μάζεψα στους ερειπωμένους ναούς και μυστικά το κώνειο στους βάλτους. Ένας εξόριστος από την Αίγυπτο μου έφερε το σπόρο της μηκώνου της υπνοφόρου, της σκοτεινής παπαρούνας. Μέσ’ στις αχτίδες του φεγγαριού, έσκυψα πάνω από τις διαυγείς λίμνες, και τα διάφανα δάχτυλα των νυμφών μου άπλωσαν τον μυστηριακό λωτό, το χλωμό νούφαρο. Διάλεξα τα λουλούδια που καλύπτουν τα χωράφια, που σέρνονται στα χαλάσματα, που περιπλέκονται στα δέντρα και στις πέτρες, που στολίζουν τους τάφους· εκείνα τα άνθη που ανοίγουν στη θέαση του ήλιου, των αστεριών ή της σκιάς, εκείνα που επιπλέουν στα νερά. Όλα τα λουλούδια της ηδονής, της έκστασης, του ονείρου, της λήθης και του θανάτου. Τα φίλησα ένα προς ένα με τα χείλη μου, τα πίεσα πάνω στα γυμνά μου στήθη, τα συνέθλιψα στα χέρια μου. Έχω ανακατέψει με τα πέταλά τους τα ευεργετικά φύλλα του ευκαλύπτου, τα δηλητηριώδη φύλλα της ευγενούς δάφνης, τα φύλλα της βελανιδιάς που κάποτε στεφάνωναν το κεφάλι μου, μα τώρα πια δεν είμαι πλέον άξια να στολίζομαι με εκείνα. Από αυτή την θαυμάσια βλάστηση ζήτησα τ΄ αρώματά της, το μέλι και τα δηλητήριά της. Έχω αποστάξει από την ουσία του τον χυμό που άντλησε από την γη, τη σταγόνα της φωτιάς που έσταξε ο ουρανός για εκείνην.

    Έχω συνθέσει ένα θαυμαστό ελιξίριο απ’ τον χυμό. Ευτυχισμένος είναι εκείνος που μπορεί να το πιει! Θα νιώσει μια έντονη ζωή να ρέει μέσα στις φλέβες του. Η ψυχή του θα ξυπνήσει. Η χαρά και ο πόνος θα του παραδοθούν. Θα τραγουδήσει τον οίκτο, την αγάπη και την ελπίδα. Τα μάτια του θα αντιληφθούν τα υπέρτατα μακρινά αστέρια. Θα διαβάσει καρδιές. Θα ανακαλύψει θαμμένους θησαυρούς. Οι φωνές της γης θα του μιλήσουν. Όταν η βροχή δεν θα πέφτει πια από τον ουρανό, όταν τα χωράφια θα είναι σκληρά σαν βράχος και το χορτάρι θα μαραίνεται στον πάτο των αποξηραμένων χειμάρρων, εκείνος θα ακούσει το δροσερό μουρμουρητό των πηγών κάτω από τα πόδια του, θα σκάψει τη γη, και το νερό θα αναβλύσει.

    Τα παιδιά του θα είναι υπερήφανα και μεγαλόθυμα. Η σκέψη του θα εμπνεύσει τους μαθητές που θα τον ακολουθήσουν. Και σιγά-σιγά, λίγο-λίγο, θα γεννηθεί μια ηρωική, ευγενής, γενναιόδωρη και δαιμόνια φυλή.

    Έχω υποφέρει εδώ και πολύ καιρό. Όταν οι αδερφές μου χορεύουν γύρω από το θεϊκό δένδρο, κλαίω απ’ την ντροπή και απομακρύνομαι από αυτές. Την ημέρα που θα ιδώ τους νέους ανθρώπους να περπατούν πάλι στη σκιά του δάσους, θα παρηγορηθώ.

    Τα φύλλα βελανιδιάς δεν κοσμούν πλέον το κεφάλι μου. Θα ήθελα να φορέσω το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι. Τότε πια, θα μπορώ να πεθάνω.

    Το ποτό που περιέχεται σε αυτήν την ασημένια φιάλη θα ήταν ικανό για να διατηρήσει τη σάρκα ενός πτώματος ες αεί. Επτά ζωντανοί άνθρωποι, ακόμη κι αν είναι ηλικιωμένοι, μπορούν να αντλήσουν υπεράνθρωπη δύναμη από αυτό. Σας το δίνω. Αλλά μάθετε τούτο εδώ που πρέπει: να το ενσταλάξετε μόνο σε όσους αγαπούν και σκέφτονται. Γιατί για εκείνους μονάχα έχει το ελιξήριο τις μαγικές ιδιότητές του. Για τους άλλους, είναι τόσο αναποτελεσματικό, όσο το νερό του ποταμού. Δεν πρέπει να ρεύσει ματαίως.

Θα ήσουν εγκληματίας, αν έχανες έστω και μία σταγόνα αυτού του πολύτιμου αναψυκτικού.

    Πιες κι εσύ η ίδια, ω γυναίκα! Αν θεωρείς τον εαυτό σου άξιο να πιεις, και αν τολμάς, αλλά μην ξεχάσεις τις υποσχέσεις μου ή τις απειλές μου. Αφήνω στα χέρια σου το ελιξίριο της ζωής.

    Τόσο σοβαρός ήτο ο τόνος της μελωδικής φωνής, που δίστασε η Μυρρίνη. Φοβόταν πολύ.

    Τότε σκέφθηκε :

    «Θα δώσω στον Φωτίωνα τούτο το υπέροχο ποτό. Μόνος αυτός θα αποφασίσει. Θα ξέρει πώς να ορίσει τους εκλεκτούς στους οποίους θα το χύσω. Εγώ η ιδία δεν θα μουλιάσω τα χείλη μου με αυτό, εκτός εάν μου το επιτρέψει ο Φωτίων, ή αν με διατάξει. » 

    – Σε ευχαριστώ, ω Δρυάς! – της είπε. -Δέχομαι, τρέμοντας, το δώρο που μου δίνεις. Αλλά θέλω να έχω την ελευθερία να σου το επιστρέψω αύριο.

    – Πολύ καλά, ας γίνει έτσι. Πάρε· και είθε σύντομα να πεθάνω, θριαμβεύουσα και παρηγορηθείσα !

*

*    *

    Η σελήνη έλαμπε πολύ ψηλά στον ουρανό. Οι ασημί αχτίδες της διέσχιζαν το σκοτεινό φύλλωμα. Τα πουλιά κοιμόσαντε. Τα νεκρά φύλλα έπεφταν σιωπηλά. Τίποτα δεν διατάραζε τη φωτεινή γαλήνη τούτης της φθινοπωρινής νύχτας.

    Καθισμένη μπροστά από την πόρτα της, η Μυρρίνη ατένιζε τον ορίζοντα. Ήτον χλωμή. Το λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο είχε την ακαμψία μιας μάσκας. Ο λαγός έλαμπε στα σκοτεινά μαύρα μάτια της. Το κεφάλι της, απογυμνωμένο από τα ξανθά μαλλιά της, έσκυβε λυπημένο.

Αίφνης, λίγα βήματα από αυτήν, ενεφανίσθη η Δρυάς και, όπως την πρώτη φορά, την αποκάλεσε με το όνομά της :

-Μυρρίνη Μυρρίνη !

Η νεαρή γυναίκα ανατρίχιασε :

– Τι θες, ω Δρυάς; Τι θέλεις από εμένα; 

– Γιατί είσαι τόσο θλιμμένη; Εδώ και είκοσι μέρες περιμένω, δίπλα στη δάφνη. Μα δεν ήλθες ακόμη. Κι όμως είδα ήδη στο έδαφος, την ασημένια φιάλη όπου είχα χαράξει τ’ όνομά μου. Ήτον άδεια η φιάλη. Σε ποιον έδωσες το μαγικό βάλσαμο;

Η νεαρή γυναίκα δεν απάντησε.

– Ματαίως σιωπάς. Ξέρω ότι όταν με άφησες, βρήκες τον σύζυγο που λατρεύεις, άψυχο, στο κατώφλι του σπιτιού σου. Στο αρωματισμένο μαξιλάρι των μαλλιών σου, ξέρω καλά ποιο κεφάλι ξεκουράζεται. Ξέρω ότι φιλάς χείλη βουβά και ότι κάθε βράδυ σφίγγεις με τα χέρια στην αγκαλιά σου ένα πτώμα, τόσο ζεστό, όσο το στήθος του εραστή σου. Ξέρω σε τίνος τι σάρκα κύλησε το ελιξίριο της ζωής, σταγόνα – σταγόνα. Αχ! καημένη γυναίκα! τόσο τρυφερή, τόσο αδύναμη και τόσο εγκληματική! Τι τόλμησες να κάνεις;

    Η Μυρρίνη απάντησε με υπερηφάνεια:

    – Δεν ήθελα να παραδώσω το σώμα του συζύγου μου στη γη ή στη φλόγα. Το ταρίχευσα με ευσέβεια. Το θαύμα που μου ανακοίνωσες, έγινε πραγματικότητα κι είναι πιο όμορφα από ό, τι στις πρώτες μέρες του έρωτά μας! Και το κρατώ, φευ, για πάντα, στην καρδιά μου.

– Έχεις προσβάλει εκείνους που κανείς δεν μπορεί να προσβάλλει ατιμώρητα. Σε λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σένα.

    Και η Μυρρίνη είδε να την πλησιάζουν, αργά, σε πλήθη οι Κόκκινες Δρυάδες με τα πράσινα μάτια, οι τριχωτοί Σάτυροι, οι Κένταυροι με τα γυαλιστερά καπούλια και τα χάλκινα στήθη, οι Ναϊάδες, ελαφριές και καθάριες ωσάν πηγές, τ’ άγρια βακχεύοντα θηρία. Λίγο πιο πέρα, μισοβυθισμένο στην σκιά, εμφανίστηκε το τραχύ και μελαγχολικό πρόσωπο ενός Κύκλωπα. Και όλα αυτά τα τρομερά και αξιοθαύμαστα όντα κάρφωναν πάνω της τα βλέμματά τους, γεμάτα απειλές. 

Σιωπηλή, ακίνητη, εκείνη, περίμενε.

    Τότε ηκούσθη μια φωνή:

    – Ω περιπλανώμενη και έρημη Δρυάς, για δεύτερη φορά ηττημένη, Εσύ που είχες επιλέξει αυτή τη γυναίκα για να της δώσεις το ελιξίριο της ζωής, ανακοίνωσε την ποινή της!

Η Θύμβρις εμίλησε:

 – Είσαι η πρώτη από εκείνους που θα σπαταλούσαν τα πολύτιμα αρώματα των αγρών και των δασών για να ταριχεύσουν ένα πτώμα. Για αυτό το έγκλημα δεν υπάρχει συγχώρεση. Ορίστε η τιμωρία σου:

    Δεν θα κατέβεις στον τάφο μέχρι να γεράσεις πολύ. Αλλά ποτέ ξανά δεν θα πλησιάσεις ζωντανό ον έως τότε. Οι άνδρες, γδυμένοι από εσένα, θα σε αρνούνται. Τα θηρία και τα πουλιά θα φεύγουν μακριά σου καθώς τα πλησιάζεις. Ακόμη και οι μέλισσες, κάθε που θα αισθάνονται ότι έρχεσαι, θα εγκαταλείπουν την κυψέλη τους γεμάτη μέλι.

    Την ημέρα, θα ζεις μόνη, με τον άψυχο σύζυγό σου. Τη νύχτα, όπως χθες, θα πιέζεις τα χείλη σου στα χείλη του και θα τον αγκαλιάζεις στον κόρφο σου.

Είναι δικός σου, ο νεκρός για τον οποίο θυσίασες την χαρά και την ευγένεια τόσων πολλών όντων που θα έπονταν, όλα για έναν νεκρό που αγάπησες πάρα πολύ. Δικός σου για πάντα!» 

    Χωρίς προσευχές και χωρίς δάκρυα, είχε ακούσει η Μυρρίνη. Στα μάτια της έλαμπε το τρομερό βλέμμα εκείνων που αψηφούν την Μοίρα. Με υπερηφάνεια σήκωσε το γυμνό κεφάλι της και επέστρεψε στον νεκρό.


ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

KATINA ΨΥΧΑ (1881 – 1907): 

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ 

ΣΤΑ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΙΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ ΕΣΤΕΤ 

Η Κατίνα Ψύχα στο Ημερολόγιον Σκόκου, τόμος 20, 1905

Έζησε έντονα, πέθανε νέα; Αρκεί ένας τέτοιος βίος για να συγκαταλεχθεί μία όχι τόσο γνωστή εν Ελλάδι συγγραφέας στους καταραμένους; Για την συγγραφέα που παρουσιάζουμε δεν γνωρίζουμε πως έζησε εντόνως, μήτε πως ενεπλάκη σε καταχρήσεις. Μολαταύτα, τα χαρακτηριστικά της γραφής της, η ωραιολατρεία της αλλά και η λογοτεχνική εμπλοκή της με την αρχαιότητα αρκούν για να την συγκαταλέξουμε, κατά τη γνώμη μας, στο κίνημα του Αισθητισμού και της νεοελληνικής Ντεκαντάνς. Μάλιστα δε, η τολμηρότητα σε μερικά από τα πεζά θυμίζει την μεταγενέστερη Ντόρα Ρωζέττη και το μεσοπολεμικό Η Ερωμένη της. Στο μικρό σε έκταση, αλλά ωραίο έργο της, υμνεί την ζωή, αλλά και την φθορά αυτής, διαμέσου του παράξενου και της ωραιολογίας. Η τέχνη την οποία παράγει δείχνει να μην αποδέχεται τα δεδομένα της κρατούσας (χριστιανικής) ηθικής. Σήμερα ενδεχομένως να την έχουμε λησμονήσει, αλλά όσο ζούσε η δεσποινίς Κατίνα Ψύχα ήταν πολύ περισσότερο αγαπητή. Γεννήθηκε πιθανότατα το 1881. Υπήρξε μαθήτρια της γυναίκας του Ερνέστου Τσίλλερ, Σοφίας Δούδου και σύχναζε στις μουσικές Εσπερίδες που εκείνη διοργάνωνε. Βεβαίως, στο όμορφο και μυστηριακό κτήριο που είναι σήμερα γνωστό ως Οικία Λοβέρδου, επί της οδού Μαυρομιχάλη, στα Εξάρχεια. Η οικία Τσίλλερ – Λοβέρδου σήμερα λειτουργεί ως παράρτημα του Βυζαντινού Μουσείου, ανοιχτό για το κοινό. Την εξωτερική της πρόσοψη, τότε, στα τέλη του 19ου αιώνα, κοσμούσαν ερμαϊκές στήλες με Καρυάτιδες, τις οποίες η μικρή Κατίνα θα μπορούσε να ατενίζει πριν από τα μαθήματα πιάνου της. Στο σπίτι συχνάζει ο Βίλχελμ Ντέρπφελντ, πρωτοπόρος της γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής, ο Ερρίκος Σλήμαν και άλλα πολλά ηχηρά ονόματα. Η οικογένεια Τσίλλερ βρέθηκε σε οικονομική δυσχέρεια, κι έτσι το σπίτι έγινε ιδιοκτησία Λοβέρδου. Αλλά μπορούμε να φανταστούμε την μικρή Κατίνα να γνωρίζεται με τέτοια μυθικά ονόματα. Τα ίχνη του Νεοκλασικισμού υπάρχουν στο έργο της, αλλά η γράφουσα Ελληνίς πηγαίνει πέρα από αυτόν. 

Η Κατίνα, ευειδής δεσποινίς των Αθηνών, λαμβάνει υψηλή γαλλική παιδεία και παίζει πιάνο. Είναι άλλωστε κόρη του εύπορου τραπεζίτη και επιχειρηματία Στέφανου Ψύχα. Ο Ψύχας ίδρυσε την «Εταιρεία Προεκτάσεως απ’ Αθηνών εις Πειραιά» και με τούτη χρηματοδότησε την επέκταση του τραίνου από το Θησείο στο Μοναστηράκι. Αλλά δεν υπήρξε και εύκολος ο βίος του. Το 1893 ήρθε σε δικαστική διαμάχη με το δημόσιο, καθώς το Υπουργείο Εσωτερικών έκρινε πως δεν πληρούτο η σύμβαση εκ μέρους του εργολάβου. Κάλεσαν οδοστρωτήρες στην οδό Αθηνάς, για να δείξουν πώς θα καταρρεύσει το οικοδόμημα αλλά “για να γίνει ακόμη πειστικότερο το πείραμα ο κατασκευαστής του έργου, Ψύχας έδιωξε τους πάντες από τη σήραγγα και κάθισε από κάτω μόνος του «δια να δείξη την πεποίθησίν του δια την ασφάλειαν του έργου και των επιβατών του μέλλοντος». Δύο χρόνια αργότερα γίνονται τα εγκαίνια της επέκτασης, ενώ ο πατέρας της Κατίνας τελειώνει την οικοδόμηση του νεοκλασικού αρχοντικού για την οικογένειά του, σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλερ. Σήμερα στο εντυπωσιακό κτήριο στεγάζεται η Ιταλική Πρεσβεία. Το 1896 γίνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ακολουθεί το Μαύρο 1897 ο Ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος. Η Κατίνα, με τις αδερφές της, σπεύδουν στα νοσηλευτικά μαθήματα, βρίσκονται στο μέτωπο και βοηθούν με τον Ερυθρό Σταυρό τους τραυματίες, ως την κατάληψη του Βόλου από τον Εντέμ Πασά. Δυστυχώς, το εγχείρημα με την επέκταση του σιδηροδρόμου δεν αποδείχθηκε προσοδοφόρα για τον πατέρα της, σε συνδυασμό με την δεινή οικονομική κατάσταση μετά τον πόλεμο, έφεραν την οικογένεια σε αδιέξοδο. Η οικογένεια χρεωκόπησε και το αρχοντικό της οδού Σέκερη στο Κολωνάκι επωλήθη το 1903 στον Πρίγκηπα Νικόλαο.  

Η μικρή Κατίνα μετά τον θάνατο του πατέρα της, ήδη από το 1901 εγκαθίσταται στο Παρίσι και δημοσιεύει τα πρώτα της έργα στα αγγλικά, σύμφωνα με μαρτυρίες της Καλλιρρόης Παρρέν. Αν και ανήκε σε εύπορη οικογένεια, δημοσιεύει σε προοδευτικές εφημερίδες του Παρισιού, όπως η Κυανή Επιθεώρηση, στα γαλλικά, την lingua franca των πεπαιδευμένων. Στο προοδευτικό αυτό έντυπο, την Revue politique et littéraire η οποία ήταν γνωστή ως Revue bleue, η Ψύχα δημοσιεύει τα νεοπαγανιστικά της πεζογραφήματα με το ψευδώνυμο Max Rives. Προσελκύει το ενδιαφέρον του Anatole France (όπως άλλωστε και ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος, ο οποίος εν τέλει έγραψε απευθείας στα γαλλικά ως  Nicolas Ségur). Στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύονται κείμενα του Hippolyte Taine, ενώ στον κύκλο της Revue bleue βρίσκονται ο μάγος και γητευτής συγγραφέας Joséphin Péladan, ιδρυτής του μυστικού Τάγματος των Ροδόσταυρων, αλλά και ο Charles Maurras, πρόδρομος του φασισμού. Δεν γνωρίζουμε αν η Ψύχα μυείται στον γαλλικό μυστικισμό ή αν ανήκε στα μυθικά τάγματα των Παλλαδιστών, της θρυλούμενης παγανιστικής οργάνωσης που ξεκίνησε ως δημοσιογραφική φάρσα. Μήπως υπήρξε μέλος του περίφημου Salon de la Rose + Croix, με τις μυσταγωγικές λογοτεχνικές – μεταφυσικές τελετές του; Πάντως και η ίδια η Ψύχα στα πεζογραφήματά της χρησιμοποιεί τα σύμβολα που υπέδειξε ψευδώς ο Λεό Ταξίλ ως μέρος των τελετών που υποτίθεται πως ανέλυσε στα έργα του. Με το γαλλόφωνο έργο της, φαίνεται πως η Ψύχα προσήλκυσε το ενδιαφέρον των Γάλλων αναγνωστών. Τίτλος του έργου της Ειδωλολατρικά Όνειρα. Η μεταθανάτια συλλογή που επιχειρούμε να ανασυνθέσουμε έχει τον δικό της ρυθμό και ύφος. Νεορομαντικό, ντεκανταντίστικο με πλήθος αρχαιογνωστικών αναφορών. Τα πεζά τραγούδια που περιλαμβάνει η συλλογή ξαναδημοσιεύτηκαν στα γαλλικά με τον θάνατό της, και το όνομά της αυτή τη φορά, στα τέλη του 1907 στην επιθεώρηση Revue de Paris. Φρονούμε πως ανήκουν στο ρεύμα της Ντεκαντάνς και του Αισθητισμού, καθώς εμπλέκονται με την αρχαιότητα, χρησιμοποιούν τα έργα τέχνης όπως ο Joris-Karl Huysmans και ο Oscar Wilde, αρέσκονται στην περιγραφή και αφηγούνται περιγράφοντας. Πηγές των πεζών της Ψύχα είναι η αρχαία ελληνική μυθολογία. Η απιστία που δείχνει προς την μυθολογία, φρονούμε πως τα κάνει ενδιαφέροντα. Από την άλλη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος αυτών γράφονται σε πρώτο πρόσωπο, θα μπορούσε κανείς να εύρει στα γραπτά μυθολογίζουσες σελίδες ημερολογίου. 

Τα πεζά τούτα τραγούδια της Ψύχα, γράφονται με ένα λοξό, διαφωτιστικό βλέμμα προς την αρχαία ελληνική θρησκεία και πραγματικότητα. Στο Παρίσι, η Κατίνα Ψύχα δείχνει να ενστερνίζεται (αφηγηματικά τουλάχιστον) την παγανιστική αντίληψη της ζωής, την φυσιολατρία και την ελευθερία που της έδινε η φύση. Επίσης, ο απροσδόκητος και γρήγορος θάνατός της το 1907, μας ωθεί σε εκείνα τα μοτίβα της παρακμής και των καταραμένων καλλιτεχνών. Το 1904 η Καλλιρρόη Παρρέν δημοσιεύει στην Εφημερίδα των Κυριών το πρώτο έργο της Ψύχα σε νεοελληνική μετάφραση, με τίτλο “Ο Έρως και η Ψυχή”. Μετά τον θάνατό της, τα έργα της Ψύχα μεταφράζονται ως επί το πλείστον από την Αιγιώτισσα Ροδόπη Ροδοπούλου, μέλος της Μανδολινάτας και αδερφής του Μ. Καραγάτση. Η Ροδοπούλου ήταν 18 χρόνια μεγαλύτερη από τον αδερφό της, γεννηθείσα το 1890. Πρωτοεμφανίζεται το 1900 στα γράμματα, 11 ετών, στην Διάπλαση των Παίδων. Αργότερα πανδρεύεται τον Διευθυντή της Αβερωφείου Γεωργικής Πρακτικής Σχολής Λαρίσης, Φιλοποίμενα Τζουλιάδη. Δέκα χρόνια μετά την εμφάνιση στη Διάπλασι, ετών 21 μεταφράζει την πρόωρα χαμένη φίλη της, Κατίνα Ψύχα. Πιθανολογούμε πως και οι ανυπόγραφες μεταφράσεις που ανθολογούνται εδώ είναι επίσης της Ροδόπης Ροδοπούλου. Για την Ροδοπούλου – Τζουλιάδου, γνωρίζουμε πως πιθανόν αργότερα στην αισθαντική ζωή της έπασχε από ψυχασθένεια, πέθανε δε το 1937, δύο χρόνια πριν τον πατέρα της, καθώς ο ίδιος ο Μ. Καραγάτσης στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν περιέγραψε τον θάνατό της, της μυθιστορηματοποιημένης “κυρίας Διευθυντού”  ή της “Αγγέλας” στον Μεγάλο ύπνο: 

«Κ’ έτσι πέθανε η Αγγέλα το πρωί εκείνο του Σεπτεμβρίου, το απαλό και γλυκύτατο, το γεμάτο χρώματα και πνοές από μουσκεμένο πεύκο […]. Κ’ ήταν όμορφη… Είχε την αξεπέραστη ομορφιά που μόνον σε κεφάλια κάποιων πεθαμένων συναπαντιέται. Μόνο το χείλι της είχε τραβηχτεί, λες και μόρφαζε από καλόγουστη αηδία. Ήταν πάντα πολύ λεπτός άνθρωπος…» Ενώ νωρίτερα γράφει αφιερώνοντας ο Μ. Καραγάτσης το 1933, σε χειρόγραφη σημείωση «Στο Φιλοποίμενα και στην Ροδόπη και να με συγχωρούν αν τους κακομεταχειρίζουμε λιγάκι σ’ αφτές τις σελίδες. Δημητράκης».

Η ανωτέρω πληροφορία και φωτογραφία προέρχεται από το Αρχείο Γ. Τζουλιάδη

Όταν πέθανε η Κατίνα Ψύχα, ενδεχομένως εξίσου άτυχη με τη μεταφράστριά της, η Καλλιρρόη Παρρέν την θρήνησε, ενώ και ο Κωστής Παλαμάς δημοσίευσε ένα πολύ συγκινητικό κείμενο για εκείνη. Στα ελληνικά γράμματα έγινε γνωστή αφού είχε διανύσει μία πορεία στο Παρίσι. Καθώς η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μία έρευνα εν εξελίξει, και νέα στοιχεία θα έρχονται στο φως, ας συγχωρεθούν τυχόν αβλεψίες. Είναι αποτέλεσμα του ενθουσιασμού που φέρνει μία ωραία γραφή όπως εκείνη της Κατίνας Ψύχα. Πρώτον θα σχολιάσουμε όσα πεζογραφήματα εντοπίσαμε και δημοσιεύθηκαν σε ελληνική μετάφραση, πριν και μετά τον θάνατό της. Στη συνέχεια, θα σχολιάσουμε τα υπόλοιπα πεζά τραγούδια των Ειδωλολατρικών Ονείρων όπως δημοσιεύθηκαν στα γαλλικά, αρχικώς με το ψευδώνυμο Max Rives και στη συνέχεια με το αληθινό ονοματεπώνυμο της συγγραφέως.

Ως προς την ειδολογική κατάταξη των κειμένων, προτείνουμε να καταταχθούν εν μέρει στο ρεύμα του νεοελληνικού Αισθητισμού και εν μέρει στο ρεύμα της νεοελληνικής Ντεκαντάνς. Από την μία, η καλλιέπεια, η ωραιολογία αλλά και η ωραιολατρεία, το υψηλό ύφος, η μεικτή φύση (προσωπική γραφή σε συνδυασμό με εκ του μηδενός μυθογραφία) και η αποφθεγματική γραφή των Ειδωλολατρικών Ονείρων θα αρκούσαν για να θεωρηθούν αισθητιστικά πεζοτράγουδα. Από την άλλη, η προγραμματική αρχαιολογία, η εμμονή στις περιγραφές, ο προσωπικός τόνος και οι σταθερές εικόνες καταστροφής και διπόλων (θάνατος – ζωή) και άλλα θα μπορούσαν να οροθετήσουν τα κείμενα ως ντεκανταντίστικα. Ειδικά δε αν ληφθεί υπόψη και ο βίος της οικογένειάς της, η πτώση των πρότερα εύρωστων από την άρχουσα στην μεταναστεύουσα τάξη, οδηγεί σε μία ανάγνωση στο πλαίσιο της Ντεκαντάνς. Εφαρμόζοντας την μέθοδο του Κριτικού ως Δημιουργού που εισηγήθηκε στο ομώνυμο δοκίμιό του ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Ψύχα ασκεί κριτική στην μυθολογία αναδημιουργώντας την δική της.

1904 Ο Έρως και η Ψυχή

Υλικό του πρώτου πεζογραφήματος, ο κλασικός μύθος του Απουλήιου για τον γάμο του Έρωτα και της Ψυχής. Ο αφηγητής δείχνει να είναι άρρεν, πεπαιδευμένος φιλόσοφος. Αναζητεί την Ψυχή ή την αθανασία αυτής. Αποστρέφεται τον έρωτα, τον φοβάται, ενώ λατρεύει διακαώς την Αθηνά και την σοφία αυτής. Μία μάλλον μανιχαϊστική αντίληψη της γνώσης, οδηγεί τούτον τον της απροσδιορίστου αρχαιότητος νέο μακριά από τις ηδονές. Αλλά καταλήγει ηδονοβλεψίας, να παρατηρεί την ένωση του Έρωτος και της Ψυχής στο Παλάτι της Ηδονής. Επίσης, ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως μία αποστροφή του πεζού θυμίζει έντονα τις εναρκτήριες γραμμές της Λολίτας (1955) του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ:
“Lolita, light of my life, fire of my loins. My sin, my soul. Lo-lee-ta: the tip of the tongue taking a trip of three steps down the palate to tap, at three, on the teeth. Lo. Lee. Ta.”

‘ναι, ήτο πράγματι ἐκείνη, ὁ αἰώνιος πόθος μοῦ, ἢ ἐλπίς τῆς νεότητος μοῦ, τὸ ὄνειρον τοῦ βίου μοῦ. 

Ἦτο ὀλιγώτερον λεπτὴ ἀπ’ ὅ,τι μᾶς τὴν περιέγραψαν, πλειοτέρα εὐθυμία έλαμπεν  εἰς  τοὺς ὀφθαλμούς τῆς καὶ ἐμειδία  εἰς  τὸν ἐραστήν τῆς μὲ χείλη ερυθρότερα.”
Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε καθόλου αν η Ψύχα μελετά το έργο στο λατινικό πρωτότυπο, στα γαλλικά ή αν διαβάζει κάποια διασκευή. Το ενδιαφέρον στην παρούσα αντανάκλαση του μύθου του Έρωτος και της Ψυχής, είναι πως η Ψύχα επιλέγει να αναπλάσει τον μύθο με τρεις διαφορετικές μεθόδους του Gérard Genette, όπως διατυπώθηκαν στα Παλίμψηστα στο ίδιο σύντομο κείμενο: Μεταϋφολόγηση, Συμπύκνωση και Προέκταση. Δηλαδή, δημιουργεί έναν άρρενα αφηγητή, ο οποίος αρχικώς φοβάται τον έρωτα, επιθυμεί την μελέτη και την Αθηνά, δηλαδή την σοφία και την παρθενία. Την Ψυχή αυτή καθ’ αυτή. Δηλαδή, ο ομοδιηγητικός άνδρας αφηγητής της εμπλέκεται στην μυθολογία, γίνεται ο ίδιος μέρος της ιστορίας του Απουλήιου. Θεάται την ιστορία του Έρωτος και της Ψυχής, αλλά την Ψυχή επιθυμεί και τον Έρωτα απωθεί. Αναζητεί την Ψυχή στα σχολεία όπου δίδασκε ο Πλάτωνας, περιφέρεται στο αττικό τοπίο όπως περιγράφεται στον Φαίδρο αλλά τελικά καταλήγει ηδονοβλεψίας, στα ξένα, να παρατηρεί την παράδοση της Ψυχής στον ίδιο τον Έρωτα που ως νέος απωθούσε. 

Όπως προείπαμε, δεν γνωρίζουμε αν η Ψύχα μελετούσε τις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου. Η μετάφραση που φαίνεται να ήταν κοντά στην πληρέστερη στα νέα ελληνικά δείχνει να γίνεται μετά τον θάνατο της Ψύχα, στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας, ανωνύμως το 1927. Παρόλα ταύτα, οι αναφορές στον Πλάτωνα και το νερό που έπινε ο φιλόσοφος φέρνουν στο νου την σκηνή από τον Φαίδρο 228d-229c, όπου ο Σωκράτης βρέχει τα πόδια του στον Ιλισσό. Να γνωρίζει η Ψύχα πως ο Απουλήιος γράφει στα πλαίσια μίας νεοπλατωνικής φιλοσοφίας; Μόνον πιθανολογίες μπορούμε να κάνουμε. Ωστόσο, αυτή η συγκεχυμένη πληροφορία που μας δίνει η συγγραφέας δεν αναιρεί τις στρατηγικές σαγήνης που επιχειρεί, οι οποίες κατά τη γνώμη μας, είναι εύστοχες και καλλιεπείς.

1905 Η Λήθη

Στο δεύτερο πεζό τραγούδι από την συλλογή Ειδωλολατρικά Όνειρα (Rêves Païens) η αφηγήτρια είναι γυναίκα. Μία κόρη θεών γίνεται σύζυγος θνητού. Μία από τον κόσμο των Αθανάτων εκπίπτει στον κόσμο των θνητών. Η μητέρα αυτή χηρεύει και μένει με την κόρη της, ενώ μελαγχολεί πως η κόρη της θα βιώσει και εκείνη, ως ο πατέρας της, τον θάνατο. Το τίμημα της μείξης αθανασίας και θνητότητας, για την αφηγήτρια, μπορεί να λυθεί μόνον με την κατάδυση στον Ιερό ποταμό της Λήθης. Η Λήθη ήταν ποτάμι της κοιλάδας του Άδη, γνωστό και ως Αμελής ποταμός κατά τον Πλάτωνα. Η Λήθη αναφέρεται και στα Γεωργικά του Βιργιλίου, Βιβλίο Πρώτο, στίχοι 76-77:

Urit enim lini campum seges, urit avenae,

urunt Lethaeo perfusa papavera somno:

Καίνε κ’ οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ΄ οι παπαρούνες

Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες

Οι σκιές των νεκρών οφείλουν να πιούν από το νερό προκειμένου να ξεχάσουν τους ζωντανούς, καθώς βαίνουν προς τον Κάτω Κόσμο. Η Λήθη αναφέρεται και από τον Λυρικό Σιμωνίδη (απόσπασμα 67) και στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου του Ρόδιου 1.642: 

οὐδ’ ἔτι νῦν περ ἀποιχομένου Ἀχέροντος

δίνας ἀπροφάτους ψυχὴν ἐπιδέδρομε λήθη·

Μαζί μ’ αυτό του είχε χαρίσει και αθάνατο μνημονικό για όλα, 

που αν και κατέβηκε από τη φοβερή την πύλη στο ρέμα του Αχέροντα, 

η λησμονιά δεν κάθισε στην ψυχή του

Τέλος, το κείμενο της Ψύχα δείχνει να συνδιαλέγεται με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί και στο περίφημο ομώνυμο σονέτο του ο Λορέντζος Μαβίλης Λήθη γραμμένο τον Μάη του 1896 και πρωτοδημοσιευμένο στο περιοδικό Τέχνη τον Φεβρουάριο του 1899

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε

την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι·

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Εμφανής είναι η αριστοκρατική αντίληψη της συγγραφέως, αν και συμμετείχε σε περιοδικά με προοδευτικό και εν μέρει σοσιαλιστικό πρόσημο. Η ένωση θνητών και αθανάτων έχει τις ποινές της, πέραν του θανάτου, επιφέρει και την θλίψη. Μόνη λύση έναντι της θλίψεως είναι να λησμονήσει η κόρη της αφηγήτριας την εν μέρει θεϊκή της φύση και να αποδεχθεί την θνητότητα. Ταυτοχρόνως, βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει πως θίγεται πλαγίως το ταξικό ζήτημα ενώσεως πλουσίων και φτωχών ανθρώπων, ενδεχομένως. Δηλαδή, σε μία πιο αυτοβιογραφική ανάγνωση, η Λήθη την οποία καλείται να βιώσει η θυγάτηρ της αφηγήτριας είναι η λήθη έναντι της οικονομικής ευημερίας που ακολούθησε την καταστροφή και πτώση του οίκου των Ψύχα. Η οικονομική καταστροφή του Στέφανου Ψύχα έρχεται μετά την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, την διαμάχη του εργολάβου με το δημόσιο και την πτώχευση του 1893, σχετικώς παράλληλα με την συντριβή στον Ατυχή Πόλεμο του 1897 με την Τουρκία Έτσι, όμως, θα παραλείπαμε κάθε μυθολογικό υπόστρωμα στο πεζοτράγουδο και θα το διαβάζαμε ως φύλλο ημερολογίου. 

1905 Ο Όλυμπος

Στο τρίτο πεζό τραγούδι σχολιάζει με αλληγορικό τρόπο τη ματαιόδοξη επιθυμία του ανθρώπου να προσεγγίσει τον κόσμο των θεών. Ο συγκερασμός των θεών, η σύμπλευση των λατρειών και η μυστηριακή γραφή στο πεζοτράγουδο έχει ενδιαφέρον. Η Παρθένος Άρτεμις και το κάλλος της έρχονται στη μνήμη του αφηγητή όταν θεάται τις ακτίνες της Σελήνης “ἐπαφροδίτως” να στολίζουν τους βράχους. Δηλαδή τρεις αρχαίες θεότητες, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Σελήνη ενώνονται στην σκέψη του αφηγητή, ενδεχομένως υπονοώντας την τρίμορφη Εκάτη που συνλαυτρευόταν με την Εφεσία Αρτέμιδα. Η καρδιά του αφηγητή φρίσσει στην ανάμνηση της θεϊκής μορφής του τοπίου. Πάντως το επίρρημα ““ἐπαφροδίτως” το συναντάμε στο Συμπόσιο 8.15 του Ξενοφώντος.

Ο θνητός επιθυμεί να γνωρίσει, να ατενίσει έστω και για μία στιγμή τον κόσμο των Αθανάτων και τα μυστήριά του. Αλλά γνωρίζει ότι η επιθυμία του αυτή μπορεί να αποβεί μοιραία. Ο χρησμός λέγει με σαφήνεια ότι δεν είναι απροσπέλαστοι οι κορυφές του Ολύμπου, αλλά ο θνητός που θα τις γνωρίσει θα καταλήξει ο πιο αξιοθρήνητος των θνητών. Με άγνοια ή και με γνώση κινδύνου την οποία περιφορονεί, ο άρρεν αφηγητής κινά για το δύσκολο ταξίδι. Μα λίγο πριν φθάσει, το γένος του αλλάζει: ταπεινοῦσα (en baissant les yeux στο πρωτότυπο) το βλέμμα ώσπου να ξαναλλάξει στο τέλος του πεζού: «Εἶμαι τῶν θνητῶν ὁ μᾶλλον ἀξιοθρήνητος.» Στα γαλλικά αυτές οι εναλλαγές γένους δεν καθίστανται τόσον σαφείς, όπως φαίνεται και από το κείμενο παρακάτω. Αλλά στο ελληνικό θα επέτρεπαν μία εύρεση ερμαφροδιτισμού. Άλλωστε, όταν δημοσιεύεται ο Όλυμπος στα ελληνικά η Κατίνα Ψύχα ζει ακόμη.

Μολαταύτα, ο χρησμός που παρατίθεται δείχνει να είναι αποκύημα της δημιουργικής φαντασίας της. Παρότι υπάρχει στην αρχαία μυθολογία η γενική αντίληψη πως οι θνητοί δεν δύνανται να φθάνουν στο σπίτι των θεών, χρησμό δεν βρήκαμε αντίστοιχο. Στην Βιβλιοθήκη του Ψευδο-Απολλωδώρου μαθαίνουμε πως ο Βασιλεύς της Θεσσαλίας Ιξίων ερωτεύθηκε την Ήρα. Ο Ζευς τον είχε πρώτα δεχθεί στο τραπέζι των Θεών προκειμένου να τον σώσει από τους διώκτες του, αλλά ο Ιξίων έδειξε ύβρι:

ὅτι ὁ Ἰξίων Ἥρας ἐρασθεὶς ἐπεχείρει βιάζεσθαι, καὶ προσαγγειλάσης τῆς Ἥρας γνῶναι θέλων ὁ Ζεύς, εἰ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, νεφέλην ἐξεικάσας Ἥρᾳ παρέκλινεν αὐτῷ: καὶ καυχώμενον ὡς Ἥρᾳ μιγέντα ἐνέδησε τροχῷ, ὑφ᾽ οὗ φερόμενος διὰ πνευμάτων ἐν αἰθέρι ταύτην τίνει δίκην. νεφέλη δὲ ἐξ Ἰξίονος ἐγέννησε Κένταυρον.

Ο ίδιος μύθος συνοπτικά αποδίδεται από τον Οβίδιο στις Metamorphoses 4.461. Επίσης μια άλλη εκδοχή αναβάσεως στον Όλυμπο είναι εκείνη του Βελλεροφόντη, ο οποίος (Ψευδο-Υγίνους Astronomica 2. 18) αποπειρώμενος να φθάσει στον Όλυμπο, σταματά να κοιτάξει πίσω τη γη, τρομοκρατείται και πεθαίνει πίπτων. Αλλά η Ψύχα δεν δίδει στοιχεία για την ταυότητα του παραβάτη που επιθυμεί να γνωρίσει τα μυστήρια και τον οίκο των Θεών. Και πάλι, ο αποκαλυπτικός της λόγος δεν δίδει λύση στα μυστήρια. Αναζητώντας και με παράφορη καρδιά, το αφηγηματικό εγώ ως τελικό θέαμα παρατηρεί το απόλυτο τίποτα ή απλώς μία εικόνα της φύσεως: 

“Ἡ ψυχρὰ χιὼν ἐκάλυπτε τοὺς βράχους. Ὁ Όλυμπος ἦτο ἔρημος.” 

Οι Θεοί είτε έχουν πεθάνει, επομένως έχουμε μία Νιτσεϊκή επιρροή, είτε δεν υπάρχουν, άρα βρισκόμαστε στο πλαίσιο της αθεΐας, είτε ταυτίζονται με το χιόνι, οπότε πρόκειται για λατρεία της φύσεως. Εξ ου και η αιώνια θλίψη στην οποία βυθίζεται ο αφηγητής, η άρνησή του να απαντήσει ο,τιδήποτε κάθε που τον ερωτούν. 

1908 Ο Θάνατος της Πυθίας

Το τέταρτο πεζό τραγούδι (διήγημα ενδεχομένως λόγω μεγέθους;) που κυκλοφόρησε στα ελληνικά πραγματεύεται τον θάνατο της Πυθίας και τον χρησμό που έδωκε εκείνη στους Αθηναίους, κατά την επέλαση του Φιλίππου του Μακεδόνος. Ο Φίλιππος ο Β΄ είχε ήδη εξασφαλίσει την ισχύ του στον Ελλαδικό χώρο, πριν την Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. Ο Τρίτος Ιερός Πόλεμος είχε λήξει με τη νίκη του Φιλίππου και την συμμετοχή της Μακεδονίας στην Αμφικτυονία. Ως και το προνόμιο της Προμαντείας, δηλαδή της προτεραιότητας πόλεων σε αναμονή για τον χρησμό, που κρατούσαν οι Αθηναίοι για χρόνια, το είχε κλέψει πια ο Φίλιππος. Η Φιλοκράτειος Ειρήνη των Μακεδόνων με την Αθήνα θεωρείτο εξευτελιστική για τους λάτρεις του παλαιότερου αθηναϊκού μεγαλείου, όπως ο ρήτωρ Δημοσθένης, γνωστός για τους παθιασμένους Φιλιππικούς λόγους του. Ωστόσο, οι ισορροπίες έδειχναν πως οι Μακεδόνες θα επικρατούσαν. Συνασπισμένοι παρόλα αυτά οι Αθηναίοι μαζί με τους Θηβαίους, τους Κορινθίους, τους Μεγαρείς και τους Αχαιούς πολέμησαν με τους Μακεδόνες και ηττήθηκαν κατά κράτος. Ο Πλούταρχος αναφέρεται και στον Ιερό Λόχο, του οποίου ο Αλέξανδρος ο Μέγας πρώτος διέσπασε τις δυνάμεις.

Παρά το έντονο ιστορικό περικείμενο, ωστόσο, το πεζό της Ψύχα αναφέρεται σε αποστολή των Αθηναίων στους Δελφούς προκειμένου να ζητήσουν τις συμβουλές του Μαντείου για την αντίσταση τους απέναντι στους επελαύνοντες βορείους που ο Δημοσθένης θεωρούσε βαρβάρους. Από την άλλη, σύμφωνα με τον Παυσανία, στην περίπτωση μίας άλλης συντριπτικής ήττας των Αθηναίων, από τους Λακεδαίμονες στη Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ., με την λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η απάντηση του Μαντείου, πλαστή ή εκ των υστέρων, φέρεται πως ήταν:

“καὶ γὰρ Ἀθηναίοισιν ἐπέρχεται ἄγριος ὄμβρος

ἡγεμόνων κακότητι, παραιφασίη δέ τις ἔσται

ἥττης: οὐ λήσουσι πόλιν, τίσουσι δὲ ποινήν.”

Και πάλι από τον Πλούταρχο, γνωρίζουμε πως ο Φίλιππος ο Μακεδών απευθύνθηκε στο Μαντείο. Να απευθύνθηκαν και οι Αθηναίοι θα ήταν εύλογο, αλλά δεν υπάρχει καταγεγραμμένος χρησμός. Εκεί αναλαμβάνει η Ψύχα και γράφει την ιστορία της. 

Η περιγραφή που κάνει η Ψύχα του Μαντείου μοιάζει επηρεασμένη από τις περιγραφές του Πλουτάρχου στα “δελφικά” έργα του. Ακόμη, η απεύθυνση προς τους Αθηναίους δείχνει να απηχεί τον θρυλικά αποκαλούμενο τελευταίο χρησμό του Μαντείου, που υποτίθεται πως δόθηκε στον Εθνικό Αυτοκράτορα που προσπάθησε να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία, Ιουλιανό τον αποκαλούμενο και Παραβάτη:

Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, 

οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην, 

οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.

Αντιστοίχως, γράφει η Ψύχα πως “Ἔξαφνα μεταξύ τῶν χρυσῶν δοχείων, τὰ ὁποία κοσμοῦν τὸ κατώφλιον ἐπιφαίνεται ἡ προφήτις. Ἀρπάζει ἕνα κλάδον δάφνης ἀπὸ τὸ ἀγιασμένον ὕδωρ καὶ ὁρμᾶ ἕξω. Κατάπληκτοι οἱ ’Αθηναῖοι τὴν παρακολουθοῦν… Ὤ σύ, τὸν ὁποῖον λατρεύουν ἐδῶ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἤμην ἀφιερωμένη, θεὲ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς λύρας, ὧ ἔνδοξε ’Απόλλων, ἐκεί ποῦ ἐβασίλευες, ἔγεινε τώρα ἀπόλυτος σιγή. Εἰς τὸ σκοτεινόν καὶ μυστηριώδες σπήλαιον, ἡ ἱερὰ Παρθένος, ἡ μεγάλη Σίβυλλα τῆς Κύμης μένει ἄφωνος.”

Και στο κείμενο του Κεδρηνού και στο κείμενο της Ψύχα χρησιμοποιούνται τα ίδια δελφικά σύμβολα, ενώ η εικόνα της παρακμής του μαντείου ως ιερού χώρου είναι έντονη. Απλώς η Ψύχα φαίνεται να δημιουργεί μία εκτός χρόνου αφήγηση, καθώς η Πυθία της προλέγει τα μελλούμενα “Τὸ ἄγαλμά σου θὰ κρημνισθῇ. Οἱ κάτοικοι τῆς χλοερᾶς Τήνου καὶ τῆς ἀγόνου Μυκόνου θὰ κτίσουν τὰς προσκαίρους κατοικίας των μὲ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ σου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζες αἰώνιον, καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἔλθῃ πλέον εἰς τὴν ἱερὰν γῆν, τὴν γῆν τὴν κατηραμένην, τῆς ὁποίας τὸ χῶμα δὲν ἀνεμίχθη ποτὲ μὲ τὴν τέφραν τῶν νεκρῶν.” 

Ο συγκεκριμένος χρησμός, που υποτίθεται πως δόθηκε στον Ιουλιανό τον Παραβάτη, είχε βεβαίως επηρεάσει και καθαυτό αισθητιστές της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως ο Παύλος Νιρβάνας στο τρίπτυχο Μυκήναι – Ακρόπολις – Ολυμπία στο Απὸ τὴν φύσιν καὶ τὴν ζωῆν (1898) και στο ποίημά του Δελφοί αλλά και τον ευρωπαϊκό αισθητισμό, καθώς ο διάσημος πρώιμος ντέκαντεντ Algernon Charles Swinburne χρησιμοποιεί τον χρησμό στο ποίημά του The Last Oracle (1876).

Η αναφορά στο “«Εἰς μάτην ἀλυσσίδες ἀπὸ διαμάντια κρατοῦν καρφωμένο εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Δήλου γιγαντιαῖον ἄγαλμα” θα μπορούσε να απηχεί το αναφερόμενο από τον Θουκυδίδη ανάθημα από τον Πολυκράτη προς τον Δήλιο Απόλλωνα, ο οποίος έδεσε τη νήσο Ρήνεια το ιερό νησί του Απόλλωνος : “ἀπέχει δὲ ἡ Ῥήνεια τῆς Δήλου οὕτως ὀλίγον ὥστε Πολυκράτης ὁ Σαμίων τύραννος ἰσχύσας τινὰ χρόνον ναυτικῷ καὶ τῶν τε ἄλλων νήσων ἄρξας καὶ τὴν Ῥήνειαν ἑλὼν ἀνέθηκε τῷ Ἀπόλλωνι τῷ Δηλίῳ ἁλύσει δήσας πρὸς τὴν Δῆλον.” Το δε καρφωμένο γιγαντιαίο άγαλμα ενδέχεται να είναι εντελώς πλαστή αρχαιότητα ή να υπονοεί τον Κούρο του Απόλλωνος που βρίσκεται έως σήμερα στην γειτονική της Δήλου, Νάξο. 

Ο Απόλλων συνδέεται με τον Κύκνο ως πατέρας του και κειμενικώς και αρχαιολογικώς. Σε πρώτο επίπεδο, ο Απόλλων μεταμόρφωσε τον Κύκνο, γιο του με την θνητή Θύρια, και τον επίδοξο ερωμένο του Φύλιο, σε κύκνους. Ο Κύκνος είχε αυτοκτονήσει απογοητευμένος μετά την άρνηση του Φύλιου να υποταχθεί ερωτικώς στον Κύκνο. Στον πλατωνικό Φαίδωνα 85 ο Σωκράτης δίδει μία διαφορετική ερμηνεία για το κύκνειο άσμα, θεωρώντας πως δεν πρόκειται για θρηνητικό τραγούδι, αλλά για μαντικό άσμα, το οποίο ο άνθρωπος θα καλείτο να ερμηνεύσει:

οἱ δ᾽ ἄνθρωποι διὰ τὸ αὑτῶν δέος τοῦ θανάτου καὶ τῶν κύκνων καταψεύδονται, καί φασιν αὐτοὺς θρηνοῦντας τὸν θάνατον ὑπὸ λύπης ἐξᾴδειν, καὶ οὐ λογίζονται ὅτι οὐδὲν ὄρνεον ᾁδει ὅταν πεινῇ ἢ ῥιγῷ ἤ τινα ἄλλην λύπην λυπῆται, οὐδὲ αὐτὴ ἥ τε ἀηδὼν καὶ χελιδὼν καὶ ὁ ἔποψ, ἃ δή φασι διὰ λύπην θρηνοῦντα ᾁδειν. ἀλλ᾽ οὔτε ταῦτά μοι φαίνεται [85β] λυπούμενα ᾁδειν οὔτε οἱ κύκνοι, ἀλλ᾽ ἅτε οἶμαι τοῦ Ἀπόλλωνος ὄντες, μαντικοί τέ εἰσι καὶ προειδότες τὰ ἐν Ἅιδου ἀγαθὰ ᾁδουσι καὶ τέρπονται ἐκείνην τὴν ἡμέραν διαφερόντως ἢ ἐν τῷ ἔμπροσθεν χρόνῳ. ἐγὼ δὲ καὶ αὐτὸς ἡγοῦμαι ὁμόδουλός τε εἶναι τῶν κύκνων καὶ ἱερὸς τοῦ αὐτοῦ θεοῦ, καὶ οὐ χεῖρον ἐκείνων τὴν μαντικὴν ἔχειν παρὰ τοῦ δεσπότου, οὐδὲ δυσθυμότερον αὐτῶν τοῦ βίου ἀπαλλάττεσθαι. ἀλλὰ τούτου γ᾽ ἕνεκα λέγειν τε χρὴ καὶ ἐρωτᾶν ὅτι ἂν βούλησθε, ἕως ἂν Ἀθηναίων ἐῶσιν ἄνδρες ἕνδεκα.

Αρχαιολογικά, υπάρχει ένας πολύ όμορφος κρατήρας (British Museum, London περισσότερα από τον Beazley, J.D., Attic Red-Figure Vase-Painters, 2nd edition (Oxford, 1963): 1410.6, που αποδίδει το έργο στον Μελέαγρο) ο οποίος απεικονίζει τον Απόλλωνα πάνω στον Κύκνο, αφού τον έχει μεταμορφώσει σε πτηνό και ενώ ανταγωνίζεται με τον Μαρσύα, πριν τον συντρίψει.

Επίσης, κειμενικώς ο Απόλλων, εκτός από Λύκειος λόγω της Λυκίας ή Λύκειος λόγω του φωτός, συνδέεται και με τον λύκο μυθολογικώς. Ο Πλούταρχος (ή Ψευδοπλούταρχος) στο De sollertia animalium αναφέρει: ‘ὥσπερ ὁ Ἀπόλλων ‘‘λυκοκτόνος’’ οὐδὲ ‘‘τριγλοβόλος’’, ὥσπερ ‘‘ἐλαφηβόλος’’ ἡ Ἄρτεμις λέγεσθαι.’’

Plutarch Moralia? Friedrich Dürrenmatt’s Story “Das Sterben der Pythia”: Farewell to Theatre and a Return to Fiction and Essays?

1909 Αι Σειρήνες

Το συγκεκριμένο αφήγημα παρουσίαζεται σε δύο εκδοχές, πράγμα που μας κάνει να πιστεύουμε πως το επεξεργάστηκε εκ νέου η Ψύχα πριν τον θάνατό της. Αλλιώς, οι εκδοχές αποτελούν αποκύημα της μεταφράστριας της Ψύχα. Η πρώτη εκδοχή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα των Κυριών δεν ακολουθείται το γαλλικό κείμενο απολύτως. Εδώ δύο ναύτες, ο νέος και δυνατός Χαννών και ο σύντροφός του, ο φρόνιμος Κριτίας, πλέουν μία μυστηριακή νυχτερινή πλεύση. Ο Κριτίας συμβουλεύει τον άμυαλο νέο να αποφύγει το τραγούδι των Σειρήνων και να προστατευθεί. Ο ίδιος είναι δεμένος στο άλμπουρο. Αίφνης οι Σειρήνες αρχίζουν το θανάσιμο τραγούδι των και προσκαλούν τον Χαννών “εις υπερτάτην χαράν, εις όλας τας ηδονάς της σαρκός, εις όλας τας εκστάσεις της ψυχής”. Ο νέος μαίνεται, ακούει το άσμα και χάνεται στα κύματα. Ο σοφός γέρων επιβιώνει δεμένος και επιστρέφει στην πατρίδα του, τον Πόρο, και στην πιστή “γυναικούλα” του και τα παιδιά του. Μα τις νύχτες, στα όνειρα (τα Ειδωλολατρικά όνειρα εν προκειμένω) οράται να πλέουν μορφές θείες, τραγούδια μαγικά και φωνές που καλούν και τρελλαίνουν. Κι επιθυμεί να τις ακολουθήσει, μα ξυπνά. Η αντιστροφή της ομηρικής σκηνής, όπου ο Οδυσσέας θέλει μεν να ακούσει το τραγούδι τους, αλλά  στο κατάρτι ενώπιον των Σειρήνων

1910 Λουλούδια Μαραμένα

Το επόμενο πεζογράφημα δημοσιεύεται με την προσθήκη γεωγραφικού προσδιορισμού από την μεταφράστρια Ροδοπούλου, η οποία φαίνεται πως ευρίσκεται στο Αίγιο ενώ γράφει. Πρόκειται για μία μυστηριακή εικόνα, με την υπαινικτική περιγραφή δύο ερωτευμένων γυναικών, οι οποίες “ἔσφιγγαν σ’τὸ στῆθος τους δέσμες ἀπὸ λουλούδια· ἀπ’ ὅλα τὰ λουλούδια ποῦ τραγούδησαν οἱ παληοὶ ποιηταί, ποῦ φίλησαν οἱ νέοι ἐρωτευμένοι.” Φορούν πέπλα, καθώς επιστρέφουν στο σπίτι τους η καθεμιά, ενώ τελετουργικά η μία φιλάει τα άνθη μέσα σε ένα παλιό προσευχητάρι. Βεβαίως, δεν διευκρινίζεται τι προσευχητάρι είναι αυτό, αλλά φέρνοντας στο νου την ρήση του Λορντ Άλφρεντ Ντάγκλας από τον Όσκαρ Ουάιλντ περί “The love that dare not speak its name” μπορούμε να ανιχνεύσουμε στο πεζό μερικά στοιχεία λεσβιασμού. Φαίνεται πως η μία ερωμένη κρύβεται στο σπίτι, ενώ η άλλη “ἀκολούθησε τὸ δρόμο της. Γιατὶ ἡ αὔρα ἦταν γεμάτη μυρωδιές γλυκειὲς ὅπως ᾑ ἐλπίδες.” Αυτή η αγάπη που δεν τολμά να εκστομίσει το όνομά της, είναι κατά τον Ουάιλντ “… μια τόσο μεγάλη στοργή ενός ηλικιωμένου για έναν νεότερο άνθρωπο … όπως αυτή που ο Πλάτων έκανε τη βάση της φιλοσοφίας του … Είναι αυτή η βαθιά, πνευματική στοργή που είναι τόσο αγνή όσο και τέλεια … Δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο σε εκείνην. Είναι διανοητική και υπάρχει επανειλημμένα μεταξύ ενός μεγαλύτερου και ενός νεότερου ανθρώπου, όταν ο μεγαλύτερος έχει τη διανόηση και ο νεότερος έχει μπροστά του όλη τη χαρά, την ελπίδα και την αίγλη της ζωής” Παρομοίως, αυτά τα μαραμένα λουλούδια της αφηγήτριας δεν έχουν όνομα, αλλά είναι μαγικά “Ὡραῖα, ’περήφανα, ἀγνά, ἡδυπαθῆ, πειὸ φίνα, πειὸ φλογερά, πειὸ μελαγχολικὰ ἀπὸ τὰ κρίνα, τοὺς μενεξέδες καὶ τὰ τριαντάφυλλα.” Το στοιχείο της υπερηφάνειας και της ηδυπάθειας, αόριστο μεν και περισσότερο κρυπτικό παρά σαφές, καθώς και το περπάτημα της συντρόφου που δεν πηγαίνει στο σπίτι της, δεικνύουν αλλά δεν αποδεικνύουν μία ερωτική ατμόσφαιρα εντός ντεκανταντίστικου κλίματος, καθότι τα λουλούδια είναι μαραμένα και το ερωτικό συναίσθημα φαίνεται να παρήκμασε.

1911 Χαιρετισμός στην Εύα

Ο Λέο Ταξίλ, κατά την υποτιθέμενη έρευνά του, περιγράφει τα άδυτα του Ναού της Παλλάδας : “Ένα τρίκλιτο ιερό, εντός του οποίου ευρίσκεται το τρομερό είδωλο του Μπαφομέτ, ένα δωμάτιο με ένα άγαλμα της Εύας, στο οποίο μπορεί να εμφυσήσει ζωή μία Μασόνα αδελφή του Τάγματος, καθώς το άγαλμα μεταμορφώνεται στον δαίμονα Αστάρτη και φιλά την Εκλεκτή Αφέντρα του Ναού στο στόμα.” Η εικόνα της Εύας στην γαλλική λογοτεχνία των τελών του 19ου αιώνα επαναπροσδιορίζεται, δεν είναι πλέον η αμαρτωλή Εύα που προσέφερε τον απαγορευμένο καρπό από το Δένδρο της Γνώσεως, αλλά είναι η Εύα – Σωτήρια, πρόγονος της Μαρίας. Ειδικά στο La Femme pauvre (1897) [Η πτωχή γυναίκα] του Léon Bloy, παρακολουθούμε την ιστορία μιας γυναίκας στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του 1880, τη διαφυγή της από την εξαθλίωση και την ανέχεια, την ενηλικίωσή της στην παρέα των παρισινών μποέμ και της καλλιτεχνικής ελίτ, τον τραγικό γάμο της και την πνευματική της ωρίμανση. Η γυναίκα, εν τέλει, στο έργο, μέσα από τις κακουχίες που υφίσταται, καταφέρνει να αποτελέσει τον επίγειο παράδεισο, την Εύα της παρούσας ζωής, δηλαδή την Παναγία της μετά θάνατον. Φαίνεται πως αντιλήψεις όπως αυτές συνοψίζονται στο τελετουργικό πεζό της Ψύχα που θυμίζει μία παγανιστική προσευχή.

Τέλος, στα σωζόμενα μόνο στα γαλλικά πεζά τραγούδια της Ψύχα παρατηρούμε τα παρακάτω.

Κατ’ αρχάς, τον διάλογό της με έργα τέχνης όπως τον έχει προαναγγείλει ο Diderot και αργότερα εφαρμόζει ο Lessing: “Τους ποιητές τους ξαναβρίσκουμε στους ζωγράφους και τους ζωγράφους στους ποιητές. Όσο χρήσιμο είναι να βλέπει τους πίνακες μεγάλων ζωγράφων ένας συγγραφέας, είναι και ένας καλλιτέχνης να διαβάζει τα μεγάλα έργα” Ειδικότερα στις “Δύο Αφροδίτες” όπου συγκρίνονται με βιωματικό τρόπο δύο έργα, η Nascita di Venere (1484-1486) του Sandro Botticelli με την Venere allo specchio (1555) του Tiziano Vecelli, καθώς η αφηγήτρια εισέρχεται στους πίνακες και παίζει με όσα βλέπει, μυθολογώντας εκ νέου, σε μία διακαλλιτεχνική αναπαράσταση με “αιτιακό και λογικό χαρακτήρα, ώστε να απαρτισθεί ένα όλον ισορροπημένο και συμμετρικά διαρθρωμένο”

Nascita di Venere (1484-1486) του Sandro Botticelli

Venere allo specchio (1555) του Tiziano 

Στον Γανυμήδη η Ψύχα συνδιαλέγεται με τον Ομηρικό Ύμνο Εἰς Ἀφροδίτην, στ. 200-205:

ἀγχίθεοι δὲ μάλιστα καταθνητῶν ἀνθρώπων

αἰεὶ ἀφ’ ὑμετέρης γενεῆς εἶδός τε φυήν τε.

ἦ τοι μὲν ξανθὸν Γανυμήδεα μητιέτα Ζεὺς

ἥρπασε ὃν διὰ κάλλος ἵν’ ἀθανάτοισι μετείη

καί τε Διὸς κατὰ δῶμα θεοῖς ἐπιοινοχοεύοι,

θαῦμα ἰδεῖν, πάντεσσι τετιμένος ἀθανάτοισι,

χρυσέου ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων νέκταρ ἐρυθρόν.

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, ενώ προσθέτει λεπτομέρειες όπως την ακριβή του ηλικία, τις οποίες δεν γνωρίζαμε στον ύμνο. Τέλος, θα έλεγε κανείς πως πέραν της ομοφυλοφιλικής συνυποδήλωσης, η χρήση του μύθου ως συμβόλου μίας υπεράνθρωπης ανάβασης, καθώς ο πρωτοπρόσωπος Γανυμήδης – αφηγητής μόνον χαρούμενος φαίνεται και όχι θύμα απαγωγής, προέρχεται από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία. Μόλις μετά την Αναγέννηση αυτό το σύμβολο θεϊκής έκστασης και η αντίληψη πως ο άρρεν ομοερωτισμός είναι μία υπέρτερη μορφή πάθους υποχωρούν. Η Ψύχα φαίνεται να το αναγνωρίζει αυτό και το εγκολπώνει στην αφήγησή της, μέσα σε ένα κλίμα ψυχικής ευφορίας.

Στην Λήθη η αφήγηση είναι και πάλι πρωτοπρόσωπη. Ως θεότητα η Λήθη αναφέρεται στην Θεογονία, 227 του Ησιόδου. Αλλά στην αφήγηση ομιλεί μία μη ονομαζόμενη θεά, της οποίας η κόρη επιλέγει να ενωθεί με έναν θνητό. Το σύστημα που περιγράφεται και η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι ησιόδεια, ενώ υφίσταται μία αριστοκρατική αντίληψη περί αδυνάτου της ενώσεως θεών και ανθρώπων. Θα μπορούσε κανείς να διαβλέψει την προσωπική καταγωγή της συγγραφέως στο πεζό.

Στο Πέπλο του φωτός δεν μπορέσαμε να αναγνωρίσουμε κάποια αρχαιογνωστική πηγή, ωστόσο ο Απόλλων πράγματι στους Ομηρικούς και στους Ορφικούς Ύμνους συνδέεται με τον χρυσό, τα φασκιά του, το κλειδί έως και η λύρα του αποκαλούνται χρυσά: 

περὶ δὲ χρύσεον στρόφον ἧκαν.

οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ἀπόλλωνα χρυσάορα θήσατο μήτηρ

Ίσως σε αυτή τη φασκιά να αναφέρεται και το ευρηματικό πεζό με την τελετουργική επανάληψη της εντολής από την Ιέρεια “Κοίτα! – Regarde!”. Σε αυτή την πρώτη σειρά δημοσίευσης Παγανιστικών Ονείρων, αξίζει να σημειώσουμε πως η τολμηρότητα και η ευφρόσυνη διάθεση ενδεχομένως να οφείλονται και στην επιλογή της Ψύχα να τα δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο “Max Rives”.

Η Δεύτερη σειρά Παγανιστικών Ονείρων  έρχεται έξι μήνες αργότερα, στο τέλος του Ιουλίου του 1904. Εδώ η σειρά είναι επίσης ευρηματική. Πρόκειται για σπαράγματα ερωτικών επιστολών μίας ορκισμένης Παρθένου Εστιάδος. Οι Εστιάδες Παρθένοι αποτελούσαν ένα παγανιστικό μοναστικό τάγμα, οι γυναίκες του οποίου ήσαν ιέρειες του Εστίας – Vesta. Στην ρωμαϊκή μυθολογία, ο Ρωμύλος και ο Ρώμος αποτελούσαν καρπό του βιασμού μίας Εστιάδος Παρθένου, της Ρέας Σύλβιας, από τον Άρη – Mars. Είναι αρκετά τολμηρή η επιλογή της Ψύχα να φτιάξει έναν ηδυπαθή χαρακτήρα όπως η ανώνυμη επιστολογράφος, αλλά το επιστολιμαίο μυθιστόρημα έχει ήδη παράδοση το 1904 στην γαλλική λογοτεχνία. Το ύφος εδώ θυμίζει τις Εξομολογήσεις του Αγίου Αυγουστίνου, αλλά και τις Ηρωίδες του Οβιδίου, ο συνδυασμός ιερού και ανίερου όμως είναι μία πρωτοπορία της Ψύχα στο συγκεκριμένο θέμα. Η μικρή φόρμα την οποία επιλέγει καταφέρνει παρά την συντομία της να καταδείξει τις εναλλαγές της διάθεσης της αφηγήτριας, την απελπισία της αλλά και τον προβληματισμό της. Θα λέγαμε πως απηχούνται αντιλήψεις της ύστερης αρχαιότητας, λίγο πριν την ανατολή των μονοθεϊστικών θρησκειών, καθώς η αφηγήτρια προβληματίζεται πως δεν τιμά τον Έρωτα και ίσως θα όργιζε η περιφρόνησή της προς αυτόν τον θεό.

Το επόμενο πεζό αφήγημα της Ψύχα, Ο Πόνος του Προμηθέως, περιγράφει τον Εωσφόρο – Πυρφόρο Τιτάνα καθώς τον επισκέπτεται στο όρος της τιμωρίας του του η Αφροδίτη. Βρισκόμαστε εκτός χρόνου ή στο παρόν. Η σκόπιμη ασάφεια επιτρέπει στην αφηγήτρια να βάλει στο στόμα της Αφροδίτης μία αιρετική περιγραφή της Σταύρωσης, που θα ζήλευε ο Joris-Karl Huysmans, ο οποίος ήδη το 1891 είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Là-bas (Εκεί κάτω) όπου αφηγείται το εν κρυπτώ κίνημα του σατανισμού στο Παρίσι του fin de siècle. Ενδεχομένως επηρεασμένη από τέτοια αναγνώσματα η Ψύχα παρουσιάζει μία Αφροδίτη ερωτευμένη με τον Τιτάνα και έναν Προμηθέα απογοητευμένο από την υποταγή που δείχνει το ανθρώπινο γένος.

Η Τρίτη Σειρά Παγανιστικών Ονείρων που εντοπίσαμε κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1907, λίγο πριν τον θάνατό της. Ενδιαμέσως έχουν αρχίσει να μεταφράζονται έργα της στα ελληνικά και φέρεται να έχει ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα. Είναι το πρώτο δημοσίευμα που βρίσκουμε στα γαλλικά με το επώνυμό της. Το πρώτο (Προσευχή) αναδίδει μία υπαρξιακή αγωνία, καθώς πρόκειται για μία ιερής φύσεως απεύθυνση με αυστηρότητα και προσταγές αγάπης. Εδώ το προσωπείο της Ψύχα αλλάζει πάλι. Πλέον δεν υπογράφει ως Max Rives, αλλά ο αφηγητής – αυταρχικός ποιητής του μέλλοντος φαίνεται να είναι άρρεν, και ικετεύει τον έρωτα και την αγάπη του αντικειμένου λατρείας του, το οποίο παραμένει ασαφές. Οι γυναίκες τον αποφεύγουν τρέχοντας με τρόμο, ενώ τα βρύα μέσα σε εικόνες παρακμής και χαλασμάτων κυριαρχούν. Το δεύτερο πεζό Οι Κύκλωπες δείχνει να έχει μία μάλλον ευφρόσυνη διάθεση, ενδεχομένως επηρεασμένη από το σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, καθώς το αποσπασματικό έργο έχει ήδη κυκλοφορήσει σε έμμετρη αγγλική μετάφραση από τον Percy Bysshe Shelley από το 1824, ενώ αργότερα και πιο κοντά στην Ψύχα ο Georg Kaibel γράφει το άρθρο «Kratinos und Euripides», στην φιλολογική επιθεώρηση Hermes, vol. XXX,‎ 1895, σελ. 82. Η εμφάνιση των Κυκλώπων όπως τους περιγράφει έχει έναν κωμικό ερμαφροδιτισμό, αλλά καθώς η αφηγήτρια προσθέτει στην ιστορία της τρεις προσωποποιήσεις μάλλον αφαιρετικής φύσεως, μπορούμε να πούμε ότι αλλάζει την αφηγηματική επιταγή του Ευριπίδη.

Στην Τέταρτη σειρά δημοσιεύσεων από τα Ειδωλολατρικά Όνειρα που εντοπίσαμε, η Απόδραση της Δάφνης συνδιαλέγεται αναπαριστώντας διακαλλιτεχνικά αφ’ ενός το διάσημο άγαλμα του Gian Lorenzo Bernini, “Apollo e Dafne” (Μουσείo Galleria Villa Borghese, 1622-1625) και αφ’ ετέρου κειμενικώς με το επεισόδιο όπως το αφηγείται ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις . Οι διαφορές από τον τρόπο αφήγησης του Οβιδίου είναι σημαντικές. Αντί της όχθης του Πηνειού, όπου αφηγείται ο Οβίδιος, στην Ψύχα βρισκόμαστε στην κοιλάδα της Αττικής. Στην θέση της περιγραφής της Πηνειάδας Νύμφης από τα μάτια του Απόλλωνος, έχουμε μία αισθαντική εικόνα περιγραφής της ομορφιάς του ιδίου του Απόλλωνος, από την οπτική γωνία της Δάφνης αυτή την φορά, θα έλεγε κανείς σα να έχει εντυπωσιαστεί από το κάλλος του θεού που πρόκειται να αποπειραθεί να την βιάσει : “και η Δάφνη είδε να εμφανίζεται ο νεαρός Απόλλωνας, με το λευκό του σώμα, τα φλογερά του μάτια, την χρυσή πανοπλία του, την πάμφωτη περικεφαλαία του, τρομερός, απαστράπτων και αγνός.” Θα έλεγε κανείς πως η πρώτη αφορμή (το άγαλμα του Bernini) χρησιμοποιείται ως πηγή έμπνευσης προκειμένου να ανατραπεί η δεύτερη, δηλαδή το οβιδιακό επεισόδιο. Κοινό στοιχείο και στις δύο εκδοχές είναι η αριστοκρατική καταγωγή της νύμφης, αλλά στην Ψύχα αντί να απευθυνθεί στον πατέρα της, Πηνειό, απευθύνεται προσευχόμενη στον Δία. Τέλος, το αφηγηματικό εγώ συγχέεται με το εγώ του Απόλλωνος, καθώς ο παντογνώστης αφηγητής προς το τέλος ομοιάζει να γίνεται ο Απόλλων που μαλώνει την Δάφνη επειδή δεν ενέδωσε: “Δάφνη! Δάφνη! Με ποια τιμωρία ο Ανώτατος Δάσκαλος απάντησε στην ανίερη προσευχή σου! Φοβήθηκες, αλλοίμονο ! Νίκησε το κράτος του φόβου εμπρός στις υπεράνθρωπες χαρές, που σου άξιζε να ριζώσεις στο χώμα, αιχμάλωτη για πάντα.

Ω Δάφνη, ήσουν τόσο όμορφη, τόσο λυπημένη! Γιατί δραπέτευσες από την Θεϊκή αγκαλιά του Ονείρου; Σκέψου ! Αχ! Σκέψου πόσες αγάπησαν τον λαμπρό Απόλλωνα τότε, και σήμερα βασιλεύουν πλάι του εν δόξη, και είναι σήμερα μητέρες ημίθεων!

Εσύ, που σε έχασα, δεν το ήξερες τάχα αυτό;” 

Ακόμη, αξιοσημείωτη είναι η χρήση μάλλον τεκτονική ορολογίας, καθώς ο Ζευς αποκαλείται “Ανώτατος Διδάσκαλος” ή στο πρωτότυπο “le Maître suprême”. Αυτή η ορολογία πιστεύουμε πως συνδέει την Απόδραση της Δάφνης με το επόμενο πεζό της σειράς, Το Μυστικό.

Apollo e Dafne” (Μουσείo Galleria Villa Borghese, 1622-1625) σε χαλκογραφία του Dorigny Nicolas (1704) Apollo E Dafne di Bernini

Στο Μυστικό συναντάμε μία κουρασμένη δούλη με μάλλον αριστοκρατικό όνομα, την Θεανώ της Μυκόνου. Είναι ενδιαφέρον πως ονομάζεται με όνομα σύνηθες σε υψηλές θέσεις (Θεανώ ή Κυδίππη, ήταν η ιέρεια της Ήρας και μητέρα του Κλέοβι και του Βίτωνος) μια πτωχή καταπιεσμένη γυναίκα. Επίσης έχει σημασία πως τόσο νωρίς, πριν από τις σημερινές επιταγές της κλασικής φιλολογίας για εστίαση στην ιστορία των καταπιεζομένων ομάδων της αρχαιότητας (όπως τα διδασκόμενα μαθήματα του Dan-el Padilla Peralta στο Πρίνστον ““Citizenships: ancient and modern”) η Ψύχα θίγει το θέμα της καταπίεσης των γυναικών. Μάλιστα δε, συνδέοντας την Θεανώ και ετυμολογικώς με την μάλλον θεουργική αναφορά στον Απόλλωνα παραπάνω, θέτει την πρωταγωνίστρια του πεζού ως την εκλεκτή των θεών, εκείνη που μόνη μυείται στα μυστήρια και τον θησαυρό που της άνοιξε η μαγική λέξη : “Ποιος ψιθύρισε τις θαυματουργές συλλαβές στο αυτί μου; Κάποιος αόρατος θεός, χωρίς αμφιβολία, είμαι η επιλεγμένη, είμαι η μόνη. Θα αποκαλύψω το μυστήριο σε όσους δεν επελέχθησαν, σε εκείνους που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη φωνή που άκουσα;

Δεν θα ήμουν τίποτα περισσότερο από δούλη των ανθρώπων έτσι. Οχι! Οι βέβηλοι κι αμύητοι δεν πρέπει να γνωρίζουν τους ιερούς θησαυρούς. »

Η μυσταγωγική διάθεση της συλλογής που υφίσταται ήδη στο προηγούμενο πεζό με τον Απόλλωνα που προσπαθεί να μυήσει ως Διδάσκαλος την Δάφνη, συνεχίζεται εδώ, όπου η μυημένη είναι η Θεανώ. Ακουσίως μυημένη, η αφηγήτρια λησμονεί την μαγική λέξη, σε μία συγκρητιστική πιθανή επιρροή από το παραμύθι στις Χίλιες και μία νύχτες “Ο Αλή Μπαμπάς και οι Σαράντα Κλέφτες”. Θλίψη κυριεύει την αφήγηση ενώ μέχρι το τέλος του πεζού η νεαρή Θεανώ έχει ήδη υποστεί την φθορά του βίου της.

Το τελευταίο πεζό από τα Ειδωλολατρικά Όνειρα που εντοπίσαμε είναι η Μυρρίνη. Ένα εκτενέστερο παραμύθι σε ειδυλλιακό τοπίο της Αρκαδίας, η Ψύχα φτιάχνει τον δικό της “locus amoenus”, μία παγανιστική Εδέμ, θα έλεγε κανείς, στην οποία εισβάλλουν οι ξυλοκόποι και την καταστρέφουν. Η Μυρρίνη απαντάται στην Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, είναι η γυναίκα του Κινησία και εκείνη που τον βασανίζει επί σκηνής καθώς του αρνείται την συνουσία. “μύρτον” δε, εκτός από τον καρπό της μυρτιάς, είναι και “τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον· ταὐτόσημον τῷ νύμφη ἢ κλειτορίς” και “μύρρινον” είναι “τὸ κάτω μέρος τοῦ ἀνδρικοῦ αἰδοῖου” Φρονούμε πως οι παραπάνω συνυποδηλώσεις δεν είναι τυχαίες στο συγκεκριμένο πεζό. Η Μυρρίνη αποδεικνύεται μία femme fatale για τον σύζυγό της Φωτίωνα, καθώς υπακούει τις εντολές της Δρυάδος Θύμβριδος. Η Θύμβρις (ή Ύβρις) απαντάται στον ΨευδοΑπολλόδωρο 1.4.1 όπου περιγράφεται ως μητέρα του Πανός από τον Δία. Βεβαίως, η εντολή της Δρυάδος να δοθεί το μαγικό ελιξήριο σε ανθρώπους που “αγαπούν και σκέπτονται” επιτρέπει θεωρητικά στην Μυρρίνη να δώσει το ελιξήριο στον άντρα της, τον φιλόσοφο Φωτίωνα. Εξ’ αρχής η Δρυάς την έχει ενημερώσει πως το μαγικό φίλτρο, συναγμένο από τους χυμούς όλων των ιερών φυτών της αρχαιότητας (λωτοί, παπαρούνες, νούφαρα, δάφνες και άλλα) θα διατηρήσει για πάντα το πτώμα ενός ανθρώπου. Κι η Μυρρίνη υπακούει και τηρεί τις εντολές, για να καταλήξει δυστυχισμένη και έρμαιο της οργής της φύσεως. Το οικολογικό αυτό παραμύθι, έχει αρκετές απηχήσεις φεμινισμού θα έλεγε κανείς σήμερα και αποδεικνύεται πολύ μπροστά από την εποχή του. Βεβαίως, θα μπορούσε να είχε δημοσιευθεί στην προοδευτική Εφημερίδα των Κυριών της Καλλιρρόης Παρρέν, αλλά δεν εντοπίσαμε σχετικό φύλλο. Φαίνεται όμως πως η ασαφής εντολή της Δρυάδος στόχευε στο κοινό καλό όλων των ανθρώπων και όχι στην διατήρηση ενός πτώματος. Στην επαναφορά δηλαδή της κυριαρχίας της φύσης και του αγνού ανιμισμού των πραγμάτων, πριν την επικυριαρχία των ανδρών και την καταστροφή της ειδυλλιακής Αρκαδίας. Έτσι, η Ψύχα φαίνεται να δημιουργεί το δικό της προσωπικό Et In Arcadia Ego, όπως απαντάται πρώτα στις Εκλογές V 42 του Βιργλίου, υπομιμνήσκοντας στον αναγνώστη της, έστω και μετά θάνατον, το παλαιό Memento mori, τη νεοπλατωνική δηλαδή εφαρμογή του Πλατωνικού Φαίδωνος “ἀνὴρ τῷ ὄντι ἐν φιλοσοφίᾳ διατρίψας τὸν βίον θαρρεῖν μέλλων ἀποθανεῖσθαι καὶ εὔελπις εἶναι ἐκεῖ μέγιστα οἴσεσθαι ἀγαθὰ ἐπειδὰν τελευτήσῃ.” Διότι τι άλλο ήταν ο Φωτίων παρά ένας σωκρατικός ή νεοπλατωνικός καθώς “είχε καταφύγει στο σκιερό δάσος της Αρκαδίας. Ήταν ακόμη νέος, ενθουσιώδης και όμορφος. Έφυγε από τη Σπάρτη, τη σκληρή και ένδοξη πατρίδα του, επειδή δεν σκεφτόταν για τους Θεούς όσα διέταζαν οι άρχοντες της πόλης να σκέφτονται. Ακαταπαύστως διαλογιζόταν με αγωνία τις θελήσεις της μοίρας και τις επιθυμίες των ανθρώπων, τα μυστήρια της ζωής, γεννήματα της ηδονής, παραδομένα στον πόνο.

Αγαπούσε τα όντα και τα πράγματα. Αμφισβήτησε, έκρινε τους Θεούς.” 

Δεν γνωρίζουμε βεβαίως αν η Ψύχα επιθυμούσε να είναι αυτός ο επίλογος του βιβλίου της, μία υπόμνηση θανάτου, ή αν έγραψε και άλλα Ειδωλολατρικά Όνειρα.

Γαλλική Βιβλιογραφία:

Σειρά Πρώτη: (ως Max Rives): “I. Δύο Αφροδίτες ΙΙ. Αι Σειρήνες ΙΙΙ. Το Παλάτι της Αγάπης (Ο Έρως και η Ψυχή) IV. Γανυμήδης V. Λήθη VII. Όλυμπος VIII. Χαιρετισμός στην Εύα” στην Revue politique et littéraire – Revue bleue, 30 Janvier 1904

Σειρά Δεύτερη: (ως Max Rives): “I. Επιστολαί Εστιάδος Παρθένου: Επιστολή Ι, Επιστολή ΙΙ, Επιστολή ΙΙΙ: Προς έτερον ξένον, άγνωστον. Ο Πόνος του Προμηθέως” στην Revue politique et littéraire – Revue bleue 30 Juillet 1904:

Σειρά Τρίτη:(ως C. Psycha): “Rêves païens:Prière de l’avenir au poète. Les cyclopés”, par C. Psycha. στην Censeur politique et littéraire 3 août 1907. σελ.434-435. [Προσευχή από τον μέλλοντα ποιητή. Οι Κύκλωπες].

Σειρά Τέταρτη: (ως Catina Psycha, μετά θάνατον): “I. Η απόδραση της Δάφνης ΙΙ. Το Μυστικό, ΙΙΙ. Μυρρίνη.” στην La Revue de Paris, Livraison du 1 Mai, Mai-Juin 1908, pages 181 – 195.

~ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ~

1904: Πρώτη δημοσίευση έργου της Κ. Ψύχα στα ελληνικά:

Ἐφημερίς τῶν Κυριῶν, ἑβδομαδιαία, ἐν Ἀθήναις τὴ 21 Μαρτίου 1904-

ἔτος 17ον, ἀριθμ. 785.

(Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει τὴν παρακάτω ενθουσιώδη εἰσαγωγὴ:)

ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ 

Αἱ Ἑλληνίδες ἡμέρα τὴν ἡμέρα κερδίζουν ἔδαφος εἰς τὴν φιλολογίαν, ὅπως ἄλλως τε ἐκέρδισαν καὶ εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς τὰς τέχνας. Φυσικὰ αἱ ἐκπατριζόμεναι εἶναι ἐκείναι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀναδεικνύονται ταχύτερα καὶ δύνανται νὰ ἐλπίζουν εἷς μέλλον καλλιτεχνικὸν καὶ φιλολογικὸν εὐρὺ καὶ ὡραῖον. 

Ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς ἀκόμη δὲν παρέχει στάδιον προόδου καὶ προαγωγῆς οὔτε εἰς τὴν φιλολογίαν, οὔτε εἰς τὰς τέχνας, “Ἂν καὶ υπήρξεν ἡ ἀρχαιοτάτη πατρίς τοῦ ὡραίου, ἂν καί τὸ αἴσθημα τοῦ καλοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας ἰδία ἐκαλλιεργήθη ὅσον εἷς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν τοῦ κόσμου, ὅμως σήμερον ἕνεκα τῆς ἐπικρατήσεως τῶν δασκαλισμού καί τῆς σχολαστικῆς παιδεύσεως, ἡ ὁποία κουράζει καὶ ἐξαντλεῖ τὸν νοῦν κατά τὴν μικρὰν ἡλικίαν, οἱ Ἕλληνες καὶ αἱ Ἑλληνίδες διαβάζουν πολὺ ὀλίγον. 

Καὶ δὲν διαβάζουν, διότι δὲν ειίξεύρουν νὰ ἐκλέγουν, διότι δὲν ἔχουν κατά τὸ πολὺ ἰδέαν τῆς ἀληθοῦς τέχνης, διότι δὲν ημπορούν νὰ ἀντλήσουν ευχαρίστησην πραγματικὴν ἀπό τὴν ἀνάγνωσιν. Καὶ οἱ ὀλίγοι, οἱ ἐλάχιστοι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σχετίζονται μέ τὰ βιβλία, ἐπειδὴ ἔμαθαν νὰ διαβάζουν καὶ νὰ ἐκλέγουν καὶ νὰ ἀγαποῦν τὴν ἀνάγνωσιν, σπουδάζοντες ξένας γλώσσας, δι’ αὐτὸ καὶ προτιμοῦν νὰ διαβάζουν ξένα βιβλία ξένων συγγραφέων. 

Οἱ Ἕλληνες συγγραφεὶς φιτοζούν φυσικὰ ὑπό τοὺς  ὄρους αὐτούς. Ἐὰν γράφουν, τοῦτο γίνεται, διότι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ γράψουν, διότι ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὴν ψυχήν τῶν κάτι, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἰδῆ τὸ φῶς, νὰ ἐξωτερικευθῆ. Ἀλλ’ ὁ πόθος αὐτὸς καταπίπτει εὐθὺς ὡς ἡ παγερὰ ἀδιαφορία τοῦ κοινοῦ ψυχραίνει τὸν ἐργάτην τοῦ πνεύματος, ὁ ὁποῖος βλέπει τὸ ἔργον τοῦ περιφρονημένον, χωρὶς κὰν νὰ γίνη γνωστόν. 

Δι’ αὐτὸ ὅσοι κατώρθωσαν νὰ ἐπιβληθοῦν εἴτε εἰς τὰ γράμματα, εἴτε εἰς τὰς τέχνας καὶ νὰ ἐπιβάλουν τὸ έργoν τῶν ἐξεπατρίσθησαν καὶ ζήτησαν ἀπό τοὺς ξένους ὅ,τι τοὺς ἠρνήθη ἢ ἰδία τῶν πατρίς. 

Ἡ δὶς Κατίνα Ψύχα συμπαθεστάτη τῶν Ἀθηνῶν κόρη ἐψυχολόγησε, φαίνεται, τόσον καλὰ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, ὥστε δέν τοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν οὔτε τὰ πρῶτα φιλολογικὰ δοκίμια τῆς νὰ ἀφιερώση εἰς αὐτό. 

Ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, πρὶν ἢ οἰκογενειακῶς ἀφήση τὰς Ἀθήνας καὶ ἐγκατασταθῆ εἰς Παρισίους ἔγραφαν ὑπὸ ψευδώνυμον εἰς Ἀγγλικὰ Περιοδικά. Ἔπειτα ἀφοῦ μετέβη εἰς τὸ Παρίσι, ἤρχισε νὰ γράφη γαλλικὰ καὶ ἡ Revue Bleue, ἐν ἀπό τὰ καλλίτερα γαλλικὰ φιλολογικὰ περιοδικὰ δημοσιεύει τὰ πρωτοτυπότατα σκίτσα τῆς, ὅλα ἐμπνευσμένα ἀπό τὴν ἑλληνικὴν μυθολογία καὶ ἀπό τὴν ἑλληνικὴν ποίησιν. 

Διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἢ Ἑλληνὶς συγγραφεὺς θὰ ἀναγνωσθῆ βέβαια καὶ ἀπό τοὺς Ἕλληνας καὶ ἀπὸ τὰς Ἑλληνίδας. Ἀφοῦ γράφει εἰς γαλλικὴν γλῶσσαν καὶ εἷς γαλλικὸν περιοδικόν, ἀφοῦ ἐγκρίνουν καὶ ἐπιδοκιμάζουν τὰ γραφόμενα τῆς οἱ ξένοι, θὰ εἰπῆ ὅτι εἶναι καλά. Αὐτὰ θὰ εἰποῦν οἱ πολλοὶ καὶ αἱ πολλαί, αἱ κρίνουσαι τὴν φιλολογίαν, ὅπως κρίνουν τὸν Παρθενῶνα καί τὰ ἄλλα ἔργα τέχνης, τὰ ὁποία διότι θαυμάζουν οἱ ξένοι, θαυμάζουν καὶ αὐτοί. 

Οἱ ὀλίγοι καὶ αἱ ὀλίγαι θὰ αἰσθανθοῦν ἀκόμη μία φορὰν ἰσχυροτέραν τὴν πικρίαν τῆς ἀπογοητεύσεως καί μὲ λυπηθοῦν τὴν Ἑλληνίδα κόρην, ἢ ὁποία διὰ νὰ ἀποκαλύψη εἰς τὸν κόσμον μίαν ὡραίαν σελίδα τῆς ψυχῆς καὶ ποὺ πνεύματος τῆς ἠναγκάσθη νὰ καταφύγη εἷς ξένον τόπον καὶ νὰ ἐνδύση εἷς ξένην γλῶσσαν καί μὲ ξένον ἔνδυμα τὰ Ἑλληνικώτατα ἔργα τῆς. – 

Σήμερον παραθέτομεν ἐδῶ εἷς μετάφρασιν ἐν ἀπό τὰ δημοσιευθέντα σκίτσα τῆς εἰς τὴν Revue Bleue.

1904 Ὁ ΕΡΩΣ καὶ Ἡ ΨΥΧΗ 

(LE PALAIS DE L’AMOUR)

 1904, Εφημερίς τῶν  Κυριῶν, τεύχος 785 21 Μαρτίου 1904.

Ἤμην νέος ἀνατραφεὶς ὑπὸ αὐστηρῶν διδασκάλων. Μὲ ἐδίδαξαν ν’ ἀποφεύγω ὅλους τοὺς θεούς, οἵτινες ταράσσουν τὸ λογικὸν καὶ φλογίζουν τὰς καρδίας καὶ τὶς αἰσθήσεις. 

Ἡ συνετὴ Ἀθηνᾶ, θεὰ ἄγονος, γεννηθεῖσα ἐξ ἐγκεφάλου βασανιζομένου, ἐπέβλεψε τὴν ἀνατροφήν μοῦ. 

Βραδύτερον ἠθέλησα ν’ ἀφοσιωθῶ  εἰς  ἐν πλάσμα οὐράνιον, ἄξιον τῆς λατρείας μοῦ, Ἐλάτρευον τὴν Ἀθηνᾶν, ἀλλ’ ἢ αὐστηρότης αὐτῆς μοῦ ἐνέπνεε φόβον. Αἱ σκέψεις μοῦ ἔφερον πρός τὴν ψυχήν, νεαρὰν καὶ ὡραίαν Ψυχὴν ἄμωμον καὶ ἀθάνατον, αἰωνίως καθαρὰν καὶ λαμπρὰν καὶ ὡρκίσθην νὰ παραδοθῶ ἐξ ὁλοκλήρου  εἰς  αὐτήν. 

Ἐν τούτοις εἶχον φλογερὰν ἐπιθυμίαν νά τὴν ἴδω. .. 

Ἐγνώριζον ὅτι είχεν ἐπιφανῆ  εἰς  μερικοὺς εὐτυχεῖς θνητούς. 

Διατὶ νὰ μὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ αὐτῶν . 

– Ἔπρεπε νὰ γίνω ἄξιος αὐτῆς τῆς ὀπτασίας · ἔζησα ὅπως οἱ ἀσκηταὶ · ἡ νεότης μοῦ δὲν ἐγνώρισεν οὔτε ἡδονάς, οὔτε ἑορτάς. 

Πρὸ πάντων ἐφοβούμην τὸν ἔρωτα. 

Ἐσκεπτόμην ὅτι ὁ θεὸς αὐτὸς τοῦ ὁποίου ἡ λατρεία ταπεινώνει, τὸ σκληρὸν τέκνον τῆς ἡδονῆς θὰ ἐφόνευεν ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ τὸν πόθον τῆς ἐπουράνιας παρθένου.

Ἐὰν έκυπτα πρός τὸ δηλητηριῶδες παιδίον τὸ παῖζον μεταξύ τῶν ἀνθέων τῆς γῆς, ἐὰν περιέβαλλε μέ τοὺς βραχίονας τοῦ τὸν τράχηλον μοῦ καὶ ἐὰν ἤγγιζε τὰ βλέφαρα μοῦ μέ τὰ δηλητηριώδη χείλη τοῦ, δὲν θὰ ἠδυνάμην πλέον νὰ ὑψώσω τοὺς ὀφθαλμοὺς  εἰς  τὸ ἄπειρον, ὅπου ἐπλανᾶτο τὸ πτερόεν πνεῦμα. Ἐπόθουν τὴν ψυχὴν καὶ μόνην αὐτήν. 

Τὴν ἐζήτουν παντοῦ ὅπου τὸ λευκὸν βάδισμα τῆς ἠδύνατο νὰ ἐγγίση χωρὶς νὰ ρυπανθῆ.  εἰς  τὰ σχολεῖα, ὅπου ὡμίλει ὁ Πλάτων, πλησίον τοῦ ρύακος ὅπου έπινεν ἐντὸς τῆς παλάμης ὁ κυνικὸς φιλόσοφος, εἷς τὰ πεδία τῶν μαχῶν πλησίον τῶν ἀποθνησκόντων ὑπὲρ πατρίδος,  εἰς  τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, ὅταν ανέβαινον πρὸς αὐτήν τὰ θυμιάματα καὶ αἱ δεήσεις. Ματαίως. Φεῦ! Δὲν διέκρινα ποτὲ οὔτε μίαν πτυχήν τῆς ἐσθῆτος τῆς. 

Τέλος ἀποτεθαρρημένος ἀπηλπίσθην καὶ ἤρχισα πάλιν νὰ ζῶ ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι.. 

Μίαν ἡμέραν  εἰς  κάποιαν μακρινήν χώραν ὅπου ἐπλανώμην διὰ νὰ λησμονήσω τὴν πλῆξιν τῆς ὑπάρξεως μοῦ, εἶδον ἔξαφνα ὀρθούμενον ἐνώπιον μοῦ ἐν ἀνάκτορον, ἐν εὔθραυστον μέγαρον, ἐξ ἐλεφαντοστοῦ φωτιζόμενον ὑπὸ φωτὸς ἐντόνου, ἂλλ’ ἄϋλον ὡς ἀνταύγεια ἀπείρων ἐξαφανισθέντων ἡλίων. 

 εἰς  τὸν ἀέρα ἐπλανῶντο τὰ μύρα τῶν δασῶν καί τῶν ρόδων, παντοῦ ανέθορεν ἢ δροσερότης τῶν κρηνῶν, τῶν ὁποίων τὸ αργυρούν νᾶμα ἀνεπήδα μέχρι τοῦ κυανοῦ τοῦ στερεώματος καὶ κατέπιπτεν ἐπί τῶν σφριγηλῶν φυλλωμάτων τῶν δέντρων. 

Ἄπειρα πτηνὰ μὲ χρώματα ἴριδος ἀνεμίγνυον τὴν ἐναλλαγήν τῶν πτερῶν τῶν μέ τὴν σκιαζομένην λευκότητα τοῦ ἐλεφαντοστοῦ. 

 εἰς  τὸν τόπον αὐτὸν ἐβασίλευεν ἢ ἀκτινοβόλος καλλονή. Οἱ παλαιοὶ ποιηταί μᾶς ὡμίλησαν διά τὸ θαῦμα αὐτό. Ἀνεγνώρισα τὸ ἀνάκτορον τοῦ Ἔρωτος. 

Ἀκαταμάχητος πόθος μὲ παρέσυρε. 

 εἰς ῆλθον. 

Εἶδον αὐτὸν τὸν Ἔρωτα, μεγαλήτερον καὶ ἰσχυρότερον ἀπὸ ἄλλοτε, γονυπετῆ πλησίον γυναικός, τὴν ὁποίαν ἐνηγκαλίζετο περιπαθῶς καὶ ἥτις προσεφέρετο  εἰς  τὸ φίλημα τοῦ.

Ἐκείνη ποὺ εἶχα τόσον ἀναζητήσει μοῦ ἐπεφαίνετο τέλος. 

‘ναι, ήτο πράγματι ἐκείνη, ὁ αἰώνιος πόθος μοῦ, ἢ ἐλπίς τῆς νεότητος μοῦ, τὸ ὄνειρον τοῦ βίου μοῦ. 

Ἦτο ὀλιγώτερον λεπτὴ ἀπ’ ὅ,τι μᾶς τὴν περιέγραψαν, πλειοτέρα εὐθυμία έλαμπεν  εἰς  τοὺς ὀφθαλμούς τῆς καὶ ἐμειδία  εἰς  τὸν ἐραστήν τῆς μὲ χείλη ερυθρότερα. 

Ἐντὸς τοῦ ἀνακτόρου τῆς καλλονῆς ἡ Ψυχὴ παρεδίδετο εἰς τὸν Ἔρωτα. 

Κατίνα Ψύχα “Όλυμπος” Ημερολόγιον Σκόκου τόμος 20 

1905 σελ. 52 – 53.

Εισαγωγή Ανωνύμου, ίσως του λογίου και εκδότη του Ημερολογίου Κωνσταντίνου Σκόκου:

“ΑΙ ΓΡΑΦΟΥΣΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

[Ἡ δεσποινίς Κατίνα Ψύχα. Κόρη μουσοτραφής του αειμνήστου Στεφάνου Ψύχα. Εγκατέστη από τινος ἐν Παρισίοις και διατελεῖ συνεργάτις τῆς Κυανῆς Ἐπιθεωρήσεως, ἐν ᾗ τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη διὰ σειρᾶς πεζῶν ποιημάτων, τὰ ὁποία παρήγαγον ζωηρὰν αἴσθησιν καὶ τῇ ἦνοιξαν θέσιν ἐπίζηλον ἐν τῷ φιλολογούντι κόσμῳ τῆς γαλλικῆς μητροπόλεως. Ἡ δεσποινὶς Ψύχα γράφει γαλλιστί. ᾽Αλλ᾽ ἔχει τὴν ἔμπνευσιν καθαρῶς ἑλληνικὴμ καὶ ἀρύεται τὰ θέματα αὐτῆς ἐκ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου, τὸν ὁποίον τόσον βαθέως μελετᾶ, αἰσθάνεται, ἐννοεῖ καὶ ἀποδίδει. Τὰ δύο κάτωθι παρατιθέμενα ἐκ τῆς σειρᾶς ταύτης, πλήρη κλασικῆς τινος χάριτος, ἀβρᾶς μελαγχολίας καὶ πρωτοτυπίας περὶ τὴν μορφήν, μαρτυροῦν τὸ σπάνιον φιλολογικὸν τάλαντον τῆς ἐμπνευσμένης Ἑλληνίδος.] 

1905 Η ΛΗΘΗ 

Ἐγὼ θυγάτηρ τῶν Θεών ἐγενόμην σύζυγος θνητοῦ. Ὁ ἔρως του ὑπήρξε δι᾽ ἐμὲ προσφιλέστερον καὶ τῆς ἀπὸ τῶν βωμῶν τῆς Ἥρας ἀναπεμπομένης κνίσσης· ἀλλ᾽ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀπέθανε. Μοὶ ἀφῆκε θυγάτριον ὡραῖον ὡς τὰ ὄνειρα τῶν Θεῶν καὶ ὅσον αἱ ἀνθρώπινοι ἐλπίδες. Δι᾽ ὅλης τῆς ψυχικῆς δυνάμεως ἀπελάμβανα την μητρότητα· ἀλλὰ μία σκέψις μὲ καθίστα ἀπέλπιδα· τὸ τέκνον μου ὑπῆρξε γέννημα ἀνθρώπου καὶ μίαν ἡμέραν θὰ ἐγνώριζεν ὡς εκεῖνος τὸν θάνατον. Ἐπόθουν ἵνα τουλάχιστον διατηρήσῃ ἐν ζωῇ τὴν ψυχὴν Θεᾶς. 

Ἐπὶ μακρὸν τὸ μέτωπόν της δὲν ἐσκίασε νέφος. Τὸ Κάλλος καὶ τὀ Ἀγαθόν τὴν ἐνεψύχου, οὐράνιον δὲ σπινθηροβόλημα ἀπέδιδε τὸ βλέμμα της. Ἐγνώρισεν ὅμως τὸν οἶκτον καὶ ἡ θυγάτηρ τῶν Ἀθανάτων ἔκλαυσε. Ἀλλὰ μέσῳ τῶν δακρύων ἀνέλαμψεν ἐπὶ μᾶλλον το θεῖον πῦρ. 

Ἠγάπησε. Καὶ ἐκείνος εἰς ὅν ἔδωκε τὴν καρδίαν της οὐδέποτε ἔμαθε τοῦτο. Ἡ σκέψις του ἐστρέφετο μόνον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν δόξαν, ἔπεσε δε μαχόμενος. 

Ἡ κόρη μου ἐπένθησε. Ἡ θλῖψις τὴν κατέλαβεν ἐξ ὁλοκλήρου. Δὲν ἤθελον νὰ πάσχῃ. Ὁ Ζεὺς μοὶ ἐπέτρεψε νὰ τὴν ὀδηγήσω ζῶσαν εἰς τὰς ὄχθας τῆς Λήθης, ἔνθα καθεύδει ἡ ὀδύνη. Καὶ εἶπον εἰς τὴν πεφιλημένην παρθένον : 

– Πίε, κόρη μου, τὴν λησμοσύνην τῶν δεινῶν, ἀφ᾽ ὧν δὲν ἠδυνήθην νὰ σὲ προφυλάξω. Πίε τὴν εὐτυχίαν μετά τῆς λησμοσύνης ! 

Ὑπήκουεν ἐκείνη Τὴν εἶδον, χαίρουσα, νὰ κύπτῃ πρὸς τὰ ψυχρά νάματα. Ὅταν ἠγέρθη ἡ θλίψις της εἶχεν εξαφανισθή. 

Ἀλλ᾽ εἰς τὸ βλέμμα κάτι ἐσβέσθη. 

Ἡ λήθη τὴν κατέστησε ὁμοίαν πρὸς τοὺς κοινοὺς θνητούς. Ἐν ἐαυτῇ ἀπέθανε διὰ παντὸς ἡ ψυχή τῆς Θεᾶς !… 

1905 Ο ΟΛΥΜΠΟΣ 

ἜΖΩΝ εἰς τοῦ Ὀλύμπου τοὺς πρόποδας καὶ ὠνειροπόλουν τοὺς Θεούς. Ὅταν τὸ πῦρ τοῦ οὐρανοῦ διεπέρα τὰ νέφη, ἔκλινον τὴν κεφαλὴν πρὸ τοῦ τρομεροῦ Διός. Ὅταν αἱ ἀκτίνες τῆς σελήνης, ἐπαργυρώνουσαι ἐπαφροδίτως τοὺς ῥωγάδας βράχους, ἐφώτιζον τὸ ἱερὸν ὅρος, ἂν μιμνησκόμην τοῦ κάλλους τῆς Ἀρτέμιδος καὶ ἡ καρδία μου ἔφρισσεν. Εἷς μοναδικὸς πόθος μοί ἀπέμεινε πλέον : νὰ φθάσω μέχρι τῆς λατρευομένης κορυφῆς καὶ νὰ προσανατενίσω μίαν στιγμὴν τὴν δόξαν τῶν ἀθανάτων. 

Ἀπὸ μακροῦ ὁ χρησμὸς μοῦ εἶπεν : « Αἱ κορυφαί τοῦ Ὀλύμπου δὲν εἶναι ἀπροσπέλαστοι· ἀλλ᾽ ἐκείνος, οὗτινος οἱ πόδες θὰ τὰς ἐγγίσουν, ἔσεται τῶν θνητῶν ὁ μάλλον αξιοθρήνητος.» 

Πολλάκις περὶ τοῦ χρησμοῦ ὡμιλήσαμεν καὶ ἐπιστεύσαμεν ὅτι δὲν μᾶς διέφευγεν ἡ ἔννοιά του. Ὄντως γνωρίζουσι πάντες ὅτι ὁ Ζεὺς κεραυνοῖ τοὺς ἀλαζόνας καὶ ὅτι τὸ πολὺ φῶς τυφλόνει ὀφθαλμοὺς ἀσθενεῖς. 

Οὐδεὶς εἶχε τολμήσει ἀκόμη νὰ βεβηλώσῃ τοὺς ἱεροὺς τόπους. 

Ἐπόθησα νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος. Καὶ τὴν ζωήν μου ἔδιδον προθύμως ἵνα ἀντικρύσω πρὸς στιγμὴν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τοὺς Θεούς. 

Ἀπεχαιρέτισα τοὺς ἀγνοοῦντάς με καὶ ἀπῆλθον. Περιεφρόνουν πάντα κίνδυνον τοῦ ταξειδίου. 

Παρήλαυνον τὰς μετόπας τῶν χαραδρῶν δίχως νὰ τὰς βλέπω. Ἐσκεπτόμην μόνον τὸ οὐράνιον ὅραμα. Ἡ ἀνάβασις ἐπετελέσθη τέλος. 

Ἡ ὑψηλοτέρα κορυφὴ ἀνίστατο ἐνώπιόν μου. Τὴν ἤγγισα ἐλαφρὰ ὡς πτηνόν, ταπεινοῦσα τὸ βλέμμα ἵνα μὴ οὐδὲν ἴδω πρὸ τῆς ὑπερτάτης στιγμῆς. Ἔπειτα, τῆς καρδίας μου παραφόρως παλλομένης, παρετήρησα … 

Ἡ ψυχρὰ χιὼν ἐκάλυπτε τοὺς βράχους. 

Ὁ Όλυμπος ἦτο ἔρημος. 

Κατῆλθον καὶ πάλιν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. 

Ὅταν μ᾽ ἐρωτοῦν … δὲν ἀπαντῶ ποτέ. 

Ὁ χρησμὸς δὲν ἐψεύσθη. «Εἶμαι τῶν θνητῶν ὁ μᾶλλον ἀξιοθρήνητος.» 

1907

Ο Κωστής Παλαμάς με την είδηση του θανάτου της, δημοσίευσε το παρακάτω ποίημα, στα τέλη του 1907, 16 Δεκεμβρίου, στο 937 τεύχος της Εφημερίδος των Κυριών. Στον πρόλογο με την σύντομη νεκρολογία της, η Καλιρρόη Παρρέν μας πληροφορεί πως η Ψύχα ευρισκόταν στη Νορμανδία και ετοίμαζε νέο λογοτεχνικό έργο, το οποίον θα εξέδιδε μετά την εις Παρισίους επιστροφή της. Ο θάνατος της (αρχές Δεκεμβρίου του 1907) ήταν αιφνίδιος και άδικος, και δεν την άφησε να τελειώσει το έργο της.

Κατίνα Ψύχα

Κάπου την είδα, κάπου, να διαβαίνει,

Ψυχή πλασμένη μόλις από αέρα·

σαν από αύρα μοσκοποτισμένη

στο διάβα της η στράτα πέρα ώς πέρα, 5

ανάσταινε και η στράτα η σκονισμένη·

χάιδιο ξανθό τριγύρω της και η μέρα…

Κάπου την είδα, κάπου να διαβαίνει.

Την ξανάειδα· το φτερωτό κοντύλι

στο μαργαριτόχερο κρατούσε· 10

κάτου απ’ του Λόγου το χρυσό καντήλι

τα σιγαλά βιβλία μελετούσε,

κι απάνου στο γραμμένο της τ’ αχείλι

γλυκά μια ξένη γλώσσα κελαηδούσε.

Την ξανάειδα. Το φτερωτό κοντύλι. 15

Συντριμμένο το φτερωτό κοντύλι;

Αργό και κρύο κατάπεσε το χέρι;

Βοριάς το συνεπήρε το καντήλι;

Το ρηγικό κορμί τού δράκου ταίρι;

Ποιά Εδέμ, ω χρυσαυγούλα, σ’ είχε στείλει, 20

και ποιά σε ξαναδέχτηκε; ποιός ξέρει!

—Και φορούσες κορόνα ένα κοντύλι.

1907

Επίσης, Νεκρολογία της Ψύχα γράφει και ο θεατρικός συγγραφέας και συνεργάτης του εντύπου Επιστημονική Ηχώ Νικόλαος Λιβαδάς την 1 Απριλίου 1908, Έτος Β’, αριθμός 2, σελ. 39:

“Μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας ὀλίγαι ἐκκλησίαι τῶν Παρισίων θὰ μαυροστολισθῶσι, διὰ να ψαλῶσιν ἐν αὐταῖς αἱ ἐπιμνημόσυνοι εὐχαὶ διὰ τὴν πρὸ ἐξαμηνίας ἀποθανοῦσαν Ἑλληνίδα Κατίνα Στ. Ψύχα, τὴν θαυμαστὴν ποιήτριαν, ζωηρὰν μυθιστοριογράφον καὶ ἔξοχον μουσικόν.

Διὰ τὴν ἀγνὴν καὶ πάγκαλον τῆς Ἑλλάδος κόρην, ἐκτὸς τῆς δυστυχοῦς οἰκογενείας της, περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες Γαλλικαὶ, ὧν ἦτο προσφιλὴς συνεργάτις, θὰ κάμωσι μνημόσυνα διὰ τὴν α ὔ ρ α ν των, ὡς τὴν ὠνόμαζον.

Γράφουσι ἀπὸ τοῦδε ὅτι τὰ μνημόσυνα τῆς ἀτυχοῦς καλλιτέχνιδος θὰ ἔχωσι τοῦτο τὸ διακριτικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα, ὅτι εἰς αὐτὸ θὰ τρέξωσι πάντες, ἵνα προσφέρωσι τὸν φόρον των, τὰ δάκρυά των.

“Ἠχῶ” θεωρεῖ καθῆκον, ν᾽ ἀντηχήσῃ μὲ πόνον τῆς συμπολίτιδος τὸ ὄνομα, ἀφοῦ δὲν ηὐτύχησε ν᾽ ἀντηχῇ τὴν ὑπογραφὴν της δι᾽ ἔργων της, καὶ μὲ ὑπερηφάνειαν μεγαλυτέραν ἀπὸ τοὺς Γάλλους, οἵτινες ἔγραψαν ὅτι τὸ χῶμα τῶν Παρισίων ηὐτύχησε νὰ καλύψῃ δύο μεγάλας τῆς Ἑλλάδος μορφάς· τὸν Κ ο ρ α ῆ ν καὶ τὴν Ψ ύ χ α. 

Τὸ χῶμά της κοῦφον, τ᾽ ὄνομά της ἀδελφὸν τῶν αἰώνων!῾

1908

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ 

1908, Εφημερίς τῶν Κυριῶν, τεύχος 955, 1 – 15 Νοεμβρίου 1908, σελ. 390 -391

(Rêves Paiens. Κ. Ψύχα)

Ή Ἑλλὰς εἶχε γηράσει. Ὡς ἀλουργὶς ἀπὸ βύσσον πολὺ βαρειὰ ἡ δόξα ἐγλυστροῦσεν ἀπὸ τοὺς ὤμους της. Ἐννέα Ἀθηναῖοι πολίται, ἐκλεκτοὶ μεταξὺ τῶν καλλιτέρων καὶ τῶν πλουσιωτέρων ἦλθαν  εἰς  τοὺς Δελφοὺς νὰ ἐρωτήσουν τὸ μαντεῖον.

«Φίλιππος ὁ Μακεδὼν πλησιάζει, ἔλεγαν. Πρέπει νὰ βαδίσωμεν ἐναντίον του ; Οἱ θεοὶ μῶς ἐγκαταλείπουν ; Μήπως τοὺς ἐπροσβάλαμεν ; Τί ζητοῦν ἀπὸ ἡμᾶς;»

Ὁ λαὸς τῶν Δελφῶν συνωστίζετο πέριξ τοῦ ναοῦ καὶ ἔβλεπε μὲ περιέργειαν τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς μεγάλης πόλεως, ἐνδεδυμένους μεγαλοπρεπῶς. Οἱ Ἀθηναίοι ἐπεριπατοῦσαν βραδέως καὶ συνεζήτουν μὲ σοβαρότητα. Ἧσαν μελαγχολικοί. Ἠσθάνοντο ὅτι ἡ πατρίς των θὰ ἦτον ἐντὸς ὀλίγου ἐκθρονισμένη βασίλισσα. Ὁ ’Απόλλων θὰ ηὐδόκει ἆρά γε νὰ τοὺς δώσῃ συμβουλήν σωτηρίας ; Τὰ σοφὰ καὶ πολύπλοκα ἑξάμετρα, τὰ ὁποῖα θὰ συνέτασσαν οἱ διερμηνεῖς τοῦ χρησμοῦ θὰ ἀπεκάλυπτον τὸ μυστικὸν τῶν δυστυχιῶν τῶν ’Αθηνῶν;

Οἱ απεσταλμένοι εἰξεύρουν ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν  εἰς  τὰ ἄδυτα τοῦ φοβεροῦ τεμένους, ὅπου ἴσταται ὁ τρίπους, σκεπασμένος μὲ δέρμα ὅφεως, αἰ φλόγες λάμπουν μεταξὺ τῶν μαρμαρίνων βαθμίδων καὶ ὁ καπνὸς τῶν ἀρωμάτων περιλούει τὴν Πυθίαν. Οἱ ἱερεῖς, αὐστηροί, στεφανωμένοι μὲ δάφνας τὴν περικυκλόνουν. ’Εὰν σιωπᾷ, τὴν ἀπειλοῦν καὶ τὴν κτυποῦν. ’Αμέσως θὰ ὁμίλησῃ.

Λαμπρὸς ἥλιος ἐφώτιζε τὸν ναὸν καὶ τὰ εὐγενικὰ ἀγάλματα, τὰ συνηρμοσμένα  εἰς  τὴν μετόπην.Ἔξαφνα μεταξύ τῶν χρυσῶν δοχείων, τὰ ὁποία κοσμοῦν τὸ κατώφλιον ἐπιφαίνεται ἡ προφήτις. Ἀρπάζει ἕνα κλάδον δάφνης ἀπὸ τὸ ἀγιασμένον ὕδωρ καὶ ὁρμᾶ ἕξω. Κατάπληκτοι οἱ ’Αθηναῖοι τὴν παρακολουθοῦν. Ἐσταμάτησε πλησίον των. ’Ενῷ ἔτρεχε καὶ ἐχειρονομοῦσε καὶ ἐφώναζεν, οἱ ἱερεῖς τὴν παρηκολούθουν. Χωρὶς νὰ στρέψῃ πρὸς τὰ ὁπίσω, ἐξεφώνησε : «Ὤ ! ἀπεσταλμένοι τῶν ’Αθηνῶν, ὦ λαέ, ἀκούσατε ! διότι ἔφθασεν ἡ ὥρα. Ὅ,τι μοῦ ἀπεκαλύφθη, ὅ,τι μυστηριώδεις φωναὶ ψιθυρίζουν ἀπὸ πολλοῦ  εἰς  τὰ ὦτα μου, οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ δὲν τολμοῦν νὰ σᾶς τὸ εἰποῦν. Τὰ λόγια ποῦ θὰ σᾶς εἴπω θὰ συντρίψουν τὸ πλαίσιον τῶν ἑξαμέτρων των, θὰ κατασυντρίψουν αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Δὲν φοβοῦμαι πλέον οὔτε τὰς ἀπειλάς, οὔτε τὰ κτυπήματά των. Εἶμαι ἰσχυροτέρα ἀπὸ αὐτούς. Μὴ μὲ ἐγγίσουν, διότι θὰ πέσουν κεραυνόπληκτοι ! 

«Ὑπῆρξα τὸ παίγνιον μυστηριωδῶν δυνάμεων, ἡ αἰχμάλωτος τοῦ βωμοῦ. Ἐλευθερόνομαι τέλος καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς.»

«Εἶμαι μεθυσμένη ἀπὸ θυμιάματα καὶ προσευχάς. Εἶμαι παρθένος, εἶμαι τρελλή, εἶμαι ἱερά».

Ὡς ἱκέτις ἔτεινε τοὺς γυμνούς της βραχίονας. Τὸ κίτρινόν της φόρεμα ἔλαμπεν  εἰς  τὸν ἥλιον. Τὸ μαραμμένον πρόσωπόν της ἦτο καταπληκτῶς ὡραῖον. Τὰ στακτιὰ μαλλιά της ἐκυμάτιζαν, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα της ἔβγαιναν τρομεραί κραυγαί. Τὸ πλῆθος τρομαγμένον ἀπεμακρύνετο. Οἱ ἱερεῖς τρέμοντες δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ τὴν ἐρωτήσουν πλέον.

«Οἱ ἱερεῖς θὰ ψευσθοῦν, ὅπως ψεύδωνται πάντοτε». Μὴ παρακαλεῖτε πλέον, μὴν ἱκετεύετε, μὴν ἐρωτᾶτε τοὺς θεούς. Εἶναι καὶ αὐτοὶ τόσον κουρασμένοι καὶ ταπεινωμένοι ὅσον σεῖς.

«Θὰ ἀποθάνουν οἱ θεοί σας οἱ ἐλαφροὶ καὶ σκληροὶ καὶ γόητες ! Θὰ ἀποθάνουν ὡς ἐκεῖνοι ποῦ εἶχαν ἔλθει πρὸ αὐτῶν, ὅπως ἐκεῖνοι ποῦ θὰ ἔλθουν μετ ’ αὐτούς. . . .

«Οἱ θεοὶ τῆς Ἑλλάδος ἔγειναν τύραννοι. Αἱ διαταγαί των εἶναι ἄδικοι.Τιμωροῦν ἀπὸ πεῖσμα καὶ χωρὶς οἶκτον. Ὁ Ζεῦς, ἡ Ἥρα, ἡ ’Αφροδίτη, ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ ’Απόλλων ἀκόμη ὅλοι εἶναι ἐγκληματίαι.

«Ὑπῆρξαν οἱ ἀρχιτέκτονες, οἱ τραγουδισταί, οἱ ποιηταί. ’Έγειναν δεσμοφύλακες καί βασανιστικοί. ’Απαγορεύουν τήν Σκέψιν. Παντοῦ εἰς τὰς πηγὰς τῶν ποταμῶν, εἰς τὰ βάθη τῶν δασῶν, εἰς τοὺς κόλπους τῆς γῆς, μεταξὺ τῶν ἄστρων, ἕνας ἀπὸ αὐτούς ἐμφανίζεται λαμπρὸς καὶ ἀπειλητικὸς καὶ λέγει : “Δὲν θὰ προχωρήσῃς” Πρέπει νὰ ἀποθάνουν.

«Βλέπω τὸ μέλλον… Ὤ σύ, τὸν ὁποῖον λατρεύουν ἐδῶ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἤμην ἀφιερωμένη, θεὲ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς λύρας, ὧ ἔνδοξε ’Απόλλων, ἐκεί ποῦ ἐβασίλευες, ἔγεινε τώρα ἀπόλυτος σιγή. Εἰς τὸ σκοτεινόν καὶ μυστηριώδες σπήλαιον, ἡ ἱερὰ Παρθένος, ἡ μεγάλη Σίβυλλα τῆς Κύμης μένει ἄφωνος.

«Καὶ ἐγώ, φεῦ ! καὶ ἐγώ ;

«Εἰς μάτην ἀλυσσίδες ἀπὸ διαμάντια κρατοῦν καρφωμένο εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Δήλου τὸ γιγαντιαῖον ἄγαλμα.

Εἰς μάτην διὰ νὰ σὲ τιμήσουν περισσότερον οἱ ιερεῖς σου βασιλεῖς ἀπαγορεύουν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ γεννᾶται καὶ νὰ ἀποθνήσκει εἰς τὴν νῆσον, ὅπου κατέφυγεν ἡ μητέρα σου διὰ νὰ σὲ ἀναθρέψῃ. Τὸ ἄγαλμά σου θὰ κρημνισθῇ. Οἱ κάτοικοι τῆς χλοερᾶς Τήνου καὶ τῆς ἀγόνου Μυκόνου θὰ κτίσουν τὰς προσκαίρους κατοικίας των μὲ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ σου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζες αἰώνιον, καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἔλθῃ πλέον εἰς τὴν ἱερὰν γῆν, τὴν γῆν τὴν κατηραμένην, τῆς ὁποίας τὸ χῶμα δὲν ἀνεμίχθη ποτὲ μὲ τὴν τέφραν τῶν νεκρῶν.

«Τὰ πουλιὰ ψάλλουν εἰς τὸ δάσος τῆς Δήλου : Ἀλλ’ ἡ φωνή σου δὲν ἀπηχεῖ πλέον εἰς τὰ φυλλώματα τῶν έλαιῶν.»

Δάκρυα ἔτρεχαν εἰς τὰ ἰσχνὰ μάγουλά της. Ἐσιωπησε μίαν στιγμήν καὶ ἔπειτα ἐμουρμούρισε μὲ παράπονον :

«Ποῦ εἶναι οἱ θεοί; Βλέπω …. βλέπω.

«Εἶναι νικημένοι. Δὲν θυσιάζουν πλέον ἑκατόμβας εἰς τοὺς βωμούς των. Ὁ λαὸς τοὺς ἐγκατέλειπε, κονιορτὸς σκεπάζει τὰς εἰκόνας των καὶ ἡ λήθη ἐπέρασεν ἐπάνω των.

«Ἄλλοι εἶχαν ἔλθει πρὸ αὐτῶν καὶ ἄλλοι τοὺς ἀκολουθοῦν.

Δὲν γνωρίζουν πλέον τὰ ὀνόματά των. Ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν θεῶν ἐφύτρωσαν τὰ ἄνθη, ἔπί τῶν βωμῶν τὰ ἄνθη ἐμαράνθησαν, ἐπάνω εἰς τοὺς τάφους των ἡ γῆ ἀνθεί καὶ πάλιν.

«’Αλλὰ τί παράδοξον θέαμα ! Προφητεύω ! ’Ακούσατε !…

«Οἱ ποιηταὶ ἐπλανήθησαν εἰς τοὺς ἐρήμους ναοὺς, αἱ ἱεραί σκιαί τοῖς ἐπεφάνησαν. Ἡ ψυχή των ἐφρικίασε… Οἱ θεοὶ ἐπανέρχονται. ’Επανῆλθαν.

«Ὑπῆρξαν τύραννοι, εἶναι ἐλευθερωταί. Δὲν ἔχουν πλέον ἱερεῖς : Ἐνώπιόν των ὑποκλίνονται τὰ μεγάλα πνεύματα. Καμμία χώρα δὲν τοῖς ἀνήκει· θὰ κατακτήσουν τὸν κόσμον.

«Καὶ πάλιν σὲ ἐπικαλοῦμαι, ’Απόλλων, ’Απόλλων. Μὴ παραπονῆσαι σὺ ὁ θαυμασιώτερος τῶν Όλυμπίων

«Δὲν σοῦ προσφέρουν πλέον θυσίας, εἶναι ἀληθές ! Ἀλλ’ ὁ κύκνος θωπεύει μὲ τὰ πτερά του τὸ μέτωπόν σου καὶ ὁ λύκος γλύφει τοὺς πόδας σου….

« Ὁ μέγας Τιτὰν γενναῖος καὶ ἐπαναστάτης τείνει τὴν χεῖρα εἰς τὸν Δεσπότην, ποῦ τὸν ἐβασάνισε καὶ ἐξεθρονίσθη ἀπὸ αὐτόν. Καὶ οἱ θεοὶ τοῦ παρελθόντος, οἱ ωραῖοι θεοὶ τοὺ ἔρωτος, τοῦ φωτὸς καὶ τῆς μελωδίας λάμπουν ἀπὸ αἰωνίαν νεότητα.

«Πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐπανεύρῃ τοὺς λατρευτοὺς θεούς, τοὺς ὁποίους ἐφοβεῖτο, ἐμίσει καὶ ἐσυγχώρησε καὶ θὰ θέσῃ τὴν κεφαλήν του εἰς τὰ γόνατά των ;

«῎Ας ἐπισπεύσωμεν τὴν ἡμέραν αὐτήν ! Ἀσεβήσωμεν πρὸς τοὺς ναοὺς των, γυμνώσωμεν τὰ ἱερά των, περιφρονήσωμεν τὴν δύναμίν των, ὑβρίσωμεν τὴν δόξαν των. Οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐναντίον των τοὺς ἐλευθερόνουν, ἐλευθερόνοντες τὸν κόσμον.

« Ἄς φύγουν καὶ θὰ τοὺς ἀνακαλέσωμεν. Ἄς κοιμηθοῦν ἥσυχοι καὶ θὰ τοὺς ἐξυπνήσωμεν.

«Ἄς χαιρετίσωμεν μὲ τὰ χαρωπὰ τραγούδια μας τὴν ἄφιξιν, τὴν ἀναχώρησιν καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν θεῶν!»

Ἐσιώπησε. Ὅλοι ἐσιώπων ὡς ἐκείνη. Αἴφνης ἔρρηξε κραυγήν ἀγρίαν, ἔρριψε μακράν της τὸν κλάδον τῆς δάφνης, ἔτεινε τὰ χέρια της πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἔπεσε νεκρά.

Τὰ ὠχρὰ χείλη της ἐμειδιοῦσαν.

Οἱ ἱερείς ἐστράφησαν πρὸς τοὺς καταπλήκτους ἀπεσταλμένος, πρὸς τὸν τρομαγμένον λαόν. Ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλον τὸ ὠχρὸν πρόσωπον καὶ εἶπε μὲ φωνὴν σοβαρὰν καὶ τραχεῖαν : ἐβλασφήμησε !»

Αἱ Ἀθῆναι δὲν ἔμαθαν τὰ λόγια τῆς Πυθίας.

Πρώτη εκδοχή στην Εφημερίδα τῶν  Κυριῶν:

1908, Εφημερὶς τῶν  Κυριῶν, τεύχος 956, 15 – 30 Νοεμβρίου 1908

1908 Νοέμβριος 

AI ΣΕΙΡΗΝΕΣ 

(Rêves Paiens) 

Ἦτο θερμὴ καλοκαιρινὴ βραδειά. Εἰς τὸν ὀρίζοντα διεγράφετο ἡ σκιά τοῦ Ἀκρωτηρίου, τοῦ ὁποίου τὸ βραχῶδες τεῖχος προφυλάσσει τὸν ἀνθισμένον ἀγρόν. Ἡ σελήνη ὡς ἀσημένια βροχὴ ἐκυλοῦσεν ἐπάνω εἰς τὰ νερά, εἰς τὰ κύματα ἐτρεμούλιαζε τὸ φῶς τῶν  ἄστρων καὶ ἡ γολέτα γλυστροῦσε στὸ κῦμα μ᾽ ἕνα γλυκὸ ἀπήχημα. 

Οἱ δυὸ ναυτικοὶ ἔβλεπαν πότε τὴν θάλασσαν καὶ πότε τὸν οὐρανόν. Ὁ Χαννὼν νέος καὶ δυνατὸς ναύτης ἐστέκετο ὀρθὸς μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα εἰς τὴν πρύμνην τοῦ πλοίου. Τὰ μαῦρα του μάτια ἔλαμπαν εἰς τὸ χλωμὸ πρόσωπό του. Ἐφαίνετο κάτι να ἐπερίμενε. 

Ὁ σύντροφός του, ὁ Φρόνιμος Κριτίας, εἰς τὸν ὁποίον ἡ ἡλικία εἶχε διδάξει τὴν φρόνησιν, εἶχε δεθῆ δυνατὰ εἰς τὸ ἄλμπουρο. Εἶπε: «Φίλε, ἄκουσε. Μὴν εἶσαι τρελλός. Αἱ σειρήνες εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὸν ἄνθρωπον. Kάμε ὅπως ἐγώ, ἄλλως τε τὰ τραγούδια των θὰ εἶναι ἡ καταστροφή σου! 

Ἀλλ᾽ ὁ νέος ἐκούνησε τὸ κεφάλι του. ῎Οχι. Ἄφησέ με. Δὲν τὰς φοβοῦμαι. Θέλω νὰ τὴς ἰδῶ, νὰ τὴς ἀκούσω, νὰ τὴς προκαλέσω. 

Μετ᾽ ὀλίγον ἕνας στεναγμός ψαύει τὴν θάλασσαν. Ὁ γλυκὺς ἦχος δυναμώνει. Φωνές ἀναρίθμητες ψάλλουν· προσκαλοῦν εἰς ὑπερτάτην χαρὰν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἠδονᾶς τῆς σαρκός, εἰς ὅλας τὰς ἐκστάσεις τῆς ψυχῆς. Ἐπάνω εἰς τὴν φωτισμένην νύκτα οἱ θεοὶ τείνουν τὰς ἀγκάλας των εἰς τὰς θνητὰς καὶ οὐρανός καὶ γῆ μειδιοῦν εἰς τὴν ἔνωσίν των. Ὁ πόνος χύνεται εἰς τὴς φλέβες ως νέκταρ. 

Ὁ νέος στενάζει σἂν τρελλός καὶ κλίνει εἰς τὰ κυανά βάθη. Μακρειά μαλλιά κυματίζουν ἐπάνω εἰς τὰ κύματα ! Τὸ νερό φουσκόνει εἰς τοὺς παλμοὺς μιᾶς γυναικείας καρδιᾶς. Ἔλα, λέει μιὰ φωνή, ἔλα κάτω ἐκεῖ εἰς τὰ κρυστάλλινα παλάτια μας. Θὰ σου δώσωμεν τὸν ἔρωτά μας, τὸ κάλλος μας, τὰ τραγούδια μας. Δόσε μας τὴν νεότητά σου, ὡς καθαρὸ μαργαριτάρι. 

Ὁ νέος ῥίπτεται εἰς τὴν ἀγκάλην της, χωρὶς νὰ ρίψῃ οὔτε βλέμμα εἰς τὸν κόσμον ποῦ ἀφίνει. Ἕνα λευκό χέρι περνᾶ εἰς τὸν λαιμό του καὶ χάνεται εἰς τὰ κύματα.Τὰ τραγούδια ἔπαυσαν…. Τὸ πρωϊνόν φῶς ἐσκέπασε τὸ μυστήριον. 

Ὁ ἄλλος ναύτης, ποῦ ἔμεινε μόνος, δὲν ἐπιθυμεῖ πλέον νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ δεσμά του. Ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πατρίδα του, τὸν Πόρον, μὲ τοὺς βαθεῖς κόλπους ποῦ σβύνουν τὴν πνοὴν τῆς αὔρας. Εἰς τὸ λευκὸ σπιτάκι, κάτω απὸ τὴν σκιὰν τοῦ μεγάλου πλατάνου, εὐρίσκει πάλιν τὴν πιστὴ γυναικούλα του καὶ τὰ δυνατά καὶ ἔμμορφα παιδιά του. Μὲ τὰ πλούτη ποῦ ἐμάζεψε εἰς τὰ μακρινά ταξείδιά του ἀπέκτησεν ἀγρούς, πρόβατα, σκλάβους. Ἐγήρασε τριγυρισμένος ἀπὸ τὰ παιδιά του καὶ τιμημένος ἀπὸ τοὺς πατριώτας του. 

Ἀλλ᾽ ὁ ὕπνος του ἦταν ἀλλοιώτικος ἀπό τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἰς τὰ ὄνειρά του βλέπει νὰ πλέουν μορφαί θεῖαι καὶ νὰ ἀντηχούν τραγούδια μαγικά. Βλέπει μάτια που λάμπουν εἰς τὰ βάθη των, ὅπως ὁ ὠκεανός ὅταν καθρεπτίζει τὰ ἄστρα καὶ ἀκούει τὴν φωνὴν ποῦ καλεῖ καὶ ποῦ τρελλαίνει. Καὶ μουρμουρίζει : «Νά ᾽μαι, ἔρχομαι, εἶμαι ἰδικός σας για πάντα». 

Ξαπλόνει τὰ χέρια θέλει να πεταχθῆ … ἀλλὰ ξυπνᾶ. Ποτὲ δὲν θ᾽ ἀκούσῃ πλέον πραγματικῶς τὴς φωνὲς, ποῦ δὲν ἠκολούθησε, καὶ ἡ γυναίκα του τὸν βλέπει τρομαγμένη νὰ κλαίῃ… νὰ κλαίῃ μὲ ἀπελπισίαν. 

Εἰς τὸν πόνο του ὀνομάζει εὐτυχισμένον, πολὺ εὐτυχῆ, ἐκείνον ποῦ εἰς ἕνα φίλημα ἔδωκε τὴν ὡραίαν του ζωὴν καὶ ποῦ δὲν ἐπέζησεν εἰς τὰ τραγούδια τῶν σειρήνων. 

Δεύτερη εκδοχή Πινακοθήκη

Δεκέμβριος 1908 +AI ΣΕΙΡΗΝΕΣ + 

Περιοδικό Πινακοθήκη, Τεύχος 94, σελίδες 203 – 204

Δεκέμβριος 1908.

Ἦτο μία ἀπὸ τὰς θερινὰς νύκτας. 

Ἡ σελήνη ἐκαθρεπτίζετο εἰς τὰ νερὰ, ἐπάνω εἰς τὰ κύματα ἔτρεμαν τὰ φῶτα τῶν ἀντανακλωμένων ἄστρων καὶ τὸ πλοῖον ἐπρoχώρει σχίζον ἁπαλὰ τὴν θάλασσαν καὶ ἀφῆνον ὀπίσω τὸν λευκόν τοῦ ἀφρὸν, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο χρυσὸς ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης. Οἱ δύο ναῦται ἐκύτταζαν πότε τὴν θάλασσαν, πότε τὸν οὐρανόν. 

Ὁ εἷς ἦτο πολὺ νέος, παιδὶ σχεδὸν ἀκόμη, ἵστατο δὲ ὄρθιος εἰς τὸ ἔμπροσθεν μέρος τοῦ πλοίου μὲ τοὺς βραχίονας ἐσταυρωμένους ἐπὶ τοῦ στήθους. 

Τὰ μαῦρα του μάτια ἔλαμπαν εἰς τὸ ὠχρόν τοῦ πρόσωπον. Ἐφαίνετο ὡς νὰ ἐπερίμενε νἀκούσῃ κάτι. 

Ὁ ἄλλος ἢτο ὡρίμου ἡλικίας ἀνὴρ, μὲ περισσοτέραν ἑπομένως πεῖραν καὶ σύνεσιν. 

Διὰ τοῦτο εἶχε δεθῆ καλὰ εἰς τὸν ἱστὸν τοῦ πλοίου καὶ προέτρεπε καὶ τὸν σύντροφον του νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον. 

-Ἄκουσε μέ – τοῦ ἔλεγε- εἶνε τρέλλα αὐτὸ ποῦ θέλεις νὰ κάμῃς. Αἱ σειρῆνες εἶνε ὀλέθριαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἔλα νὰ δεθῇς καὶ σὺ, ὅπως ἐδέθην ἐγώ. 

Ὁ νεανίας ὅμως ἐκίνησεν αρνητικῶς τὴν κεφαλήν. 

– Ὄχι, σύντροφε, θέλω νὰ μείνω ἐδῶ ποῦ εἶμαι. Ἐγὼ δὲν τὰ φοβοῦμαι διόλου αὐτὰ τὰ πλάσματα· τὰ περιφρονῶ μάλιστα. Θέλω νά τὰ ᾽δῶ καὶ νἀκούσω τὸ τραγούδι των. 

Ἐπεκράτησε μακρὰ σιγή, κατόπιν ἕνας στεναγμὸς ἤγγισεν ἔξαφνα τὸ νερό. Βαθμηδὸν ὁ γλυκὺς ἥχος καθίσταται δυνατώτερος. Φωναὶ ἀπειράριθμοι ἐτραγουδούσαν ὅλα τὰ θέλγητρα τῆς σαρκὸς καὶ ὅλας τὰς ἐκστάσεις τῆς ψυχῆς. 

………..

Ἐν μέσω τῆς φωτεινῆς νυκτὸς οἱ θεοὶ τείνουν τοὺς βραχίονας  εἰς  τοὺς θνητοὺς καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ χαμογελοῦν εἰς τὸ σφιγκταγκάλιασμά των. Ἡ θλῖψις ρέει εἰς τὰς φλέβας ὡς νέκταρ. 

Ὁ νεανίας κλαίει μὲ δυνατοὺς λυγμοὺς καὶ κλίνει πρός τὸν κυανοῦν πυθμένα. Τὰ μακριά του μαλλιὰ ἐγγίζουν τὰ κύματα. Τὸ ὕδωρ φουσκώνει ἀπό τὰ κτυπήματα μιᾶς γυναικείας καρδιᾶς.

«Ἔλα – ἀκούεται μία γλυκύτατη φωνὴ – ἔλα ἐδῶ κάτω, εἰς τὰ κρυστάλλινα μας Ἀνάκτορα. 

«Ἔχομε γιὰ σένα τραγούδια, ὠμορφιά, ἀγάπη. Δῶσέ μας τὰ νειάτα σου ποῦ θἆνε γιὰ μᾶς πολύτιμο μαργαριτάρι ! : : : : : : 

Ἔκλινεν ἀκόμη περισσότερον πρὸς τὸν κυανοῦν πυθμένα, χωρὶς νὰ στραφῇ καὶ νὰ ρίψῃ οὔτε ἕνα κἂν βλέμμα εἰς τὸν κόσμον ποὺ ἄφινε… 

 Εἶς γαλακτώδης βραχίων περιέβαλε τὸν λαιμόν του καὶ μετ᾽ ὀλίγον ἐξηφανίσθη ὑπό τὰ κύματα. 

Τὰ ἄσματα ἔπαυσαν. Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἐκάλυψε τὸ μυστήριον. Ὁ ἄλλος ναύτης ἐξηκολούθησε μόνος του τὸ ταξείδι καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν πατρίδα του, τὸν Πόρον, τὸ ὡραῖο νησί μὲ τοὺς βαθεῖς κόλπους, ὅπου ἐκπνέει ἡ αὔρα. 

 Εἰς τὸ λευκόν του σπητάκι, ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ μεγάλου πλατάνου, εὗρε τὴν πιστήν του σύζυγον καὶ τὰ καλοκαμωμένα καὶ γερὰ παιδιά του. 

Τὰ πλούτη τὰ ὁποία ἐσύναξενεν εἰς τὰ μαρκυνά του ταξείδια, τοῦ ἔδωκαν χωράφια, ποίμνια καὶ δούλους. 

Ἐγήρασεν ἐκτιμώμενος ἀπὸ τοὺς γείτονάς του, περικυκλωμένος ἀπὸ τὰ παιδιὰ του. 

Ὁ ὕπνος του ὅμως δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν ὕπνον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. 

Εἰς τὰ ὄνειρα τοῦ βλέπει θεϊκὰς μορφὰς καὶ ἀκούει μαγικὰς στροφάς. 

Βλέπει μάτια ποῦ λάμπουν ὅπως ὁ ὠκεανὸς ὅταν ἀντανακλῶνται εἰς αὐτὸν τὰ ἄστρα καὶ ψιθυρίζει: “Νἆμαι· ἔρχομαι σέ σᾶς γιὰ πάντα”. 

Τείνει τοὺς βραχίονας, θέλει νὰ ὁρμήσῃ…. ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐξυπνᾷ. 

Δὲν θ’ ἀκούσῃ ποτὲ πειὰ τὰς θεσπεσίας φωνὰς, τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλησε τότε ν᾽ ἀκούσῃ τὴν πρόσκλησιν· ἡ γυναῖκα τοῦ, ἡ ὁποία διαρκῶς τὸν κατασκοπεύει, τὸν βλέπει νὰ κλαίῃ, νὰ κλαίῃ μὲ ἀπελπισίαν. 

Μέσα εἰς τὴν θλῖψιν του ἀποκαλεῖ εὐτυχῆ, τρισόλβιον ἐκείνον ποῦ δι’ ἕνα φιλὶ ἐθυσίασε τὴν νεότητά του καὶ ἐξέπνευσεν ἀκούων τὸ ᾆσμα τῶν Σειρήνων. 

ΚΑΤΙΝΑ ΨΥΧΑ(1907) 

Πινακοθήκη 1908 , σελ. 203 Κατινα Ψυχα Αι Σειρήνες

1910 

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΜΑΡΑΜΕΝΑ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β’ ΕΤΟΣ 24″ [ ΑΘΗΝΑΙ 15- 3 0 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1910 I ΑΡΙΘΜΟΣ 995

σελ. 1371

(Ἀπὸ τὰ «Rêves païens της Κ. Ψύχα)

Σ ’ τὸ δρόμο τὸν μακρύ πήγαιναν δυο γυναίκες. Μὲ τὰ λεπτὰ τους χέρια ἔσφιγγαν σ’τὸ στῆθος τους δέσμες ἀπὸ λουλούδια· ἀπ’ ὅλα τὰ λουλούδια ποῦ τραγούδησαν οἱ παληοὶ ποιηταί, ποῦ φίλησαν οἱ νέοι ἐρωτευμένοι. Λουλούδια τῶν κήπων, λουλούδια τῆς σέρρας, ἀγριολούλουδα.

Ὅταν ξεκίνησαν, τὰ χόρτα ἦταν βουτηγμένα σ ’ τὴ δροσιά, ὁ οὐρανὸς εἶχε χρῶμα σταχτὶ μὲ μενεξεδένιες σκιὲς καὶ μιὰ ἐλαφρὴ καταχνιὰ σκέπαζε τὰ δάση. Τὸ μεσημέρι, ὁ ἥλιος ἔδιωξε τὰ σύννεφα καὶ σκόρπισε φλογερὲς ἀχτίδες.

Μιὰ ἀπὸ τὴς πεπλοσκεπασμένες γυναῖκες, εἶδε πῶς σ’τή ζέστη αὐτή μαράθηκαν μερικά λουλούδια · σταμάτησε, γύρισε πίσω ’σ τά βήματά της καὶ ζήτησε τὰ ξεφυλλισμένα πέταλα. Ἐγύρισε σ ’ τὸ σπῆτι της· δὲν θὰ τὴν ’δοῦν πειά έξω· γονατιστή, ἀνάμεσα σὲ βελούδινα προσκέφαλα, φιλεῖ κλαίγοντας τὴ σκόνη τῶν πεθαμένων λουλουδιῶν ἀνάμεσα σ’τὰ φύλλα ἀπό ἕνα παλῃὸ προσευχητάρι.

Ἡ σύντροφός της, εἶδε κι’ αὐτή τοὺς κρίνους, τοὺς μενεξέδες καὶ τὰ τριαντάφυλλα νὰ μαραίνονται σ’τὰ χέρια της· ἀλλ’ αὐτὴ ἀκολούθησε τὸ δρόμο της. Γιατὶ ἡ αὔρα ἦταν γεμάτη μυρωδιές γλυκειὲς ὅπως ᾑ ἐλπίδες.

Περπάτησε ἀκόμα· βρῆκε τὰ ἄγνωστα λουλούδια, τὰ λουλούδια τ’ ἀπόμερα ποῦ δὲν ἔχουν ὄνομα· ἄγρια λουλούδια τῶν δασῶν, λουλούδια τῆς ερημιᾶς, λουλούδια ποῦ φυτρώνουν σ’τὴς ἄσπρες κορυφὲς τῶν βουνῶν. Ὡραῖα, ’περήφανα, ἀγνά, ἡδυπαθῆ, πειὸ φίνα, πειὸ φλογερά, πειὸ μελαγχολικὰ ἀπὸ τὰ κρίνα, τοὺς μενεξέδες καὶ τὰ τριαντάφυλλα.

Οἱ πέπλοι της ἔπεσαν· ἡ χλόη χαϊδεύει τὰ γυμνά της πόδια· γύρω της πηγαινοέρχονται πεταλοῦδες. Στολισμένη, στεφανωμένη μὲ μαγικὰ λουλούδια, δὲν θυμάται πειὰ ἐκείνα ποῦ κυίτονται σ’τὸ δρόμο. Χαμογελάει ὡραία καὶ δροσερή· ξεχνάει τὰ κρίνα τούς μενεξέδες καὶ τὰ τριαντάφυλλα.

Αἶγιον

ΡΟΔΟΠΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β’ ΕΤΟΣ 2 5 ” i ΑΘΗΝΑΙ 1 -1 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1911 i ΑΡΙΘΜΟΣ 999

1911 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΑ

Μητέρα σεβαστή, τὴν ὁποίαν τόσῳ κατηράσθησαν, Εὔα τρυφερὰ καὶ ἀμαρτωλή, θὰ σὲ λατρεύσουν τέλος μία ἡμέρα.

Σ’ εὐχαριστοῦμεν διότι ἐλευθέρωσες τοὺς ἀπογόνους σου.

Χωρὶς ἐσὲ ἡ ἀνθρωπότης φυλακισμένη σ ’τὸν ἐπίγειο Παράδεισο θὰ ἐμαραίνετο σὲ μιὰ μονότονη εὐτυχία χωρὶς θλίψι, χωρὶς ἐλπίδας καὶ ἐπιθυμίας, χωρὶς ἀγῶνας καὶ χωρίς νίκας, δίχως μίσος καὶ δίχως αγάπη· τὰ πόδια της δὲν θὰ αἱμάτωναν· τὰ μάτια της ποτὲ δὲ θὰ δάκρυζαν καὶ τὸ στενό της μέτωπο δὲν ἤθελε γύρει ποτὲ ’ςτὸ βάρος μιᾶς καὶ μόνης σκέψεως. Σωστὰ ἐμάντευσες. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή ἔφερες μέσα σου τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ δὲν θέλησες νὰ γευθῇς τοὺς ἄνοστους καρποὺς τοῦ κλειστοῦ κήπου κάτω ἀπὸ τὸν χλιαρὸν ἥλιο τῆς παντοτεινῆς εὐδαιμονίας καὶ μὲ τὸν σύντροφο ποῦ δὲν εἶχες σὺ ἐκλέξει. 

Ὅταν ὁ πειρασμὸς ἐφάνη δὲν ἐτόλμησες νὰ τὸν ἀκοῦσῃς· ὑπῆρξες ἡρωϊκὴ καὶ ἀδύνατη. Ὑπῆρξες ἡ πρώτη ἐπαναστάτρια. Ἔδρεψες τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως μὲ κινδύνους. Ἐμάντευσες ὅτι ἡ ζωὴ μποροῦσε νὰ δίνῃ τὴν μέθη. Ὅπως τὰ σταφύλια δίνουν τὸ κρασὶ καὶ τὰ χείλη σου, τὰ ὁποία δὲν εἶχαν δροσισθῇ ἀπὸ τὸ γάλα τῶν ἀγελάδων, θέλησαν ἄπληστα νὰ δροσισθοῦν σ ’τὸ φλογερὸ υγρό.

Χωρὶς τὴν ὑπέροχον τόλμη, μὲ τὴν ὁποίαν περιφρόνησες τὴν τιμωρίαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην τῶν ἀνθρώπων, ὅλα τὰ ὡραία πράγματα θὰ μᾶς ἔμεναν ἄγνωστα γιὰ πάντα.

Δὲν θὰ εἴχαμε τὸν ἡρωισμόν ποῦ γεννᾷ ὁ κίνδυνος, οὔτε τὴν εὐσπλαγχνία ποῦ δίνει ἡ ὀδύνη, οὔτε καὶ τὸ φίλημα ἴσως ποῦ γεννᾶται σ ‘ τοὺς στεναγμούς. Ὁ ἔρως θὰ ἦτο χωρὶς πτερὰ καὶ χωρὶς βέλη. Ἡ γυναίκα δὲν θὰ ἐστολίζετο ἀπὸ τὸ ἀτίμητο πετράδι τοῦ ἀμαρτήματος, οὔτε ἀπὸ τοὺς πέπλους τοὺς εὐγενεῖς τῆς σεμνότητος.

Καὶ εἰς τὸν Δημιουργὸν τὸν ἴδιον ἔκαμες έξοχον δῶρον. Πρὶν ἁμαρτήσῃς δὲν τοῦ ἀπέδιδαν παρὰ ἕνα σέβας ταπεινό, δὲν ἔβλεπε σ ’ τὰ πόδια του παρὰ σκλάβους. Ἡ πίστις δὲν θὰ διηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὸ πέταγμά της, ἂν δὲν ἠσθάνετο πῶς τὴν παρακολουθοῦσεν αἰώνια ἡ ἀμφιβολία .

Ὅταν ἡ ἀπειλητικὴ φωνὴ ἀντήχησε : «Θὰ τεκνοποιῆσῃς μὲ πόνους» ἡ γυναικεία σου καρδιὰ ἐσκίρτησε : διότι ἔγεινες δυὸ φορὲς μητέρα. Ἂν τὸ παιδὶ σου μποροῦσε πάντα νὰ κοιμᾶται ἀσφαλὲς σ ’ τὴ μαλακὴ χλόη ἂν τὸ παράστεκαν πάντα οἱ ἄγγελοι, δὲν θὰ δοκίμαζες τὴν χαρὰ ν’ ἀγρυπνήσῃς κοντὰ σ ’ τὴν κούνια του, νὰ στεγνώσῃς τὰ δάκρυα του, νὰ τὸ σφίξῃς σ ’ τὸ στῆθος σου.

Μία ἀνθρωπότης ἄτονος θὰ ἐγέμιζε τὸν χωρὶς θέλγητρα ΙΙαράδεισον ! Τὰ ζεύγη θὰ πηγαινοήρχοντο κρατούμενα ἀπὸ τὸ χέρι ἀδρανῆ, χωρὶς σφύξιμο καὶ χωρὶς ἕνα βλέμμα περίεργο γιὰ τὰ μυστήρια τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ.

Τὰ παιδιά των ὅμοια μὲ αὐτοὺς, θὰ μεγάλω­ναν εἰρηνικά, ὅπως τὰ βώδια ὅταν μηρυκάζουν καὶ ἡ ζωή των θὰ εἶχε τὴ γεῦσι ποῦ ἔχει τὸ ξαναμασημένο ἄχυρο.

Εἶναι ἀλήθεια πῶς πρὶν ἀπὸ τὸ ἀμάρτημα τὸ φάσμα ποῦ μᾶς πιέζει σήμερα δὲν ἔδειχνε τὴν ἀπαίσια μορφή του ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς ἀνθισμένους κλάδους τοῦ μακαρίου κήπου. Τὸ δημιούργημα θὰ ἦτο ὁ αἰώνιος κύριος τῆς δημιουργίας. Ἀλλά, σ ’τὸ λήθαργο βυθισμένο καὶ χωρὶς ἐπιθυμίας, δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀπολαύσῃ. Ἡ τρομακτικὴ ἐμφάνισις τοῦ θανάτου ἦλθε νὰ ξυπνήσῃ τὸν κόσμον. Ἡ γῆ μᾶς ἔγεινε πειὸ προσφιλὴς ἀφ’ ὅτου εἶναι τόσῳ μυστηριώδης καὶ ἀφ’ ὅτου ἡ σκόνη της ἀνακατεύεται μὲ τὰ ὀστὰ ἐκείνων ποῦ τὴν πάτησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς. Φρίκη καὶ ἐλπίδες ἀτελείωτοι γεννήθηκαν ἀπὸ τὸν τάφον. Αἱ φωναὶ ἐκείνων ποῦ ἔλειψαν ψιθύρισαν παράξενα πράγματα καὶ οἱ ζῶντες ἀνατρίχιασαν ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τῶν φαντασμάτων.

Εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἀσπόνδου ἐχθρᾶς ἡ σκέψις μας καὶ ἡ ἰσχὺς μας ἐσκληραγωγήθησαν καὶ θὰ σκληραγωγηθοῦν ἀκόμη. Ὠρκίσθημεν νὰ τῆς ἀποσπάσουμε τὸ μυστικόν. Ἴσως ἀνακαλύψουμε μία ’μέρα ὅτι δὲν εἶναι ἀήττητος. Χωρίς λύπη θὰ τῆς ἐγκαταλείψουμε τὰ λείψανα ποῦ ζητεῖ καὶ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε ὡς ἐλευθερωτήν μας !

Τὸν πρῶτον ἄνθρωπον ἀθῷον καὶ ὑποτεταγμενον ἐπεσκέφθησαν οἱ οὐράνιοι Διαγγελεῖς. Ἀλλὰ δὲν τοὺ δάνεισαν πτερὰ γιὰ νὰ πηδήσῃ τούς ψηλοὺς τοίχους τῆς φυλακῆς—τοῦ Παραδείσου. Μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ ἀνήσυχο καὶ περίεργο ἔσπρωξε τὰ βαρειὰ φύλλα τῆς πόρτας καὶ τὰ ἔκλεισε πάλι πίσω του.

Ἔσο εὐλογημένη, Εὔα ὡραία, μὲ τὴν φλογερὴ καρδιά, σύντροφος σταλμένη ἀπὸ τὸν Θεὸν, καὶ ἡ ὁποία ἄκουσες τὴν φωνὴν τοῦ δαίμονος. Χάρις εἰς σὲ, πρόγονος σοφὴ καὶ μυστηριώδης, μὲ τὸ πληγωμένο στῆθος καὶ μὲ τὸ μειδίαμα σ ’τὸ στόμα, προχωροῦμε σ ’τὸν κόσμο τὸν ἀπέραντο ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ τὰς ἀβύσσους.

Ἄσματα θριάμβου καὶ ὕμνοι πένθιμοι ἀντηχοῦν μεταξύ μας. Χάρις εἰς σὲ, αἱ χαραὶ μας δὲν λιμνάζουν, ὅπως τὰ ἕλη σ ’ ἕνα προφυλαγμένον ἀπὸ τοὺς ἀνέμους κῆπον, ἀλλὰ σὰν σπινθήρες ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας.

Εἶναι ἀλήθεια πῶς ἔχουμε πολλὰς πληγὰς ανοικτάς· εἶναι ἀλήθεια πῶς συχνὰ χανώμεθα σ ’ τὴν ἔρημο· βογγοῦμε κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ καταρώμεθα τὴν γῆν· ἀλλὰ σ ’ τῆς ἀπελπισίας τὰς στιγμὰς λάμπει τὸ ὄραμα τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας καὶ παρηγορούμενοι ἀπὸ τὸ ὄνειρο δὲν αἰσθανώμεθα ἂν ἤμεθα νικημένοι. 

Ναὶ, σ ’ εὐχαριστοῦμε, πλᾶσμα ἀδύνατο, ποῦ παρεσύρθης καὶ παρέσυρες. Χάρις εἰς σέ, οἱ καρποί εἶναι γλυκύτεροι, διότι ἐπεινάσαμε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὡραία ὅπως μιὰ ἀγαπημένη γυναίκα ποῦ ἐπεθύμησαν πολύ, ποῦ ὑπηρέτησαν πιστά. Αἱ θωπεῖαι μᾶς θέλγουν, γιατὶ ἡ ἐπιθυμία ἐσύγχισε τὰς αἰσθήσεις μας καὶ ἡ ψυχὴ παλαίει γιὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν αἰωνιότητα.

Χάρις εἰς σὲ μητέρα λατρευτὴ καὶ παραγνωρισμένη, ἡ ὁποία μὲ τὸ μικρὸ σου χέρι μᾶς ἐλευθέρωσες, εἶναι περισσότερη ἡδονὴ σ ’ τὴν ὀδύνη παρὰ σ ’ τὴν εὐτυχία. Ὁ Θάνατος.

Aἴγιον ,

(Μετάφρασις ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ)

ΡΟΔΟΠΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθεί το σύνολο όσων ευρέθησαν από την σειρά πεζογραφημάτων Ειδωλολατρικά Όνειρα, όπως τα κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Max Rives, στην προοδευτική και κατόπιν σοσιαλιστική Κυανή Επιθεώρηση (Revue bleu -Revue politique et littéraire) τον Ιανουάριο του 1904. Τα κείμενα που ταυτίσαμε με την μετάφρασή τους παρατίθενται εδώ και στα γαλλικά, ενώ όσα δεν βρήκαμε δημοσιεύονται με σημερινή μετάφραση του υπογράφοντος. Η Δεύτερη Σειρά των Ειδωλολατρικών Ονείρων κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1904, πάλι με την μυστηριώδη υπογραφή Max Rives, καθώς και τρεις Ερωτικές Επιστολές μίας Εστιάδος Παρθένας. Κατόπιν, μετά τον θάνατό της, κυκλοφόρησε η τρίτη (πιθανώς τελευταία;) σειρά Ειδωλολατρικών Ονείρων, τα οποία επίσης μεταφράζουμε. Αυτή τη φορά επωνύμως και με τις καλύτερες συστάσεις στην La Revue de Paris στον τρίτο τόμο: “Αυτά τα Ειδωλολατρικά Όνειρα, της συγγραφέως αναδεικνύουν μια ευγενή τέχνη ενώ διαμορφώνεται και ίσως με έντονο τόνο, όπου δηλώνεται, με ανάλυση, με τόλμη, σε μύθους εμπνευσμένους απευθείας από την ελληνική παράδοση, ένας τρόπος σκέψης αρχαίος και μοντέρνος συνάμα. Αυτά τα Ειδωλολατρικά όνειρα είναι μέρος μιας μεταθανάτιας -δυστυχώς- συλλογής, η οποία σύντομα θα εμφανιστεί κάτω από τον ίδιο τίτλο. Δεν θα εκπλαγούμε που επιμείναμε να τα δημοσιεύσουμε με ευλάβεια!” Δυστυχώς, δεν βρήκαμε περισσότερα από τα παρακάτω της “Τρίτης Σειράς”. Τέλος, υπάρχουν και άλλα δύο Ειδωλολατρικά Όνειρα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα “Censeur politique et littéraire” 3 août 1907. Rêves païens. : Prière de l’avenir au poète. Les cyclopés, par C. Psycha. 

Σειρά Πρώτη

RÊVES PAÏENS 1. – DEUX VÉNUS
MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 RÊVES PAÏENS 
Ι. – DEUX VÉNUS
Parmi les vieux tableaux de Florence, il en est deux dont le souvenir me poursuit, et qui se sont longtemps disputé mes regards. 
Deux déesses, soeurs et rivales; la Vénus du Titien, langoureusement étendue sur sa couche moelleuse…; la Vénus de Botticelli, passant sur les flots et prête à s’élancer sur la terre, où l’attendent toutes les fleurs de printemps et toutes les adorations des hommes. 
Qu’elles sont belles, toutes deux ! Mais combien différentes : celle du Titien s’est affaissée un moment comme une panthere lassée ! Elle jouit profondément de sa beauté. Elle est consciente de la séduction de sa pose, de la splendeur de sa carnation ; elle offre à nos lèvres, la perfection de ses formes. Nous ne lui demandons ni pensée ni tendresse. Elle est la vie! la vie chaude, palpitante, éternelle ! La volupté d’est faite chair, puls déesse et nous sourit.Maintenant je songe A l’autre, il celle de Botticelli; elle s’avance d’un mouvement libre et souple! son pied aerien frôle à peine la coquille qui la soutient. Le souffle des vente suffit a la porter, el quand elle passera sur nos gazons, son pied ne fera pas courber tu tete aux violettes. 
Toute la terre s’est parée pour la recevoir, mais elle, attendue, désirée, acclamée, est triste ! Le mouvement de son corps exprime toute la joie de la vie, son visage n’en a que la souffrance presque désespérée. Elle pressent que ses adorateurs ne verseront sur ses pieds que des parfums indignes de se divinité; ses yeux regardent la splendeur lointaine qu’elle est venue révéler au monde, mais qu’il n’a pas même desirée en elle. Les hommes l’appellent, elle vient à eux; mais dans cette condescendance même il y a un mépris infini : elle vient à eux, mais sans les voir, et quand ils la tiendront dans leurs bras, elle ne le saura même pas. Son Ame restera vierge, c’est pourquoi elle ressemble si étrangement aux madones, ses sœurs.Elle est triste ! mortellement triste ! Le ciel méme sourit à sa beauté, mais elle la dédaigne comme un haillon! La radieuse fille du Titien est venue, a ramassé en souriant cette guenille, et s’en est fait un manteau royal.












Ι. – ΔΥΟ ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ
Ανάμεσα στους παλιούς πίνακες της Φλωρεντίας, υπάρχουν δύο πίνακες, των οποίων η μνήμη με στοιχειώνει, και οι οποίοι επί μακρόν διεκδικούν την προσοχή του βλέμματός μου.
Δύο θεές, αδελφές και αντίπαλοι· η Αφροδίτη του Τισανού, νωχελικά ξαπλωμένη στο μαλακό της κρεβάτι … και η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι, αιωρούμενη ύπερθεν των κυμάτων και έτοιμη να εφορμήσει επί της γης, όπου όλα τα άνθη της άνοιξης την προσμένουν και όλες οι λατρείες των ανδρών.
Πόσο όμορφες είναι και οι δύο τους! Αλλά εν τω άμα, πόσο διαφορετικές: εκείνη του Τισιανού τόσον βυθισμένη σε μια στιγμή, ωσάν πάνθηρας αποκαμωμένος! Απολαμβάνει εκ βαθέων την ομορφιά της. Γνωρίζει καλά την σαγήνη της πόζας της, το μεγαλείο της αποχρώσεώς της· προσφέρει στα χείλη μας την τελειότητα της μορφής της· Δεν της ζητάμε μήτε σκέψη μήτε τρυφερότητα. Εκείνη είναι η ίδια η ζωή! Η ζωή η φλεγόμενη, η παλλόμενη, η αιώνιος ζωή! Η ηδονή ενσαρκώνεται, η θεά πάλλεται και μας μειδιά.
Ευθύς σκέπτομαι την άλλη, εκείνη του Μποτιτσέλι· προελαύνει με μιαν ελεύθερη και ευέλικτη κίνηση! Τα αερένια πόδια της ίσα που εφάπτονται (προσεγγίζουν μόλις) στο κέλυφος του κοχυλιού που τα στηρίζει. Τα ρεύμα του αέρος, άνεμος ικανός να την μεταφέρει, και όταν θα φθάσει στις χλόες και τις αυλές μας, το πόδι της δεν θα λυγίσει μήτε το τρυφερό κεφαλάκι της βιολέτας από ευλάβεια.
Όλη η γη είναι ντυμένη τα καλά της για να την υποδεχτεί, αλλά, εκείνη, καθώς την περίμεναν, επιθυμητή, δοξασμένη, είναι θλιμμένη! Η κίνηση του σώματός της εκφράζει όλη τη χαρά της ζωής, το πρόσωπό της ίσα που έχει πάνω του την οδύνη της απελπισίας. Έχει μιαν κάποιαν αίσθησι ότι οι λάτρεις της θα χύσουν στα πόδια της αρώματα ανάξια της αγιότητός της· το βλέμμα της θεάται το μακρινό μεγαλείο που ήρθε να αποκαλύψει στον κόσμο, μα και ότι ο ίδιος ο κόσμος δεν έχει επιθυμία για εκείνη. Οι άνθρωποι την κάλεσαν, κι εκείνη έρχεται προς αυτούς· μα σε τούτην την ίδια την καταδεκτικότητά της, υπάρχει εντός μια μια απέραντη απέχθεια και περιφρόνηση: Εκείνη τους πλησιάζει, αλλά χωρίς να τους βλέπει, και όταν την κρατούν στην αγκαλιά τους, εκείνη δεν θα το μάθει καν. Η Ψυχή της θα παραμείνει παρθένα, γι’ αυτό μοιάζει τόσο παράξενα με τις Παναγίες, τις αδερφές της.Είναι λυπημένη! Θανάσιμα θλιμμένη! Ο ίδιος ο Παράδεισος/ Ουρανός χαμογελά με την ομορφιά της, αλλά η ίδια την περιφρονεί σαν κουρέλι!Η απαστράπτουσα κόρη του Τισιανού έφθασε, μειδιώσα πήρε αυτό το κουρέλι από χάμω κι έφτιαξε τον δικό της βασιλικό μανδύα.Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

Ι. – TWO VENUSES


Among the old paintings of Florence, there are two whose memory pursues me, and which have long competed for my attention. 
Two goddesses, sisters and rivals; Titian’s Venus, languidly stretched out on her soft couch…; Botticelli’s Venus, passing over the waves and ready to rush to earth, where all the flowers of spring and all the adoration of men await her. 
How beautiful they both are! But how different: Titian’s has slumped for a moment like a weary panther! She enjoys her beauty deeply. She is aware of the seduction of her pose, of the splendour of her complexion; she offers to our lips the perfection of her forms. We ask her neither thought nor tenderness. She is life! Hot, pulsating, eternal life! Voluptuousness has become flesh, pulses goddess and smiles at us. Now I think of the other one, that of Botticelli; she moves forward with a free and supple movement! her aerial foot barely brushes the shell that supports her. The breath of the wind is enough to carry her, and when she passes over our lawns, her foot will not make the violets bend their heads. 
All the earth is dressed to receive her, but she, expected, desired, acclaimed, is sad! The movement of her body expresses all the joy of life, her face has only the almost desperate suffering. She senses that her worshippers will pour on her feet only perfumes unworthy of her divinity; her eyes look at the distant splendour which she has come to reveal to the world, but which it has not even desired in her. Men call to her, she comes to them; but in this very condescension there is an infinite contempt: she comes to them, but without seeing them, and when they hold her in their arms, she will not even know it. Her Soul will remain virgin, that’s why she looks so strangely like the Madonnas, her sisters.She is sad! mortally sad! Heaven itself smiles at her beauty, but she disdains it like a rag! Titian’s radiant daughter came, picked up this rag with a smile, and made herself a royal coat.

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 RÊVES PAÏENS II. – LES SIRÈNES 
** *
II. – LES SIRÈNES 
C’était une chaude nuit d’été; la lune en pluie d’argent ruisselait sur les eaux, dans les flots trem-. blait la lumière des étoiles, et la légère galère glis sait sur la mer avec un doux bruissement. Les deux marins regardaient, tantôt la mer, tantot le ciel. Le plus jeune, debout, à l’avant du navire, . les bras croisés semblait attendre quelque événement étrange. Le plus agé s’était attaché fortement au måt. Il dit à son compagnon : « Ami, erois-moi, ne sois pas fou. Les sirènes sont fatales à l’homme. Pais comme moi, ou leur chant te sera funeste. » Mais l’adolescent secoue la tête. « Non, laisse-moi!  je ne crains pas les séductions de ces créatures. Je veux les voir, les entendre, et les défier ! Après un long silence, un soupir frole l’eau, qui tressaitle amoureusement. Le doux son grandit, des voix innombrables chantent les invocations suprêmes, toutes les délices de la ehair, toutes les extases de l’ame. A travers la nuit luminense, les dieux tendent les bras aux mortelles et le ciel et la terre sourient à leur étreinte. La douleur coule dans les veines comme un nectar aux fortes ivresses ! La vie est une passion joyeuse ! Le jeune homme, sanglotant éperdument, s’ineline vers la profondeur bleue. De longs cheveux flottent sur les vagues ! L’eau se soulève aux battements d’un cour de femme.“ Viens, dit une voix, viens là bas dans nos palais de cristalt nous avons pour toi des chants, de la beauté, de l’amour. Donne nous ta jeunesse comme une perle ! » 
** *
II. – AI ΣΕΙΡΗΝΕΣ 
Ἦτο μία ἀπὸ τὰς θερινὰς νύκτας. Ἡ σελήνη ἐκαθρεπτίζετο εἰς τὰ νερὰ, ἐπάνω εἰς τὰ κύματα ἔτρεμαν τὰ φῶτα τῶν ἀντανακλωμένων ἄστρων καὶ τὸ πλοῖον ἐπρoχώρει σχίζον ἁπαλὰ τὴν θάλασσαν καὶ ἀφῆνον ὀπίσω τὸν λευκόν τοῦ ἀφρὸν, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο χρυσὸς ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης. Οἱ δύο ναῦται ἐκύτταζαν πότε τὴν θάλασσαν, πότε τὸν οὐρανόν.  Ὁ εἷς ἦτο πολὺ νέος, παιδὶ σχεδὸν ἀκόμη, ἵστατο δὲ ὄρθιος εἰς τὸ ἔμπροσθεν μέρος τοῦ πλοίου μὲ τοὺς βραχίονας ἐσταυρωμένους ἐπὶ τοῦ στήθους. Τὰ μαῦρα του μάτια ἔλαμπαν εἰς τὸ ὠχρόν τοῦ πρόσωπον. Ἐφαίνετο ὡς νὰ ἐπερίμενε νἀκούσῃ κάτι. Ὁ ἄλλος ἢτο ὡρίμου ἡλικίας ἀνὴρ, μὲ περισσοτέραν ἑπομένως πεῖραν καὶ σύνεσιν. Διὰ τοῦτο εἶχε δεθῆ καλὰ εἰς τὸν ἱστὸν τοῦ πλοίου καὶ προέτρεπε καὶ τὸν σύντροφον του νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον. -Ἄκουσε μέ – τοῦ ἔλεγε- εἶνε τρέλλα αὐτὸ ποῦ θέλεις νὰ κάμῃς. Αἱ σειρῆνες εἶνε ὀλέθριαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἔλα νὰ δεθῇς καὶ σὺ, ὅπως ἐδέθην ἐγώ. Ὁ νεανίας ὅμως ἐκίνησεν αρνητικῶς τὴν κεφαλήν. – Ὄχι, σύντροφε, θέλω νὰ μείνω ἐδῶ ποῦ εἶμαι. Ἐγὼ δὲν τὰ φοβοῦμαι διόλου αὐτὰ τὰ πλάσματα· τὰ περιφρονῶ μάλιστα. Θέλω νά τὰ ᾽δῶ καὶ νἀκούσω τὸ τραγούδι των. Ἐπεκράτησε μακρὰ σιγή, κατόπιν ἕνας στεναγμὸς ἤγγισεν ἔξαφνα τὸ νερό. Βαθμηδὸν ὁ γλυκὺς ἥχος καθίσταται δυνατώτερος. Φωναὶ ἀπειράριθμοι ἐτραγουδούσαν ὅλα τὰ θέλγητρα τῆς σαρκὸς καὶ ὅλας τὰς ἐκστάσεις τῆς ψυχῆς. ………..Ἐν μέσω τῆς φωτεινῆς νυκτὸς οἱ θεοὶ τείνουν τοὺς βραχίονας  εἰς  τοὺς θνητοὺς καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ χαμογελοῦν εἰς τὸ σφιγκταγκάλιασμά των. Ἡ θλῖψις ρέει εἰς τὰς φλέβας ὡς νέκταρ. Ὁ νεανίας κλαίει μὲ δυνατοὺς λυγμοὺς καὶ κλίνει πρός τὸν κυανοῦν πυθμένα. Τὰ μακριά του μαλλιὰ ἐγγίζουν τὰ κύματα. Τὸ ὕδωρ φουσκώνει ἀπό τὰ κτυπήματα μιᾶς γυναικείας καρδιᾶς.«Ἔλα – ἀκούεται μία γλυκύτατη φωνὴ – ἔλα ἐδῶ κάτω, εἰς τὰ κρυστάλλινα μας Ἀνάκτορα. «Ἔχομε γιὰ σένα τραγούδια, ὠμορφιά, ἀγάπη. Δῶσέ μας τὰ νειάτα σου ποῦ θἆνε γιὰ μᾶς πολύτιμο μαργαριτάρι ! : : : : : : Ἔκλινεν ἀκόμη περισσότερον πρὸς τὸν κυανοῦν πυθμένα, χωρὶς νὰ στραφῇ καὶ νὰ ρίψῃ οὔτε ἕνα κἂν βλέμμα εἰς τὸν κόσμον ποὺ ἄφινε…  Εἶς γαλακτώδης βραχίων περιέβαλε τὸν λαιμόν του καὶ μετ᾽ ὀλίγον ἐξηφανίσθη ὑπό τὰ κύματα. Τὰ ἄσματα ἔπαυσαν. Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἐκάλυψε τὸ μυστήριον. Ὁ ἄλλος ναύτης ἐξηκολούθησε μόνος του τὸ ταξείδι καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν πατρίδα του, τὸν Πόρον, τὸ ὡραῖο νησί μὲ τοὺς βαθεῖς κόλπους, ὅπου ἐκπνέει ἡ αὔρα.  Εἰς τὸ λευκόν του σπητάκι, ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ μεγάλου πλατάνου, εὗρε τὴν πιστήν του σύζυγον καὶ τὰ καλοκαμωμένα καὶ γερὰ παιδιά του. Τὰ πλούτη τὰ ὁποία ἐσύναξενεν εἰς τὰ μαρκυνά του ταξείδια, τοῦ ἔδωκαν χωράφια, ποίμνια καὶ δούλους. Ἐγήρασεν ἐκτιμώμενος ἀπὸ τοὺς γείτονάς του, περικυκλωμένος ἀπὸ τὰ παιδιὰ του. Ὁ ὕπνος του ὅμως δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν ὕπνον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Εἰς τὰ ὄνειρα τοῦ βλέπει θεϊκὰς μορφὰς καὶ ἀκούει μαγικὰς στροφάς. Βλέπει μάτια ποῦ λάμπουν ὅπως ὁ ὠκεανὸς ὅταν ἀντανακλῶνται εἰς αὐτὸν τὰ ἄστρα καὶ ψιθυρίζει: “Νἆμαι· ἔρχομαι σέ σᾶς γιὰ πάντα”. Τείνει τοὺς βραχίονας, θέλει νὰ ὁρμήσῃ…. ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐξυπνᾷ. Δὲν θ’ ἀκούσῃ ποτὲ πειὰ τὰς θεσπεσίας φωνὰς, τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλησε τότε ν᾽ ἀκούσῃ τὴν πρόσκλησιν· ἡ γυναῖκα τοῦ, ἡ ὁποία διαρκῶς τὸν κατασκοπεύει, τὸν βλέπει νὰ κλαίῃ, νὰ κλαίῃ μὲ ἀπελπισίαν. Μέσα εἰς τὴν θλῖψιν του ἀποκαλεῖ εὐτυχῆ, τρισόλβιον ἐκείνον ποῦ δι’ ἕνα φιλὶ ἐθυσίασε τὴν νεότητά του καὶ ἐξέπνευσεν ἀκούων τὸ ᾆσμα τῶν Σειρήνων. Μετάφρασις: Ανωνύμου

II. – THE SIRENS 


It was a warm summer night; the moon in silver rain was streaming over the waters, in the waves the light of the stars was shining, and the light galley was gliding over the sea with a gentle rustle. The two sailors looked at the sea and the sky. The younger one was standing at the front of the ship with his arms folded, seemingly waiting for some strange event. The older one had tied himself tightly to the mast. He said to his companion: “Friend, listen to me, don’t be mad. Mermaids are fatal to man. Pais like me, or their song will be fatal to you. But the teenager shakes his head. “No, let me go! I do not fear the seductions of these creatures. I want to see them, hear them, and challenge them! After a long silence, a sigh ripples the water, which was lovingly braiding. The sweet sound grows, countless voices sing the supreme invocations, all the delights of the ehair, all the ecstasies of the soul. Through the luminous night, the gods stretch out their arms to the mortals and heaven and earth smile at their embrace. Pain flows through the veins like a nectar with strong intoxications! Life is a joyous passion! The young man, sobbing distraughtly, lines up towards the blue depths. Long hair floats on the waves! The water rises to the beat of a woman’s heart. Come, says a voice, come there in our crystal palaces we have songs, beauty, love for you. Give us your youth like a pearl! 

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 RÊVES PAÏENS III. — LE PALAIS DE L’AMOUR.
** *III. — LE PALAIS DE L’AMOUR. 
J’étais un jeune homme élevé par des maitres aus tères. On m’avait enseigné à fuir tous les dieux qui troublent la raison qui embrasent les cours et les sens. La sage Minerve, déesse stérile née d’un cer veau tourmenté, avait présidé à mon éducation. Plus tard, je voulus me vouer à un être céleste digne de mes adorations. Je vénérais Athéné, mais sa sévérité m’inspirait de la crainte. Je pensai à Psyché, jeune et belle, ame immortelle et sans tache, éternellement pure et brillante, et je fis le serment de me donner à elle tout entier. Cependant, j’avais un désir brûlant de l’entrevoir… Je savais qu’elle était apparue à quelques mortels favorisés. Pourquoi ne serais-je pas un de ceux-là? Il fallait mériter cette vision. Je vécus de la vie des ascètes; ma jeunesse ne connut ni plaisir, ni fêtes. Je redoutais surtout l’amour. Je me disais que ce Dieu dont le culte avilit, ce fils eruel de la volupté, tuerait en moi le désir de la céleste vierge. Si je me baissais vers l’enfant venimeux, jouant parmi les fleurs de la terre, s’il enlançait mon cou de ses bras, et s’il posait sur mes paupières ses lèvres empoi sonnées, je ne pourrais plus lever les yeux vers l’espace où planait l’âme ailée. Je désirais Psyché et ne désirais qu’elle. Je la cherchai partout où son pied blanc pouvait se poser sans souillure. Dans les écoles où parlait Pla ton; au bord du ruisseau où buvait dans sa main le philosophe cynique; sur les champs de bataille, auprés de ceux qui mouraient pour la patrie; parmi les mystères d’Eleusis lorsque montait vers elle l’en cens et les prières: en vain ! Hélas ! jamais je n’aperçus un pli de sa robe. Enfin, découragé, je renonçai à tout espoir et recommençai à vivre comme les autres hommes. Un jour, dans une contrée lointaine ou j’errais pour ” oublier l’ennui de mon existence, je vis tout à coup se dresser devant moi un palais, un fragile palais d’ivoire éclairé par une lumière intense, mais irréelle comme un reflet d’innombrables soleils disparus. Dans l’air flottaient les parfums des forêts et des roses; partout jaillissait la fraicheur des fontaines dont l’argent s’élançait jusqu’au bleu du firmament et retombait sur la verdure touffae des arbres. Mille oiseaux aux couleurs d’arc-en-ciel mélaient le cha toiment de leur plumage à la blancbeur ombrée de l’ivoire. Dans ces lieux régnait la beauté resplandissante. Nos vieux poètes nous ont parlé de cette merveille : Je reconnus le palais de l’Amour. Un désir irrésistible m’entraina : j’entrai, Je vis l’Amour lui-même, plus grand et plus fort que jadis, agenouillé auprès d’une femme qu’il enla çait passionnément et qui s’offrait à son baiser. Celle que j’avais tant cherchée m’apparaissait enfin ! Oui, c’était bien elle, mon désir éternel, l’espoir de ma jeunesse, le rêve de ma vie. Elle élait moins frèle qu’on ne nous l’a dépeinte, plus. de gaité étin celait dane ses yeus, elle souriait à son amant avec des lévres plus rouges. Dans le royaume de la beauté, Psyché se donnait à l’Amour.
** *III. – ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.(Ο ΕΡΩΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ)
Ἤμην νέος ἀνατραφεὶς ὑπὸ αὐστηρῶν διδασκάλων. Μὲ ἐδίδαξαν ν’ ἀποφεύγω ὅλους τοὺς θεούς, οἵτινες ταράσσουν τὸ λογικὸν καὶ φλογίζουν τὰς καρδίας καὶ τὶς αἰσθήσεις. Ἡ συνετὴ Ἀθηνᾶ, θεὰ ἄγονος, γεννηθεῖσα ἐξ ἐγκεφάλου βασανιζομένου, ἐπέβλεψε τὴν ἀνατροφήν μοῦ. Βραδύτερον ἠθέλησα ν’ ἀφοσιωθῶ  εἰς  ἐν πλάσμα οὐράνιον, ἄξιον τῆς λατρείας μοῦ, Ἐλάτρευον τὴν Ἀθηνᾶν, ἀλλ’ ἢ αὐστηρότης αὐτῆς μοῦ ἐνέπνεε φόβον. Αἱ σκέψεις μοῦ ἔφερον πρός τὴν ψυχήν, νεαρὰν καὶ ὡραίαν Ψυχὴν ἄμωμον καὶ ἀθάνατον, αἰωνίως καθαρὰν καὶ λαμπρὰν καὶ ὡρκίσθην νὰ παραδοθῶ ἐξ ὁλοκλήρου  εἰς  αὐτήν. Ἐν τούτοις εἶχον φλογερὰν ἐπιθυμίαν νά τὴν ἴδω. .. Ἐγνώριζον ὅτι είχεν ἐπιφανῆ  εἰς  μερικοὺς εὐτυχεῖς θνητούς. Διατὶ νὰ μὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ αὐτῶν . – Ἔπρεπε νὰ γίνω ἄξιος αὐτῆς τῆς ὀπτασίας · ἔζησα ὅπως οἱ ἀσκηταὶ · ἡ νεότης μοῦ δὲν ἐγνώρισεν οὔτε ἡδονάς, οὔτε ἑορτάς. Πρὸ πάντων ἐφοβούμην τὸν ἔρωτα. Ἐσκεπτόμην ὅτι ὁ θεὸς αὐτὸς τοῦ ὁποίου ἡ λατρεία ταπεινώνει, τὸ σκληρὸν τέκνον τῆς ἡδονῆς θὰ ἐφόνευεν ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ τὸν πόθον τῆς ἐπουράνιας παρθένου.Ἐὰν έκυπτα πρός τὸ δηλητηριῶδες παιδίον τὸ παῖζον μεταξύ τῶν ἀνθέων τῆς γῆς, ἐὰν περιέβαλλε μέ τοὺς βραχίονας τοῦ τὸν τράχηλον μοῦ καὶ ἐὰν ἤγγιζε τὰ βλέφαρα μοῦ μέ τὰ δηλητηριώδη χείλη τοῦ, δὲν θὰ ἠδυνάμην πλέον νὰ ὑψώσω τοὺς ὀφθαλμοὺς  εἰς  τὸ ἄπειρον, ὅπου ἐπλανᾶτο τὸ πτερόεν πνεῦμα. Ἐπόθουν τὴν ψυχὴν καὶ μόνην αὐτήν. Τὴν ἐζήτουν παντοῦ ὅπου τὸ λευκὸν βάδισμα τῆς ἠδύνατο νὰ ἐγγίση χωρὶς νὰ ρυπανθῆ.  εἰς  τὰ σχολεῖα, ὅπου ὡμίλει ὁ Πλάτων, πλησίον τοῦ ρύακος ὅπου έπινεν ἐντὸς τῆς παλάμης ὁ κυνικὸς φιλόσοφος, εἷς τὰ πεδία τῶν μαχῶν πλησίον τῶν ἀποθνησκόντων ὑπὲρ πατρίδος,  εἰς  τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, ὅταν ανέβαινον πρὸς αὐτήν τὰ θυμιάματα καὶ αἱ δεήσεις. Ματαίως. Φεῦ! Δὲν διέκρινα ποτὲ οὔτε μίαν πτυχήν τῆς ἐσθῆτος τῆς. Τέλος ἀποτεθαρρημένος ἀπηλπίσθην καὶ ἤρχισα πάλιν νὰ ζῶ ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι.. Μίαν ἡμέραν  εἰς  κάποιαν μακρινήν χώραν ὅπου ἐπλανώμην διὰ νὰ λησμονήσω τὴν πλῆξιν τῆς ὑπάρξεως μοῦ, εἶδον ἔξαφνα ὀρθούμενον ἐνώπιον μοῦ ἐν ἀνάκτορον, ἐν εὔθραυστον μέγαρον, ἐξ ἐλεφαντοστοῦ φωτιζόμενον ὑπὸ φωτὸς ἐντόνου, ἂλλ’ ἄϋλον ὡς ἀνταύγεια ἀπείρων ἐξαφανισθέντων ἡλίων.  εἰς  τὸν ἀέρα ἐπλανῶντο τὰ μύρα τῶν δασῶν καί τῶν ρόδων, παντοῦ ανέθορεν ἢ δροσερότης τῶν κρηνῶν, τῶν ὁποίων τὸ αργυρούν νᾶμα ἀνεπήδα μέχρι τοῦ κυανοῦ τοῦ στερεώματος καὶ κατέπιπτεν ἐπί τῶν σφριγηλῶν φυλλωμάτων τῶν δέντρων. Ἄπειρα πτηνὰ μὲ χρώματα ἴριδος ἀνεμίγνυον τὴν ἐναλλαγήν τῶν πτερῶν τῶν μέ τὴν σκιαζομένην λευκότητα τοῦ ἐλεφαντοστοῦ.  εἰς  τὸν τόπον αὐτὸν ἐβασίλευεν ἢ ἀκτινοβόλος καλλονή. Οἱ παλαιοὶ ποιηταί μᾶς ὡμίλησαν διά τὸ θαῦμα αὐτό. Ἀνεγνώρισα τὸ ἀνάκτορον τοῦ Ἔρωτος. Ἀκαταμάχητος πόθος μὲ παρέσυρε.  εἰς ῆλθον. Εἶδον αὐτὸν τὸν Ἔρωτα, μεγαλήτερον καὶ ἰσχυρότερον ἀπὸ ἄλλοτε, γονυπετῆ πλησίον γυναικός, τὴν ὁποίαν ἐνηγκαλίζετο περιπαθῶς καὶ ἥτις προσεφέρετο  εἰς  τὸ φίλημα τοῦ.Ἐκείνη ποὺ εἶχα τόσον ἀναζητήσει μοῦ ἐπεφαίνετο τέλος. ‘ναι, ήτο πράγματι ἐκείνη, ὁ αἰώνιος πόθος μοῦ, ἢ ἐλπίς τῆς νεότητος μοῦ, τὸ ὄνειρον τοῦ βίου μοῦ. Ἦτο ὀλιγώτερον λεπτὴ ἀπ’ ὅ,τι μᾶς τὴν περιέγραψαν, πλειοτέρα εὐθυμία έλαμπεν  εἰς  τοὺς ὀφθαλμούς τῆς καὶ ἐμειδία  εἰς  τὸν ἐραστήν τῆς μὲ χείλη ερυθρότερα. Ἐντὸς τοῦ ἀνακτόρου τῆς καλλονῆς ἡ Ψυχὴ παρεδίδετο εἰς τὸν Ἔρωτα. 
Μετάφρασις: Ροδόπη Ροδοπούλου1908, Εφημερίς τῶν  Κυριῶν, τεύχος 955, 1 – 15 Νοεμβρίου 1908

** *III. – THE PALACE OF LOVE


I was a young man raised by austere masters. I had been taught to shun all the gods that trouble reason and inflame the courts and the senses. The wise Minerva, a barren goddess born of a tormented brain, had presided over my education. Later, I wanted to devote myself to a celestial being worthy of my adoration. I venerated Athene, but her severity inspired me with fear. I thought of Psyche, young and beautiful, immortal and unblemished soul, eternally pure and brilliant, and I vowed to give myself entirely to her. However, I had a burning desire to catch a glimpse of her… I knew that she had appeared to some favoured mortals. Why shouldn’t I be one of them? I had to earn this vision. I lived the life of the ascetics; my youth knew neither pleasure nor celebrations. I was especially afraid of love. I told myself that this God whose worship debases, this erual son of voluptuousness, would kill in me the desire of the celestial virgin. If I bent down to the venomous child, playing among the flowers of the earth, if he embraced my neck with his arms, and if he placed his poisonous lips on my eyelids, I could no longer raise my eyes to the space where the winged soul hovered. I desired Psyche and desired only her. I looked for her wherever her white foot could land without defilement. In the schools where Pla ton spoke; on the banks of the stream where the Cynic philosopher drank from her hand; on the battlefields, next to those who died for the fatherland; among the mysteries of Eleusis when the censor and the prayers went up to her: in vain! Alas! I never saw a fold of her dress. At last, discouraged, I gave up all hope and began again to live like other men. One day, in a distant land where I was wandering to “forget the boredom of my existence, I suddenly saw a palace standing before me, a fragile ivory palace lit by an intense but unreal light, like a reflection of countless vanished suns. In the air floated the perfumes of forests and roses; everywhere gushed the freshness of the fountains whose silver rose to the blue of the firmament and fell on the bushy greenery of the trees. A thousand rainbow-coloured birds mingled their plumage with the shaded whiteness of the ivory. In these places resplendent beauty reigned. Our old poets have told us about this marvel: I recognised the palace of Love. An irresistible desire drew me in: I entered, I saw Love himself, taller and stronger than before, kneeling beside a woman whom he passionately embraced and who offered herself to his kiss. The one I had been looking for appeared to me at last! Yes, it was her, my eternal desire, the hope of my youth, the dream of my life. She was less frail than she had been portrayed, more cheerfulness sparkled in her eyes, she smiled at her lover with redder lips. In the kingdom of beauty, Psyche gave herself to Love.

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 
RÊVES PAÏENS IV. – GANYMÊDE. 
IV. – GANYMÊDE. 
Je suis Ganymede, fils de roi. J’avais seize ans; les jeunes filles me trouvaient beau; quand je passais, elles baissaient les yeux et souriaient. Mes habits étaient brodés d’or; de superbes chevaux me servaient de monture ; j’aimais ma lyre, et les temples de nos dieux. J’étais heureux. Un soir, j’étais seul, auprès de la mer étoilée; je rêvais à l’avenir. Soudain, une ombre noire me cacha le ciel, et je sentis des griffes s’enfoncer dans ma chair: je me débattis de toutes mes forces, j’appelai au secours, mais en vain. Je fus emporté à travers l’espace; la terre disparut. Je ne voyais plus que deux yeux, brillants comme des pointes de feu. Je dis à la vie un adieu éternel, et m’évanouis. En m’éveillant, je crus rêver encore. Dans une lumière sereine glissaient des formes légères, avec un murmure de feuilles froissées par la brise. J’entendais des battements d’ailes et des rires doux comme des baisers. Une joie surhumaine m’enveloppait. J’ai goûté au divin nectar! j’ai oublié la terre et ses vierges… Je suis Ganymede, l’échanson des dieux ! ** *
IV. – ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ. 
Είμαι ο Γανυμήδης, υιός βασιλέως.Ήμην δεκαέξι ετών· τα νεαρά κορίτσια με εύρισκαν όμορφο· όταν με βλέπαν να περνώ, κοίταζαν χαμηλά και μειδιούσαν.
Τα ρούχα μου ήταν κεντημένα με χρυσό, χρυσοποίκιλτα· καβαλούσα υπέροχα άτια· Μου άρεσε πολύ / αγαπούσα τη λύρα μου και τους ναούς των θεών μας. Ήμην ευτυχής.
Ένα απόβραδο, ήμην μόνος δίπλα στην έναστρη θάλασσα/ ακρογυαλιά· Ονειρευόμουν το μέλλον. Αίφνης, μια μαύρη σκιά μού έκρυψε τον ουρανό, και ένιωσα νύχια να βυθίζονται στη σάρκα μου: Πάλεψα με όλη μου τη δύναμη, φώναξα βοήθεια, αλλά ματαίως. Παρασύρθηκα στο διάστημα· η γη εξηφανίσθη από τα πόδια μου. Έβλεπα μονάχα δύο μάτια, δυο μάτια που έλαμπαν σαν αιχμές πυρός. Αποχαιρέτησα τότε μ’ ένα αιώνιο αντίο τη ζωή και λιποθύμησα.Όταν ξύπνησα, νόμιζα ότι ονειρευόμουν ακόμα. Μέσα στο γαλήνιο φως ελαφρές μορφές γλιστρούσαν, με το μουρμουρητό των φύλλων καθώς θροΐζουν από το αεράκι. Άκουγα το χτύπημα των φτερών κι ένα γέλιο απαλό σαν φιλιά. Μια υπεράνθρωπη χαρά με τύλιξε.
Γεύθηκα το θεϊκό νέκταρ! Έχω ξεχάσει πια τη γη και τις παρθένες της … Είμαι ο Γανυμήδης, ο οινοχόος των θεών!** *Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

IV. – GANYMEDE 


I am Ganymede, son of a king. I was sixteen years old; the young girls found me beautiful; when I passed, they lowered their eyes and smiled. My clothes were embroidered with gold; beautiful horses served as my mounts; I loved my lyre, and the temples of our gods. I was happy. One evening I was alone by the starry sea, dreaming of the future. Suddenly, a black shadow hid the sky from me, and I felt claws digging into my flesh: I struggled with all my strength, I called for help, but in vain. I struggled with all my strength, I called for help, but in vain. I was carried away through space; the earth disappeared. I saw only two eyes, shining like points of fire. I bade life an eternal farewell, and fainted. When I awoke, I thought I was still dreaming. In the serene light, light forms glided by, with a murmur of leaves rustled by the breeze. I could hear the beating of wings and laughter as soft as kisses. A superhuman joy enveloped me. I have tasted the divine nectar! I have forgotten the earth and its virgins… I am Ganymede, the cupbearer of the gods! ** *

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 
RÊVES PAÏENS 
V. – LE LÉTHÉ. 
V. – LE LÉTHÉ. 
Moi, fille des Dieux, je fus l’épouse d’un homme. Son amour me fut plus cher que l’encens brulé par les Grecs sur les autels de Junon. Mais mon bien-aimé mourut ; il me laissa une fille, belle comme les rêves divins et l’espérance humaine. 

Je fus mère, de toutes les forces de mon coeur; mais une pensée me désespérait; mon enfant élait néé d’un homme et un jour, comme son père, elle connaitrait la mort. Je voulais, qu’au moins, elle ne perdit pas, à travers la vie, son âme de déesse. Pendant longtemps son front fat radieux. Le bean et le bien chantaient en elle ; l’étincelle céleste s’avivait dans ses yeux. Puis, elle connut la pitié, et la fille des Immortels pleura ; mais, à travers ses larmes, je vis briller plus pur le feu sacré. 
Elle aima; et celui à qui elle donna son coeur ne le sut jamais; il ne pensait qu’à la patrie et à la gloire et tomba sur le champ de bataille.: Ma fille prit le deuil ; et la tristesse la pénétra tout entière. Je ne voulus pas qu’elle souffrit. Jupiter me permit de la mener, vivante, aux bords du Léthé ou la dou leur s’endort. Et je dis à la vierge adorée : « Bois, ma fille, bois l’apaisement des maux dont je n’ai pu te préserver. Bois le bonheur avec l’oubli. » Elle obéit; je la vis avec joie se pencher sur l’onde froide. Quand elle se releva, sa tristesse avait dis paru; mais dans ses yeux quelque chose s’était éteint. L’Oubli l’avait rendue semblable aux mortels vulgaires. En elle était morte, à tout jamais, son ame de déesse! 
** *
V. – Η ΛΗΘΗ. 

Ἐγὼ, μιὰ κόρη τῶν Θεών ἐγενόμην σύζυγος θνητοῦ. Ὁ ἔρως του μου ήταν πιο πολύτιμος κι ἀπὸ το θυμίαμα τῶν Ἑλλῆνων πάνω στοὺς βωμοὺς τῆς Ἥρας· ἀλλ᾽ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀπέθανε. Μοῦ ἄφησε μιὰ κόρην ἔμορφη ὡσὰν τὰ ὄνειρα τῶν θεῶν καὶ ὡσὰν τὴν ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων. 


Ἤμουν μητέρα με ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς καρδιᾶς μου· ἀλλὰ μία σκέψις μου ἔφερνε ἀπελπισία· τὸ παιδὶ μου ὑπῆρξε γέννημα ἀνθρώπου καὶ μίαν ἡμέραν, ὅπως ὁ πατέρας της, θὰ ἐγνώριζεν τὸν θάνατον. Θὰ ἤθελα, τουλάχιστον, ἐνόσῳ ζούσε, νὰ μὴ χάσῃ τὴν ψυχὴν Θεᾶς. 
Ἐπὶ μακρὸν τὸ μέτωπόν της ἔλαμπε. Τὸ Κάλλος καὶ τὀ Ἀγαθόν τραγουδοῦσαν ἐντὸς της· ἡ οὐράνια σπίθα ζωντἀνευε στὰ μάτια τηςἜπειτα, ἐγνώρισε τὸν οἶκτο καὶ ἡ κόρη τῶν Ἀθανάτων ἔκλαψε· ἀλλὰ μέσα ἀπ᾽ τὰ δάκρυά της, εἶδα  τὴν ἰερὴ φωτιὰ νὰ λάμπει πιο καθαρὴ. 


Ἀγαποῦσε· καὶ ἐκείνος εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωσε τὴν καρδιὰν της ποτὲ δεν το ἔμαθε· ἡ σκέψις του ἐστρέφετο μόνον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν δόξαν, ἔπεσε δε μαχόμενος. 
Ἡ κόρη μου ἐπένθησε. Ἡ θλῖψις τὴν κατέλαβεν ἐξ ὁλοκλήρου. Δὲν ἤθελα νὰ ὑποφέρῃ. Ὁ Ζεὺς μοὶ ἐπέτρεψε νὰ τὴν ὀδηγήσω, ζῶσαν, παρὰ τὰς ὄχθας τῆς Λήθης, ἐκεῖ ὅπου κοιμᾶται ἡ ὀδύνη. Καὶ εἶπα εἰς τὴν λατρευτὴ παρθένον : -«Πίε, κόρη μου, πίε τὴν ἀνακούφισι τῶν δεινῶν, ἀφ᾽ ὧν δὲν μπόρεσα νὰ σὲ προφυλάξω. Πίε τὴν εὐτυχίαν μαζὺ μὲ τὴν λήθην ! Ὑπάκουσε ἐκείνη· τὴν εἶδα, χαρούμενη, νὰ κύπτῃ πάνω ἀπ᾽ τὸ ψυχρὸν κῦμα. Ὅταν σηκώθηκε, ἡ θλίψις της εἶχεν ἐξαφανισθή· ἀλλ᾽ εἰς τὸ βλέμμα κάτι εἶχε σβήσει. Ἡ Λήθη τὴν κατέστησε ὁμοίαν πρὸς τοὺς κοινοὺς θνητούς. Ἐντὸς της ἀπέθανε διὰ παντὸς ἡ ψυχή τῆς Θεᾶς !… 
Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

V. – LETHE


I, daughter of the Gods, was the wife of a man. His love was dearer to me than the incense burned by the Greeks on the altars of Juno. But my beloved died; he left me a daughter, beautiful as divine dreams and human hope. 

I was a mother with all the strength of my heart; but one thought made me despair; my child was born of a man and one day, like her father, she would know death. I wanted her not to lose her goddess-like soul through life. For a long time her forehead was radiant. The bean and the good sang in her; the celestial sparkle was alive in her eyes. Then she knew pity, and the daughter of the Immortals wept; but through her tears I saw the sacred fire shine more pure. 
She loved; and he to whom she gave her heart never knew it; he thought only of the fatherland and of glory and fell on the battlefield: My daughter mourned; and sadness penetrated her all over. I did not want her to suffer. Jupiter allowed me to lead her, alive, to the banks of Lethe, where their sweetness falls asleep. And I said to the adored virgin: “Drink, my daughter, drink the appeasement of the evils from which I could not preserve you. Drink happiness with oblivion. She obeyed; I saw her with joy bend over the cold wave. When she stood up, her sadness had disappeared; but in her eyes something had gone out. Oblivion had made her like ordinary mortals. In her was dead, for ever, her goddess soul! 


MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 RÊVES PAÏENS 
VI. – LE VOILE DE LUMIÈRE. 
VI. – LE VOILE DE LUMIÈRE. 
Dans un petit temple, auprès de la mer de Grèce, la prêtresse attendait sur son trone d’ivoire. La blancheur de sa robe était brodée d’or, sa chevelure était ornée de cyprès. 
Un guerrier parut et vint s’agenouiller auprès de la jeune femme. Il jeta devant elle sa couronne de lauriers : « Je suis victorieux, dit-il, et je viens te rendre hommage dans les lieux où tu avais commencé à m’initier aux grands mystères. C’est à toi que j’apporte mes lauriers ». Elle répondit d’un ton doux et ferme. «M’as-tu rapporté ta pensée ?» — « Prêtresse, j’ai servi le peuple, j’ai protégé les esclaves, j’ai nourri les pauvres, j’airendu une justice incorruptible, j’ai vaincu dans les combats. Les malheureux m’ai men!, la patrie m’honore. » «M’as-tu rapporté ta pensée ? ». Il baissa la tête. « Je sais que tu as été courageux et loyal; ton pays est fier de toi; sois heureux ! «Mais tu n’a servi et contemplé que les vérités utiles; ta place n’est plus en ce temple, mon âme ne reconnait plus la tienne. «As-tu donc oublié que pour connaître la vie, il fallait soulever un coin du voile d’or d’Apollon ? Regarde. «As-tu donc oublié que pour connaître la vie, il fallait soulever un coin du voile d’or d’Apollon ? Regarde. » Le soleil baissait à l’horizon; l’air flamboyait; quelques nuages rayonnants auréolaient la terre.. Enfin les splendeurs du jour s’éteignirent, et sur le ciel assombri surgirent les étoiles. «Regarde, – répéta gravement la prêtresse en ‘étendant la main. — Sur nos têtes ont brillé toute la journée ces innombrables mondes; mais nous ne pouvions les voir à la lueur de celui qui fait murir nos blés. Il suffit aux dieux de la lumière du même astre pour nous faire vivre et pour nous voiler l’infini. Pour nous révéler la grandeur des cieux, ils éteignent un soleil. « Adieu! quand il fera nuit dans ton ame’ reviens ! » ** *Max Rives
VI. – ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ. 
Σ᾽ έναν μικρό ναό κοντά στο ελληνικό πέλαγος, η ιέρεια πρόσμενε καθήμενη επί του θρόνου του ελεφάντινου. Το λευκό της φόρεμα ήτον χρυσοκεντημένο, η κόμη της κεκοσμημένη με κυπαρίσσια.

Ένας πολεμιστής εμφανίστηκε και έκλινε το γόνυ δίπλα στη νεαρή γυναίκα. Έριξε στα πόδια της το δάφνινο στεφάνι: «Νενίκηκα», είπε, «και ήλθα να σας τιμήσω εδώ, στους τόπους όπου πρώτα με μυήσατε στα μεγάλα μυστήρια. Σ’ εσάς προσφέρω τες δάφνες μου» Εκείνη απάντησε με απαλό, σταθερό τόνο. «Μου επέστρεψες την σκέψη σου;» – «Ιέρεια, υπηρέτησα τον λαό, προστάτευσα τους σκλάβους, τάισα τους πτωχούς, υπηρέτησα την αδιάφθορον δικαιοσύνη, νίκησα στες μάχες. Οι ατυχείς με οδήγησαν!, Η πατρίδα με τιμά.»


«Μου επέστρεψες την σκέψη σου;». Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.«Γνωρίζω ότι υπήρξες γενναίος και πιστός. η πατρίδα σου είναι περήφανη για σένα· ευδαιμόνει !
«Πλην όμως υπηρέτησες και συλλογίστηκες μόνον χρήσιμες αλήθειες· η θέση σου δεν είναι πια σε τούτον τον ναό, η ψυχή μου δεν αναγνωρίζει πλέον την ψυχή σου.«Λησμόνησες ότι για να γνωρίσεις τη ζωή έπρεπε να σηκώσεις μια γωνιά από το χρυσό πέπλο του Απόλλωνος; Κοίτα.»«Λησμόνησες ότι για να γνωρίσεις τη ζωή έπρεπε να σηκώσεις μια γωνιά από το χρυσό πέπλο του Απόλλωνος; Κοίτα.»Ο ήλιος εβασίλευε εις τον ορίζοντα· ο αέρας εφλέγετο· ολίγα ακτινοβόλα σύγννεφα κύκλωναν την γη.Τελικά, η λάμψη της ημέρας έσβηνε, και εις τον σκοτεινόν ουρανόν εμφανίστηκαν τα αστέρια.«Κοίτα», επανέλαβε η ιέρεια με αυστηρότητα, τείνουσα την χείρα αυτής. – Όλη την ημέρα, τούτοι εδώ οι αναρίθμητοι κόσμοι έλαμπαν πάνω στο κεφάλι μας· αλλά δεν μπορούσαμε να τους δούμε, με το φως εκείνου που ωριμάζει το σιτάρι μας. Αρκεί να έχουν οι θεοί το φως του ίδιου άστρου για να μας δίνουν την ζωή και να καλύπτουν έπειτα το άπειρο από εμάς. Για να μας αποκαλύψουν το μεγαλείο των ουρανών, σβήνουν έναν ήλιο.Αντίο! Όταν σκότος κυριεύσει την ψυχή σου, επέστρεφε!”
Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

VI. – THE VEIL OF LIGHT


In a small temple by the Greek sea, the priestess was waiting on her ivory throne. The whiteness of her dress was embroidered with gold, her hair was adorned with cypress. 
A warrior appeared and came to kneel beside the young woman. He threw his laurel wreath before her: “I am victorious,” he said, “and I have come to pay homage to you in the places where you began to initiate me into the great mysteries. It is to you that I bring my laurels. She answered in a soft, firm tone. “Have you brought me your thought?” – “Priestess, I have served the people, I have protected the slaves, I have fed the poor, I have served incorruptible justice, I have conquered in battle. The unfortunate have led me, the fatherland honours me. “Have you brought me your thoughts?”. He lowered his head. “I know you were brave and loyal; your country is proud of you; be happy! “But thou hast served and contemplated only useful truths; thy place is no longer in this temple, my soul no longer recognizes thine. “Have you forgotten, then, that to know life, you had to lift a corner of Apollo’s golden veil? Look. “Have you forgotten that to know life, you must lift a corner of Apollo’s golden veil? Look.” The sun was dropping on the horizon; the air was blazing; a few radiant clouds were haloing the earth. At last the splendours of the day were extinguished, and on the darkened sky the stars appeared. Look,” repeated the priestess gravely, extending her hand. — On our heads have shone all day these countless worlds; but we could not see them by the light of the one that ripens our wheat. It is enough for the gods to have the light of the same star to make us live and to veil the infinite. To reveal to us the greatness of the heavens, they extinguish a sun. “Farewell! when it is night in your soul, come back! ** Max Rives

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 
RÊVES PAÏENSVII. – L’OLYMPE.
** *VII. – L’OLYMPE. 
Je vivais aux pieds de l’Olympe et je rêvais aux dieux. Quand le tonnerre et la foudre passaient dans les nuages, j’inclinais la tête devant le redoutable Zeus. Quand les rayons de la lune argentaient déli catement les rochers rugeux de la montagne sacrée, mon caur tressaillait en songeant à la beauté de Diane. Je n’avais plus qu’un désir ; arriver jusqu’au sommet adoré, et contempler un moment la gloire des Immortels. Dès longtemps, l’oracle nous avait dit : « Les cimes de l’Olympe ne sont pas inaccessibles ; mais celui dont le pied les foulera sera, de tous les mortels, le plus à plaindre. »Nous avions souvent parlé de cet oracle et nous croyions le comprendre. En effet, chacun sait que Jupiter foudroie les orgueilleux et que trop de lumière aveugle les yeux faibles. Personnne encore n’avait osé profaner les lieux sacrés. Je voulus être le premier, j’étais prêt à donner ma vie pour voir un seul instant les dieux face-à face. Je dis adieu à ceux qui m’aimaient et je partis. Je méprisai tous les dangers du voyage; je côtoyai les précipices sans les voir; je ne songeais qu’à la vision céleste et je comprenais l’extase qui tue. Enfin, mon ascension était finie. La plus haute cime se dressa devant moi. Je la gravis, léger comme l’oiseau et en baissant les yeux pour ne rien voir avant l’instant suprême. Puis, le coeur battant folle ment, je regardai. La neige froide couvrait les rochers; l’Olympe était désert ! Je suis redescendu parmi les hommes. Quand ils me questionnent… je ne réponds jamais. L’oracle n’avait pas menti. De tous les mortels je suis le plus à plaindre. 
** *VII. – Ο ΟΛΥΜΠΟΣ. 

ἜΖΩΝ εἰς τοῦ Ὀλύμπου τοὺς πρόποδας καὶ ὠνειροπόλουν τοὺς Θεούς. Ὅταν τὸ πῦρ τοῦ οὐρανοῦ διεπέρα τὰ νέφη, ἔκλινον τὴν κεφαλὴν πρὸ τοῦ τρομεροῦ Διός. Ὅταν αἱ ἀκτίνες τῆς σελήνης, ἐπαργυρώνουσαι ἐπαφροδίτως τοὺς ῥωγάδας βράχους, ἐφώτιζον τὸ ἱερὸν ὅρος, ἂν μιμνησκόμην τοῦ κάλλους τῆς Ἀρτέμιδος καὶ ἡ καρδία μου ἔφρισσεν. Εἷς μοναδικὸς πόθος μοί ἀπέμεινε πλέον : νὰ φθάσω μέχρι τῆς λατρευομένης κορυφῆς καὶ νὰ προσανατενίσω μίαν στιγμὴν τὴν δόξαν τῶν ἀθανάτων. Ἀπὸ μακροῦ ὁ χρησμὸς μοῦ εἶπεν : « Αἱ κορυφαί τοῦ Ὀλύμπου δὲν εἶναι ἀπροσπέλαστοι· ἀλλ᾽ ἐκείνος, οὗτινος οἱ πόδες θὰ τὰς ἐγγίσουν, ἔσεται τῶν θνητῶν ὁ μάλλον αξιοθρήνητος.» Πολλάκις περὶ τοῦ χρησμοῦ ὡμιλήσαμεν καὶ ἐπιστεύσαμεν ὅτι δὲν μᾶς διέφευγεν ἡ ἔννοιά του. Ὄντως γνωρίζουσι πάντες ὅτι ὁ Ζεὺς κεραυνοῖ τοὺς ἀλαζόνας καὶ ὅτι τὸ πολὺ φῶς τυφλόνει ὀφθαλμοὺς ἀσθενεῖς. Οὐδεὶς εἶχε τολμήσει ἀκόμη νὰ βεβηλώσῃ τοὺς ἱεροὺς τόπους. Ἐπόθησα νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος. Καὶ τὴν ζωήν μου ἔδιδον προθύμως ἵνα ἀντικρύσω πρὸς στιγμὴν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τοὺς Θεούς. Ἀπεχαιρέτισα τοὺς ἀγνοοῦντάς με καὶ ἀπῆλθον. Περιεφρόνουν πάντα κίνδυνον τοῦ ταξειδίου. Παρήλαυνον τὰς μετόπας τῶν χαραδρών δίχως νὰ τὰς βλέπω. Ἐσκεπτόμην μόνον τὸ οὐράνιον ὅραμα. Ἡ ἀνάβασις ἐπετελέσθη τέλος. Ἡ ὑψηλοτέρα κορυφὴ ἀνίστατο ἐνώπιόν μου. Τὴν ἤγγισα ἐλαφρὰ ὡς πτηνόν, ταπεινοῦσα τὸ βλέμμα ἵνα μὴ οὐδὲν ἴδω πρὸ τῆς ὑπερτάτης στιγμῆς. Ἔπειτα, τῆς καρδίας μου παραφόρως παλλομένης, παρετήρησα … Ἡ ψυχρὰ χιὼν ἐκάλυπτε τοὺς βράχους. Ὁ Όλυμπος ἦτο ἔρημος. Κατῆλθον καὶ πάλιν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν μ᾽ ἐρωτοῦν … δὲν ἀπαντῶ ποτέ. Ὁ χρησμὸς δὲν ἐψεύσθη. «Εἶμαι τῶν θνητῶν ὁ μᾶλλον ἀξιοθρήνητος.» Μετάφρασις: Ροδόπη Ροδοπούλου

*VII. – OLYMPUS


I lived at the feet of Olympus and dreamed of the gods. When thunder and lightning passed through the clouds, I bowed my head to the dreaded Zeus. When the rays of the moon lightly silvered the ruptured rocks of the sacred mountain, my heart tingled as I thought of the beauty of Diana. I had only one desire: to reach the adored summit and contemplate for a moment the glory of the Immortals. For a long time the oracle had said to us: “The summits of Olympus are not inaccessible; but he whose foot treads on them will be, of all mortals, the most to be pitied.” We had often spoken of this oracle and we thought we understood it. Indeed, everyone knows that Jupiter strikes down the proud and that too much light blinds the weak eyes. No one had yet dared to desecrate the sacred places. I wanted to be the first, I was ready to give my life to see the gods face to face for a single moment. I said goodbye to those who loved me and left. I despised all the dangers of the journey; I walked along the precipices without seeing them; I thought only of the celestial vision and I understood the ecstasy that kills. At last my ascent was over. The highest peak stood before me. I climbed it, light as a bird and lowering my eyes so as not to see anything before the supreme moment. Then, with my heart beating wildly, I looked up. Cold snow covered the rocks; Olympus was deserted! I came down among men. When they question me… I never answer. The oracle had not lied. Of all mortals I am the most to be pitied. 

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMÉRO 5 5. SÉRIE – TONET 30 JANVIER 1904 133 137 
RÊVES PAÏENSVIII. SALULATIONS A ÈVE. 








ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝΠΕΡΙΟΔΟΣ Β’ ΕΤΟΣ 2 5 ” i ΑΘΗΝΑΙ 1 -1 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1911 i ΑΡΙΘΜΟΣ 999
** *VIII. SALULATIONS A ÈVE.Mère vénérable qu’on a tant maudite, Ève tendre et pécheresse, le jour viendra bientôt où tu seras enfin adorée. Nous te remercions, car tu as affranchi ta postérité. Sans toi, l’humanité, emprisonnée dans le Paradis terrestre, aurait langui dans un bonheur monotone, sans douleur et sans espoir, sans désirs et sans extase, sans-luttes et sans victoires, sans haine et sans amour; ses pieds n’eussent pas saigné ; aucune larme n’eut coulé de ses yeux, et son front étroil ne se fût jamais incliné sous le poids d’une pensée. . Tu l’avais bien senti. Dès le premier moment tu portais en toi le gérie de la vie, et tu ne voulus pas manger les fruits insipides du jardin fermé, sous le tiède soleil de l’éternelle prospérité, avec le compa gnon que tu n’avais pas choisi. . Quand apparut le tentateur, tu fus héroïque et faible, tu osas l’écouter. Tu fus la première révoltée. Tu cueillis, parmi les dangers, le fruit délicieux de l’arbre de la science. Tu devinas que de la vie pou vait couler l’ivresse comme le vin du raisin, et tes lèvres, que le lait des brebis et des vaches n’avail pas désaltérées, voulurent s’abreuver avidement à la liqueur brûlante….. Sans l’acte sublime par lequel tu bravas les châti ments célestes et l’ingratitude humaine, toutes les choses exquises nous seraient restées à jamais in connues. L’héroïsme ne fut pas né sans le péril, ni la pitié sans la souffrance, ni le baiser peut-être sans les soupirs. L’amour serait sans ailes et sans flêches ; la femme ne serait pas parée des nobles draperies de la pudeur ni de la perle noire du vice; ses yeux ne se baisseraient pas sur ses joues rougissantes, ni ne glisseraient entre leurs cils recourbés un regard séducteur. Au créateur lui-même tu fis un don magnifique. Avant ton péché, il ne recevait qu’un hommage sans noblesse, né voyait à ses genoux que des esclaves. La Foi ne déploirait pas vers lui son vol superbe, si par le Doute elle ne se sentait éternellement pour suivie. Lorsque retentit cette parole menaçante: «Tu en fanteras dans la douleur », ton coeur de femme tres saillit voluplueusement. Car ainsi, tu devins deux fois mère. Si sur un gazon toujours sec et moelleux ton enfant avait pu dormir en sûreté, abrité par les ailes des anges, tu n’aurais pas goûté la joie de veiller sur son berceau, d’apaiser ses cris, de le serrer contre le sein meurtri par lui. Dans le fade Paradis, quelle terne humanité aurait pullulé. C’est à peine si ces êtres satisfaits auraient différé l’un de l’autre. Les corps nus se ressemble raient comme les uniformes d’une école de charité. Les couples flaneraient, se tenant mollement la main, sans étreinte, sans un regard curieux sur les mystères de la terre et des cieux. Leurs enfants, pa reils à eux, grandiraient, paisibles comme des beufs qui ruminent, et leur vie aurait le goût de la paille lentement remâchée. Il est vrai qu’avant ta faute, le spectre qui nous hante aujourd’hui ne grimaçait pas entre les branches fleuries du Jardin Bienheureux. La créature devait posséder éternellement la création. Mais som. nolente et sans désir, elle ne pouvait en jouir. L’apparition effroyable de la Mort est venu e réveiller le monde avant de l’endormir. La terre nous est devenue plus chère depuis qu’elle est si mystérieuse, et qu’à sa poussière se mêlent les ossements de ceux qui l’ont foulée avant nous. De la tombe sont nées des terreurs et des espérances infinies. Les voix des revenants ont murmuré d’étranges choses, et les vivants ont frémi, en se sentant effleurés par les fantômes dans l’ombre….. Dans la lutte contre l’inflexible Ennemie, notre pensée et notre courage se sont aguerris, et sauront encore s’aguerir. Nous avons juré de lui arracher son secret, un jour, peut-être, nous découvrirons qu’elle n’est pas invincible ; nous lui abandonnerons sans regrets les dépouilles qu’elle réclame; et nous reconnaitrons en elle notre suprême libératrice! Le premier homme, innocent et soumis, était visité par les messagers célestes, mais ses vercus ne lui pretèrent pas d’ailes pour franchir les hauts murs de la prison paradisiaque. C’est l’Esprit inquiet et curieux qui a poussé les lourdes portes et les a refermées derrière lui. Sois bénie! belle Eve au coeur ardent, compagne envoyée par Dieu qui as écouté la voix du démon. Grâce à toi, aieule sage et mystérieuse, à la poitrine blessée, aux lèvres souriantes, nous sommes en route à travers le vaste monde, entre les hauteurs et les abîmes. Parmi nous retentissent les chants de triomphe mêlés aux hymnes funèbres. Grâce à toi, nos joies ne croupissent pas comme des étangs dans un parc abrité, mais jaillissent des profondeurs de notre être en gerbes étincelantes. Il est vrai que pous saignons de nombreuses blessures; souvent nous tombons à terre, désespérément las. Et cependant, même égarés dans le désert, quand nous gémissons contre le ciel et maudissons la vie, au pire moment de détresse luit la vision de la terre promise, et consolés par le rêve, nous ne nous sentons pas vaincus. Oui, nous te remercions, créature faible et tentée?, adorable tentatrice. Grâce à toi, les fruits sont savoureux, car nous avons eu faim ; les vérités sont belles comme des maîtresses longtemps cherchées, fidèlement servies. Les caresses nous ravissent, car nos sens sont troublés. Et l’âme lutte, pour conquérir glorieusement l’Immortalité. Grâce à toi, o Mère exquise, adorable et méconnue, dont la petite main nous a délivrés, il y a plus de volupté dans la souffrance que n’en contenait le bonheur; la mort est plus palpitante que n’était la vie. Max Rives. MAX RIVES. — RÊVES PAIENS ** *VIII. ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΑΜητέρα σεβαστή, τὴν ὁποίαν τόσῳ κατηράσθησαν, Εὔα τρυφερὰ καὶ ἀμαρτωλή, θὰ σὲ λατρεύσουν τέλος μία ἡμέρα.Σ’ εὐχαριστοῦμεν διότι ἐλευθέρωσες τοὺς ἀπογόνους σου.Χωρὶς ἐσὲ ἡ ἀνθρωπότης φυλακισμένη σ ’τὸν ἐπίγειο Παράδεισο θὰ ἐμαραίνετο σὲ μιὰ μονότονη εὐτυχία χωρὶς θλίψι, χωρὶς ἐλπίδας καὶ ἐπιθυμίας, χωρὶς ἀγῶνας καὶ χωρίς νίκας, δίχως μίσος καὶ δίχως αγάπη· τὰ πόδια της δὲν θὰ αἱμάτωναν· τὰ μάτια της ποτὲ δὲ θὰ δάκρυζαν καὶ τὸ στενό της μέτωπο δὲν ἤθελε γύρει ποτὲ ’ςτὸ βάρος μιᾶς καὶ μόνης σκέψεως. Σωστὰ ἐμάντευσες. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή ἔφερες μέσα σου τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ δὲν θέλησες νὰ γευθῇς τοὺς ἄνοστους καρποὺς τοῦ κλειστοῦ κήπου κάτω ἀπὸ τὸν χλιαρὸν ἥλιο τῆς παντοτεινῆς εὐδαιμονίας καὶ μὲ τὸν σύντροφο ποῦ δὲν εἶχες σὺ ἐκλέξει. Ὅταν ὁ πειρασμὸς ἐφάνη δὲν ἐτόλμησες νὰ τὸν ἀκοῦσῃς· ὑπῆρξες ἡρωϊκὴ καὶ ἀδύνατη. Ὑπῆρξες ἡ πρώτη ἐπαναστάτρια. Ἔδρεψες τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως μὲ κινδύνους. Ἐμάντευσες ὅτι ἡ ζωὴ μποροῦσε νὰ δίνῃ τὴν μέθη. Ὅπως τὰ σταφύλια δίνουν τὸ κρασὶ καὶ τὰ χείλη σου, τὰ ὁποία δὲν εἶχαν δροσισθῇ ἀπὸ τὸ γάλα τῶν ἀγελάδων, θέλησαν ἄπληστα νὰ δροσισθοῦν σ ’τὸ φλογερὸ υγρό. Χωρὶς τὴν ὑπέροχον τόλμη, μὲ τὴν ὁποίαν περιφρόνησες τὴν τιμωρίαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην τῶν ἀνθρώπων, ὅλα τὰ ὡραία πράγματα θὰ μᾶς ἔμεναν ἄγνωστα γιὰ πάντα.Δὲν θὰ εἴχαμε τὸν ἡρωισμόν ποῦ γεννᾷ ὁ κίνδυνος, οὔτε τὴν εὐσπλαγχνία ποῦ δίνει ἡ ὀδύνη, οὔτε καὶ τὸ φίλημα ἴσως ποῦ γεννᾶται σ ‘ τοὺς στεναγμούς. Ὁ ἔρως θὰ ἦτο χωρὶς πτερὰ καὶ χωρὶς βέλη. Ἡ γυναίκα δὲν θὰ ἐστολίζετο ἀπὸ τὸ ἀτίμητο πετράδι τοῦ ἀμαρτήματος, οὔτε ἀπὸ τοὺς πέπλους τοὺς εὐγενεῖς τῆς σεμνότητος.Καὶ εἰς τὸν Δημιουργὸν τὸν ἴδιον ἔκαμες έξοχον δῶρον. Πρὶν ἁμαρτήσῃς δὲν τοῦ ἀπέδιδαν παρὰ ἕνα σέβας ταπεινό, δὲν ἔβλεπε σ ’ τὰ πόδια του παρὰ σκλάβους. Ἡ πίστις δὲν θὰ διηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὸ πέταγμά της, ἂν δὲν ἠσθάνετο πῶς τὴν παρακολουθοῦσεν αἰώνια ἡ ἀμφιβολία .Ὅταν ἡ ἀπειλητικὴ φωνὴ ἀντήχησε : «Θὰ τεκνοποιῆσῃς μὲ πόνους» ἡ γυναικεία σου καρδιὰ ἐσκίρτησε : διότι ἔγεινες δυὸ φορὲς μητέρα. Ἂν τὸ παιδὶ σου μποροῦσε πάντα νὰ κοιμᾶται ἀσφαλὲς σ ’ τὴ μαλακὴ χλόη ἂν τὸ παράστεκαν πάντα οἱ ἄγγελοι, δὲν θὰ δοκίμαζες τὴν χαρὰ ν’ ἀγρυπνήσῃς κοντὰ σ ’ τὴν κούνια του, νὰ στεγνώσῃς τὰ δάκρυα του, νὰ τὸ σφίξῃς σ ’ τὸ στῆθος σου.Μία ἀνθρωπότης ἄτονος θὰ ἐγέμιζε τὸν χωρὶς θέλγητρα ΙΙαράδεισον ! Τὰ ζεύγη θὰ πηγαινοήρχοντο κρατούμενα ἀπὸ τὸ χέρι ἀδρανῆ, χωρὶς σφύξιμο καὶ χωρὶς ἕνα βλέμμα περίεργο γιὰ τὰ μυστήρια τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ.Τὰ παιδιά των ὅμοια μὲ αὐτοὺς, θὰ μεγάλω­ναν εἰρηνικά, ὅπως τὰ βώδια ὅταν μηρυκάζουν καὶ ἡ ζωή των θὰ εἶχε τὴ γεῦσι ποῦ ἔχει τὸ ξαναμασημένο ἄχυρο.Εἶναι ἀλήθεια πῶς πρὶν ἀπὸ τὸ ἀμάρτημα τὸ φάσμα ποῦ μᾶς πιέζει σήμερα δὲν ἔδειχνε τὴν ἀπαίσια μορφή του ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς ἀνθισμένους κλάδους τοῦ μακαρίου κήπου. Τὸ δημιούργημα θὰ ἦτο ὁ αἰώνιος κύριος τῆς δημιουργίας. Ἀλλά, σ ’τὸ λήθαργο βυθισμένο καὶ χωρὶς ἐπιθυμίας, δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀπολαύσῃ. Ἡ τρομακτικὴ ἐμφάνισις τοῦ θανάτου ἦλθε νὰ ξυπνήσῃ τὸν κόσμον. Ἡ γῆ μᾶς ἔγεινε πειὸ προσφιλὴς ἀφ’ ὅτου εἶναι τόσῳ μυστηριώδης καὶ ἀφ’ ὅτου ἡ σκόνη της ἀνακατεύεται μὲ τὰ ὀστὰ ἐκείνων ποῦ τὴν πάτησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς. Φρίκη καὶ ἐλπίδες ἀτελείωτοι γεννήθηκαν ἀπὸ τὸν τάφον. Αἱ φωναὶ ἐκείνων ποῦ ἔλειψαν ψιθύρισαν παράξενα πράγματα καὶ οἱ ζῶντες ἀνατρίχιασαν ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τῶν φαντασμάτων.Εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἀσπόνδου ἐχθρᾶς ἡ σκέψις μας καὶ ἡ ἰσχὺς μας ἐσκληραγωγήθησαν καὶ θὰ σκληραγωγηθοῦν ἀκόμη. Ὠρκίσθημεν νὰ τῆς ἀποσπάσουμε τὸ μυστικόν. Ἴσως ἀνακαλύψουμε μία ’μέρα ὅτι δὲν εἶναι ἀήττητος. Χωρίς λύπη θὰ τῆς ἐγκαταλείψουμε τὰ λείψανα ποῦ ζητεῖ καὶ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε ὡς ἐλευθερωτήν μας !Τὸν πρῶτον ἄνθρωπον ἀθῷον καὶ ὑποτεταγμενον ἐπεσκέφθησαν οἱ οὐράνιοι Διαγγελεῖς. Ἀλλὰ δὲν τοὺ δάνεισαν πτερὰ γιὰ νὰ πηδήσῃ τούς ψηλοὺς τοίχους τῆς φυλακῆς—τοῦ Παραδείσου. Μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ ἀνήσυχο καὶ περίεργο ἔσπρωξε τὰ βαρειὰ φύλλα τῆς πόρτας καὶ τὰ ἔκλεισε πάλι πίσω του. Ἔσο εὐλογημένη, Εὔα ὡραία, μὲ τὴν φλογερὴ καρδιά, σύντροφος σταλμένη ἀπὸ τὸν Θεὸν, καὶ ἡ ὁποία ἄκουσες τὴν φωνὴν τοῦ δαίμονος. Χάρις εἰς σὲ, πρόγονος σοφὴ καὶ μυστηριώδης, μὲ τὸ πληγωμένο στῆθος καὶ μὲ τὸ μειδίαμα σ ’τὸ στόμα, προχωροῦμε σ ’τὸν κόσμο τὸν ἀπέραντο ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ τὰς ἀβύσσους.Ἄσματα θριάμβου καὶ ὕμνοι πένθιμοι ἀντηχοῦν μεταξύ μας. Χάρις εἰς σὲ, αἱ χαραὶ μας δὲν λιμνάζουν, ὅπως τὰ ἕλη σ ’ ἕνα προφυλαγμένον ἀπὸ τοὺς ἀνέμους κῆπον, ἀλλὰ σὰν σπινθήρες ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας.Εἶναι ἀλήθεια πῶς ἔχουμε πολλὰς πληγὰς ανοικτάς· εἶναι ἀλήθεια πῶς συχνὰ χανώμεθα σ ’ τὴν ἔρημο· βογγοῦμε κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ καταρώμεθα τὴν γῆν· ἀλλὰ σ ’ τῆς ἀπελπισίας τὰς στιγμὰς λάμπει τὸ ὄραμα τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας καὶ παρηγορούμενοι ἀπὸ τὸ ὄνειρο δὲν αἰσθανώμεθα ἂν ἤμεθα νικημένοι. Ναὶ, σ ’ εὐχαριστοῦμε, πλᾶσμα ἀδύνατο, ποῦ παρεσύρθης καὶ παρέσυρες. Χάρις εἰς σέ, οἱ καρποί εἶναι γλυκύτεροι, διότι ἐπεινάσαμε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὡραία ὅπως μιὰ ἀγαπημένη γυναίκα ποῦ ἐπεθύμησαν πολύ, ποῦ ὑπηρέτησαν πιστά. Αἱ θωπεῖαι μᾶς θέλγουν, γιατὶ ἡ ἐπιθυμία ἐσύγχισε τὰς αἰσθήσεις μας καὶ ἡ ψυχὴ παλαίει γιὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν αἰωνιότητα.Χάρις εἰς σὲ μητέρα λατρευτὴ καὶ παραγνωρισμένη, ἡ ὁποία μὲ τὸ μικρὸ σου χέρι μᾶςἐλευθέρωσες, εἶναι περισσότερη ἡδονὴ σ ’ τὴν ὀδύνη παρὰ σ ’ τὴν εὐτυχία. Ὁ Θάνατος.Aἴγιον ,(Μετάφρασις ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ)ΡΟΔΟΠΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

*VIII. Greetings to Eve

Oh venerable mother who has been so cursed, tender and sinful Eve, the day will soon come when you will finally be adored. We thank you, for you have set your posterity free. Without you, humanity, imprisoned in the earthly Paradise, would have languished in a monotonous happiness, without pain and without hope, without desires and without ecstasy, without struggles and without victories, without hatred and without love; its feet would not have bled; no tear would have flowed from its eyes, and its narrow forehead would never have bowed under the weight of a thought. . You felt it well. From the very first moment you carried within you the germ of life, and you did not want to eat the insipid fruits of the closed garden, under the warm sun of eternal prosperity, with the companion you had not chosen. When the tempter appeared, you were heroic and weak, you dared to listen to him. You were the first to rebel. You picked, among the dangers, the delicious fruit of the tree of science. You realised that from life could flow intoxication like wine from the grape, and your lips, which had not been quenched by the milk of sheep and cows, wanted to drink greedily from the burning liquor….. Without the sublime act by which you defied heavenly punishment and human ingratitude, all the exquisite things would have remained unknown to us forever. Heroism was not born without peril, nor pity without suffering, nor the kiss perhaps without sighs. Love would be without wings and arrows; woman would not be adorned with the noble draperies of modesty or the black pearl of vice; her eyes would not droop on her blushing cheeks, nor would they slip a seductive glance between their curved lashes. To the Creator himself you gave a magnificent gift. Before your sin, he received only a homage without nobility, saw only slaves at his knees. Faith would not have flown to him, if it had not felt itself eternally followed by Doubt. When this threatening word rang out: “You will be in pain”, your woman’s heart was full of joy. For thus you became twice a mother. If your child had been able to sleep in safety on an ever-dry and soft lawn, sheltered by the wings of angels, you would not have tasted the joy of watching over his cradle, of soothing his cries, of clasping him to the breast he had bruised. In the dull Paradise, what dull humanity would have swarmed. These satisfied beings would hardly have differed from each other. Naked bodies would look like charity school uniforms. The couples would stroll along, holding hands loosely, without an embrace, without a curious glance at the mysteries of earth and heaven. Their children, their own children, would grow up, peaceful as ruminating oxen, and their lives would taste like slowly chewed straw. It is true that before your fault, the spectre that haunts us today did not grimace between the flowering branches of the Blessed Garden. The creature was to possess creation eternally. But dark and desireless, it could not enjoy it. The dreadful appearance of Death came to awaken the world before it fell asleep. The earth has become dearer to us since it is so mysterious, and the bones of those who walked on it before us are mingled with its dust. From the grave have come infinite terrors and hopes. The voices of the dead have whispered strange things, and the living have shuddered, feeling themselves brushed by the ghosts in the shadows….. In the struggle against the unyielding Enemy, our thought and courage have grown stronger, and will continue to grow stronger. We have sworn to wrest her secret from her, one day, perhaps, we shall discover that she is not invincible; we shall abandon to her without regret the spoils she claims; and we shall recognise in her our supreme liberator! The first man, innocent and submissive, was visited by the heavenly messengers, but his vercus did not give him wings to cross the high walls of the paradisiacal prison. It was the restless and inquisitive Spirit who pushed open the heavy doors and closed them behind him. Bless you, beautiful Eve with a burning heart, companion sent by God who listened to the voice of the devil. Thanks to you, wise and mysterious goddess, with a wounded chest and smiling lips, we are on our way through the vast world, between the heights and the abysses. Among us, songs of triumph resound, mingled with funeral hymns. Thanks to you, our joys do not stagnate like ponds in a sheltered park, but spring up from the depths of our being in sparkling sprays. It is true that we bleed from many wounds; often we fall to the ground, desperately weary. And yet, even when we are lost in the wilderness, when we groan against heaven and curse life, in the worst moment of distress the vision of the promised land shines forth, and comforted by the dream, we do not fail to see the way forward.

Σειρά Δεύτερη

Catullus Cynthia, Propertius Lesbia

LETTRES D’UNE VESTALE LETTRE I. ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΕΣΤΙΑΔΟΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ
MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMERO Б 5SÉRIE – TOME II 30 JUILLET 1904 
par M. Emile Boutrour, de ‘institut, 1er juin 1904. rue d’Athènes, la 41 ANNÉE. — 5 star, L. IL 
LETTRES D’UNE VESTALE Fragments d’une Correspondance perdue. On ne sait à qui ces lettres étaient adressées ni à quelle époque elles furent écrites. 
LETTRE I. 
Eh bien oui ! Le mot que je n’ai pas voulu te dire, je te l’écris. – Je t’aime! Vesta m’abandonne. Ta parole et ton regard m’ont poursuivie toute la nuit ; je n’ai pu m’endormir qu’à l’aube ; dans mon sommeil tu m’es encore apparu, et tu me disais : « Si tu étais libre, m’aimerais-tu ? » et je te répondais : «Oui, oui, de toute mon âme. » Quand je me suis réveillée, il me semblait que j’étais entrée dans un monde inconnu, un monde brûlant comme l’Afrique, où les parfums sont des poisons. Voilà dix ans que je suis Vestale. Je vivais, calme et sereine, auprès du feu sacré. Depuis que je t’ai connu, j’ai perdu à tout jamais la paix du cæur. Quand je t’ai vu pour la première fois, tu ne m’as pas plu. Ton front sévère, ta figure pâle et ravagée, ton regard presque dur, ne m’attiraient pas; moi qui, dans mes rêves, voyais passer de jeunes dieux ayant le rayon et le sourire, je me détournai de toi. Puis tu m’aimas ; d’abord, je fus offensée, t’en sou viens-tu ? Ensuite, je compris que ta pensée voyait dans l’amour l’hommage suprême, et que ta souf france était un agenouillement touchant devant la femme ; alors les prosternations de la piété devant la prêtresse me semblèrent peu de chose ; et quand je te disais : non! je souffrais plus que toi. Tu ne l’as pas deviné? J’ai trop lutté. Je n’ai plus de force! en t’aimant, je ne serai pas vile, car je donne ma vie. 

Oui, bénis soient ceux qui ont condamné la Vestale coupable à une mort affreuse. Ils nous ont défendues, à tout jamais, de la profanation des plaisirs légers; quand nous allons vers celui que nous aimons, nous savons que la mort sera, tôt ou tard, notre châtiment; toute étreinte a la passion et la tendresse des baisers suprêmes. Je ne veux pas que tu sois mal heureux. Viens ! toutes les années qui me restaient à vivre et toutes celles que j’ai vécues sans toi, je les mettrai dans la première heure que nous passerons ensemble. Viens ! Tu m’as bien aimée, je veux te rendre fou de bonheur. Je m’étais juré de respecter en moi la prêtresse, et je tiens mon serment; car je ne crains pas de me tromper, c’est bien l’Amour, le dieu lui-même qui me parle puisque je peux mépriser la lente torture qu’on m’infligera pour la joie que je te donnerai et que je te demande. Viens ! je n’ai pas à craindre la satiété, ni l’abandon. La mort me prendra, et celle qui te quittera ainsi ne pourra être oubliée. 
– Nous ne serons pas de ces amants qui rient plus tard de leur folie ; il y a dans notre passion assez de douleur pour l’éterniser. Bénis soient ceux qui me chatieront, car ils me sauvent du mépris. Ne crains pas pour moi le péril auquel tu m’exposes; car pour vivre enfin de toutes mes forces, pour ressentir une telle ivresse, je mourrais mille fois. Viens, c’est moi qui t’en prie ! Viens, je t’attends! 
MAX RIVES. – Ειδωλολατρικά όνειρα


ΙΔΡΥΤΗΣ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ EUGÈNE YUNG: FÉLIX DUMOULINΑΡΙΘΜΟΣ Б5ΣΕΡΙΕΣ – ΤΟΜΟΣ II30 ΙΟΥΛΙΟΥ 1904




ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ
ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΕΣΤΙΑΔΟΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥΑποσπάσματα χαμένης αλληλογραφίας. Δεν είναι γνωστό σε ποιον απευθύνονταν αυτές οι επιστολές ή πότε γράφτηκαν. 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ι.
Λοιπον ναι! Την λέξη που δεν ήθελα να σας πω, σας την γράφω. – Σ’ αγαπώ! Η Εστία με εγκατέλειπε. Τα λόγια σου και το βλέμμα σου με κυνηγούσαν όλη τη νύχτα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ μέχρι την αυγή. Στον ύπνο μου εμφανίστηκες ξανά εσύ και μου είπες : “Αν ήσουν ελεύθερη, θα με αγαπούσες;” “Και σας απαντούσα στο όνειρο:” Ναι, ναι, με όλη μου την ψυχή. “Όταν ξύπνησα, μου φάνηκε πως είχα εισέλθει εις κόσμο άγνωστο, κόσμο φλεγόμενο ωσάν την Αφρική, κόσμο όπου όλα τα αρώματα είναι δηλητήρια.
Ιδού! Είμαι Εστιάς Παρθένος δέκα χρόνια τώρα. Έζησα, ήρεμη και γαλήνια, πλησίον του ιερού πυρός. Από τότε που σε γνώρισα, έχασα την ηρεμία της καρδιάς μου δια παντός. Όταν σε είδα για πρώτη φορά, δεν μου άρεσες. Το μέτωπό σου, πολύ αυστηρό, η όψι σου, χλωμή και ταλαιπωρημένη, σπασμένη, το σχεδόν σκληρό βλέμμα σου, δεν με προσέλκυσε· Εγώ, που στα όνειρά μου έβλεπα νέους θεούς να περνούν με τις αχτίδες και τα χαμόγελά τους, αισθανόμουν για σένα αποστροφή. Έπειτα εσύ με αγάπησες· στην αρχή προσεβλήθην, το θυμάσαι; Τότε κατάλαβα ότι η σκέψη σου εθεωρούσε τον έρωτα ως την ύψιστη αφοσίωση, και ότι η οδύνη σου ήτο μια συγκινητική γονυκλισία ικεσίας μπροστά σε μια γυναίκα· εν τοιαύτη περιπτώσει, οι γονυκλισίες ευλαβείας ενώπιον μίας ιέρειας μου φαινόνταν μικρές, ένα τίποτε· και όταν ύστερα σου είπα: όχι! υπέφερα πολύ περισσότερο από ό,τι εσύ. Δεν το μάντεψες; Έχω αγωνιστεί πάρα πολύ. Δεν έχω άλλη δύναμη! αγαπώντας σε, δεν θα είμαι αθλία, διότι δίνω τη ζωή μου.
Ω ναι, ευλογημένοι είναι εκείνοι που καταδίκασαν την Ένοχη Εστιάδα εις θάνατον φρικτόν. Μας έχουν απαγορεύσει, δια παντός, την βεβήλωση των ελαφρών, γήινων απολαύσεων· όταν πηγαίνουμε σε εκείνιον που αγαπάμε, γνωρίζουμε ότι αργά ή γρήγορα ο θάνατος θα είναι η τιμωρία μας· κάθε αγκαλιά, κάθε ασπασμός έχει το πάθος και την τρυφερότητα των υπέρτατων φιλιών. Δεν θέλω να είσαι πια δυστυχισμένος. Έλα ! όλα τα χρόνια που μου έμειναν να ζήσω και όλα εκείνα που έζησα χωρίς εσένα, τα εναποθέτω στην πρώτη ώρα που θα περάσουμε μαζί. Έλα ! Με αγάπησες, θέλω να σε κάνω να τρελαθείς από ευτυχία. Είχα ορκισθεί στον εαυτό μου να σεβασθώ την ιέρεια εντός μου, και τον όρκο τον δικό μου, τον τηρώ· γιατί δεν φοβάμαι μήπως σφάλλω, είναι πράγματι ο Έρως, ο ίδιος ο θεός μου ομιλεί, αφού μπορώ να περιφρονήσω τά αργά βασανιστήρια που θα μου επιβάλλουν για τη χαρά που θα σας δώσω και που απαιτώ από εσένα.
Έλα ! Δεν χρειάζεται να φοβάμαι τον κορεσμό ή την εγκατάλειψη. Ο θάνατος θα με πάρει, και εκείνη που σε αφήνει έτσι δεν γίνεται να λησμονηθεί.- Δεν θα γίνουμε ποτέ εκείνοι οι ερασταί που αργότερα γελούν με την τρέλα τους· υπάρχει αρκετός πόνος μέσα στο πάθος μας, ώστε να διαιωνίσει ες αεί την τρέλα. Ευλογημένοι είναι εκείνοι που θα με τιμωρήσουν, διότι θα με σώσουν έτσι από την περιφρόνηση. Μη φοβάσαι για μένα και πως εκτίθεμαι για το χατίρι σου σε κίνδυνο· γιατί για να ζήσω επιτέλους με όλες μου τις δυνάμεις, για να νιώσω τέτοια μέθη, θα πέθαινα χίλιες φορές.Έλα, εγώ, εγώ σε ικετεύω! Έλα, σε περιμένω!Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FOUNDER: EUGÈNE YUNG DIRECTOR: FÉLIX DUMOULIN NUMERO Б 5SÉRIE – TOME II 30 JULY 1904 
by Mr. Emile Boutrour, of the Institute, June 1, 1904. rue d’Athènes, 41 YEAR. – 5 star, L. IL 
LETTERS FROM A VESTAL Fragments of a Lost Correspondence. It is not known to whom these letters were addressed or when they were written. 


LETTER I. 


Well, yes! The word I did not want to say to you, I am writing it to you. – I love you! Vesta abandons me. Your word and your gaze pursued me all night; I could not fall asleep until dawn; in my sleep you appeared to me again, and you said to me: “If you were free, would you love me?” and I answered you: “Yes, yes, with all my soul. When I woke up, it seemed to me that I had entered an unknown world, a world burning like Africa, where perfumes are poisons. I have been a Vestal for ten years. I lived, calm and serene, by the sacred fire. Since I met you, I have lost my peace of heart forever. When I first saw you, I did not like you. Your severe forehead, your pale and ravaged face, your almost hard gaze, did not attract me; I who, in my dreams, saw young gods passing by with a ray and a smile, turned away from you. Then you loved me; at first I was offended, do you remember? Then I understood that your thought saw in love the supreme homage, and that your suffering was a touching kneeling before the woman; then the prostrations of piety before the priestess seemed to me little; and when I said to you: no! I suffered more than you. Didn’t you guess it? I have struggled too much. I have no strength left! By loving you, I will not be vile, for I give my life. 

Yes, blessed are those who condemned the guilty Vestal to a dreadful death. They have forbidden us, for ever, from the profanation of light pleasures; when we go to the one we love, we know that death will, sooner or later, be our punishment; every embrace has the passion and tenderness of the supreme kisses. I do not want you to be unhappy. Come! All the years I have left to live and all those I have lived without you, I will put into the first hour we spend together. Come on! You have loved me well, I want to make you mad with happiness. I swore to respect the priestess in me, and I keep my oath; for I am not afraid to be mistaken, it is indeed Love, the god himself who speaks to me, since I can despise the slow torture that will be inflicted on me for the joy that I will give you and that I ask of you. Come! I need not fear satiety, nor abandonment. Death will take me, and she who leaves you like this cannot be forgotten. 

We shall not be like those lovers who later laugh at their folly; there is enough pain in our passion to eternalize it. Blessed be those who will keep me, for they save me from contempt. Do not fear for me the peril to which you expose me; for to live at last with all my strength, to feel such intoxication, I would die a thousand times. Come, I beg you! Come, I am waiting for you! 

LETTRES D’UNE VESTALE LETTRE II. ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΕΣΤΙΑΔΟΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ
** *
LETTRE II. 
Je t’avais écrit, il y a dix jours, mais mon messager n’est pas venu, et je n’ai pu t’envoyer ma lettre. Il vaut mieux qu’il en soit ainsi, car j’ai été faible, je te disais des choses insensées. Aujourd’hui, je me sens plus de courage. J’ai prié, et la déesse est venue à mon secours. Obéis-moi, je t’en supplie, pars, ne me revois plus. Je l’avoue, si je n’eusse été prétresse, si j’avais pu être ton épouse, je t’aurais follement aimé. Mais cela ne sera, hélas ! jamais possible. Je suis vierge, noble et Romaine, je mourrai plu tôt que de forfaire à l’honneur. Tu as aimé d’autres femmes; ces paroles que tu m’as dites, d’autres les ont entendues, d’autres les entendront. Etre ta victime comme elles, jamais ! Hier, j’ai rencontré l’Impératrice ; elle s’appuyait sur le beau Clodius; deux plébéiens ricanèrent : « Encore un », et ils se regardèrent. 
Je ne veux pas qu’on puisse se regarder ainsi, en m’entendant nommer. La honte et le vice sont partout autour de moi. Je veux être pure parmi les impures. Je veux veiller sur le feu sacré qui est l’emblème de la vertu humaine. Lorsque presque tous l’oublient, il est juste que quelques femmes y dévouent leur vie entière. 
A vous, les hommes, la patrie demande la fierté, le courage, toutes les grandes vertus ; ne rien demander aux femmes ! ce serait les mépriser ; elle nous demande la chasteté ! je la remercie de nous imposer ce sacrifice, de nous estimer assez pour nous confier un devoir, et j’obéirai. Je veux que ma vie soit blanche comme ma robe. Adieu! 
ΕΠΙΣΤΟΛΗΔΕΥΤΕΡΑ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ II.
Σας έγραψα προ δέκα ημερών, αλλά ο αγγελιοφόρος μου δεν ήρθε και δεν μπορούσα να σας στείλω την επιστολή μου. Καλύτερα που έγινε έτσι, γιατί ήμουν πολύ αδύναμη, και σας έλεγα πράγματα ανόητα και βλακώδη.Σήμερα αισθάνομαι πιο θαρραλέα. Προσευχήθηκα, και η θεά εισάκουσε και ήρθε στη βοήθειά μου. Υπακούστε σε αυτό που σας λέω, σας ικετεύω, φύγετε, μην με ξαναδείτε πια.
Ομολογώ, το παραδέχομαι, αν δεν ήμουν ιέρεια, αν μπορούσα να είμαι η γυναίκα σας, θα σας αγαπούσα τρελά. Αλλά αυτό δεν θα είναι, αλλίμονο, ποτέ δυνατό.Είμαι παρθένα, ευγενής και Ρωμαία, θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να χάσω την τιμή μου. Έχετε αγαπήσει άλλες γυναίκες· εκείνα τα λόγια που μου είπατε, άλλες τα έχουν ακούσει πριν από μένα, κι άλλες ακόμη μετά θα τα ακούσουν πάλι. Να γίνω εγώ το θύμα σας, όπως εκείνες, ουδαμώς, ποτέ!
Χθες γνώρισα την Αυτοκράτειρα· έγερνε στην αγκαλιά του όμορφου Κλαυδίου· δύο πληβείοι τους εχλεύασαν: «Άλλος ένας» είπαν και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους πονηρά.
Δεν θέλω κανείς να κοιτάζει κανέναν πονηρά, στην ακρόαση του ονόματός μου.Η αισχύνη, η ατίμωση και η κακία είναι παντού γύρω μου. Θέλω να είμαι αγνή μεταξύ των ακαθάρτων. Θέλω να προσέχω την ιερή φωτιά, το ιερόν πυρ, το μόνον έμβλημα της ανθρωπίνης αρετής.Όταν σχεδόν όλοι το λησμονούν, δίκαιο είναι μερικές γυναίκες να αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους σε εκείνο.
Από εσάς τους άνδρες, η πατρίδα απαιτεί υπερηφάνεια, θάρρος, όλες τις υψηλές αρετές· να μην ζητάτε τίποτε από τις γυναίκες! κάτι τέτοιο θα ήταν σα να την περιφρονούμε· από εμάς γυρεύει την αγνότητα! Την ευχαριστώ που μας επέβαλε τούτη τη θυσία, που μας θεώρησε αρκετά άξιες, ώστε να μας εμπιστευθεί ένα τόσο υψηλό καθήκον και εγώ θα υπακούσω σε αυτό.Επιθυμώ η ζωή μου να είναι τόσο λευκή όσο το φόρεμά μου. Αντίο !Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

LETTER II. 


I wrote to you ten days ago, but my messenger did not come, and I could not send you my letter. It is better that it should be so, for I have been weak, saying foolish things to you. Today I feel more courageous. I prayed, and the goddess came to my aid. Obey me, I beg you, go away, do not see me again. I confess that if I had not been a priestess, if I could have been your wife, I would have loved you madly. But that, alas, will never be possible. I am a virgin, a noblewoman and a Roman; I will die sooner than to forfeit my honour. You have loved other women; these words you have spoken to me, others have heard them, others will hear them. To be your victim like them, never! Yesterday I met the Empress; she was leaning on the handsome Clodius; two plebeians sneered: “Another one”, and they looked at each other. 
I do not want anyone to be able to look at each other like that, when they hear me named. Shame and vice are all around me. I want to be pure among the impure. I want to watch over the sacred fire which is the emblem of human virtue. When almost everyone forgets it, it is right that a few women should devote their whole lives to it. 
To you men, the fatherland asks for pride, courage, all the great virtues; to ask nothing of women! that would be to despise them; she asks us for chastity! I thank her for imposing this sacrifice on us, for esteeming us enough to entrust us with a duty, and I will obey. I want my life to be as white as my dress. Farewell! 

LETTRES D’UNE VESTALE LETTRE III ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΕΣΤΙΑΔΟΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ
** *LETTRE III (à un autre inconnu). 
Je viens d’apprendre la mort de ton ami, je suis folle de douleur. Hélas ! les dieux récompensent mal la vertu. S’il est mort, si l’Empereur l’a condamné, c’est qu’il était trop grand, trop fier pour cette horrible cour. 
Il a su qu’il devait mourir, et avant de se frapper il n’a pas eu un mot pour moi; il n’a pas demandé à me voir; il ne m’aimait donc plus ? 
Ah ! si seulement j’avais tenu sur ma poitrine sa tête mourante, je serais moins malheureuse; si seulement je lui avait dit combien je l’aimais ! Mais il est mort, il ne le saura jamais. Si j’avais été plus faible, je l’aurais rendu heu reux pendant quelques semaines, et ce souvenir aurait suffi à ma vie; oui, j’aurais pu mourir avec lui sans attendre la sentence de mes juges; à présent je n’ose me tuer, car, lorsque son ombre rencontrera la mienne, elle la repoussera peut-être. 
Je souffre affreusement. Je vois toujours ses yeux suppliants qui se posaient sur moi comme une caresse et une brûlure. Comme j’aurais voulu céder à leur prière ! mais je ne l’ai pas fait; à présent, c’est trop tard. J’ai voulu garder le respect du monde ; comme il ne parait peu de chose en ce moment ! Le respect de moi-même ? Je ne sais si je ne me méprise pas d’avoir mal aimé. 
Il me reste l’approbation des dieux. Et si ces dieux n’existaient pas ? 
J’ai voulu être pure. J’ai révé, cette nuit, que j’étais dans un pays couvert de neige. Les arbres n’étaient que des formes blanches, le ciel était cou vert de nuages blancs, la mer gelée n’était qu’une immense surface blanche, et, dans toute cette blancheur, je vis couchée une statue de femme en marbre blanc. Et je me dis : Voilà la pureté absolue; cette femme de pierre, c’est moi telle que je me suis faite. C’est cette blancheur mortelle que j’ai préférée à la nature ensoleillée, criminelle et féconde, pleine de boue et de sang, d’harmonie et de couleur. Aucun pied humain ne doit se poser sur cette neige qu’il souillerait. Je dois demeurer, à tout jamais, seule, dans cette blancheur immaculée. Ah ! l’affreux rêve ! tu vois que je deviens folle. Je sens que je mourrai de ma douleur ; et je n’ai pas vécu ! Pas un jour, pas une heure ! Les dieux me rendront-ils ce que j’ai perdu ici-bas ? L’Amour aussi est un dieu, et je l’ai mortellement offensé. Je suis belle et nul n’a été heureux par moi. Voilà la pensée qui me tue. ** *
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΙΙΤΡΙΤΗΕΠΙΣΤΟΛΗ III (προς έτερον ξένον, άγνωστον). 
Μόλις πληροφορήθην περί του θανάτου του φίλου σας, και πονώ τρελά από την θλίψη. Αλίμονο! οι θεοί ανταμείβουν άσχημα την αρετή.Εάν είναι νεκρός, αν ο Αυτοκράτωρ τον καταδίκασε, τούτο είναι επειδή ήταν πολύ υψηλός, πολύ υπερήφανος για εκείνο το φρικτό, αισχρό δικαστήριο.
Εγνώριζε ότι έπρεπε να πεθάνει και πριν αυτοκτονήσει δεν μου είπε ούτε λέξη· μήτε να με δει ζήτησε· μήπως δεν με αγαπούσε πια;

Αχ! Ας είχα μονάχα κρατήσει την θνήσκουσα αγαπημένη κεφαλή του στο στήθος μου, θα ήμην λιγότερο θλιμμένη· αν μονάχα του είχα πει πόσο τον αγαπούσα! Αλλά είναι νεκρός πια, δεν θα το μάθει ποτέ.
Αν ίσως είχα υπάρξει πιο αδύναμη, θα τον είχα κάνει ευτυχισμένο για μερικές εβδομάδες και εκείνη η ανάμνηση, έστω, θα ήτο αρκετή δια την ζωή μου· Ναι, θα μπορούσα να πεθάνω μαζί του, δίχως να περιμένω την απόφαση των δικαστών μου· Τώρα δεν τολμώ καν να αυτοκτονήσω, γιατί όταν η σκιά του συναντήσει τη δική μου, μπορεί να με διώξει.
Πονώ φοβερά. Βλέπω ακόμα τα ικετευτικά του μάτια, να αναπαύονται πάνω μου, σαν χάδι και καύμα. Πώς θα ήθελα να είχα υποχωρήσει τότε στην προσευχή των ματιών του ! Αλλά δεν το έκανα όσο ήταν ακόμη καιρός·  τώρα είναι πολύ αργά.
Ήθελα να διατηρήσω τον σεβασμό του κόσμου·  πόσο ασήμαντος μου φαίνεται τούτη τη στιγμή! Σεβασμός για εμένα την ίδια; Δεν ξέρω αν δεν περιφρονώ τον εαυτό μου που αγάπησα τόσο σκληρά.
Μου δίδεται ακόμη η έγκριση των θεών. Τι γίνεται αν αυτοί οι θεοί δεν υφίστανται ; Αν δεν υπάρχουν;
Ήθελα να είμαι αγνή. Ονειρεύτηκα εκείνο το βράδυ, ότι ήμην σε μια χώρα καλυμμένη από το χιόνι. Τα δέντρα είχον γίνει μονάχα λευκά σχήματα, ο ουρανός ήτο πράσινος με άσπραις νεφέλαις και σύννεφα, η παγωμένη θάλασσα ήτο απλώς μια απέραντη λευκή επιφάνεια και, εντός όλης τούτης της λευκότητος, είδα να ξαπλώνει χάμω ένα άγαλμα, άγαλμα γυναικός από λευκό μάρμαρο. Και είπα στον εαυτό μου: Αυτή είναι η απόλυτη αγνότητα· αυτή η πέτρινη γυναίκα είναι εγώ όπως έχω χτίσει τον εαυτό μου. Τούτη την θανατηφόρο λευκότη προτίμησα, αντί της ηλιόλουστης, εγκληματικής και γονίμου φύσεως, αντί της γεμάτης λάσπη και αίμα, της φύσεως της γεμάτης με αρμονία και χρώματα.
Κανένα ανθρώπινο πόδι δεν πρέπει να πατήσει αυτό το χιόνι, γιατί θα το μολύνει. Πρέπει να παραμείνω, δια παντός, μόνη, εντός αυτής της αψόγου λευκότητος. Αχ! το απαίσιο όνειρο! Βλέπεις πως τ ρ ε λ α ί ν ο μ α ι.Αισθάνομαι ότι θα πεθάνω από τον πόνο μου·  και δεν έχω ζήσει! Ούτε μια ημέρα, ούτε μια ώρα! Θα μου δώσουν πίσω οι θεοί αυτά που έχασα εδώ κάτω στη γη; Ο Έρωτας κι εκείνος θεός είναι, και τον προσέβαλα θανάσιμα.Είμαι πανέμορφη και κανείς δεν στάθηκε ευτυχισμένος πλάι μου. Ορίστε. Ιδού η σκέψις που με σκοτώνει.** *Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

** LETTER III (to another unknown person). 

I have just learned of the death of your friend, I am mad with grief. Alas! the gods reward virtue badly. If he died, if the Emperor condemned him, it is because he was too great, too proud for this horrible court.  He knew that he had to die, and before striking himself he did not have a word for me; he did not ask to see me; did he not love me any more?  Ah, if only I had held his dying head on my chest, I would be less unhappy; if only I had told him how much I loved him! But he is dead, he will never know. If I had been weaker, I would have made him happy for a few weeks, and that memory would have been enough for my life; yes, I could have died with him without waiting for the sentence of my judges; now I dare not kill myself, for when his shadow meets mine, it may push it away.  I suffer terribly. I still see her pleading eyes, which used to rest on me like a caress and a burn. How I would have liked to give in to their prayer! but I did not; now it is too late. I wanted to keep the respect of the world; how little it seems at this moment! Respect for myself? I don’t know if I don’t despise myself for having loved badly.  I still have the approval of the gods. And if these gods did not exist?  I wanted to be pure. I dreamed, last night, that I was in a country covered in snow. The trees were only white shapes, the sky was green with white clouds, the frozen sea was only a huge white surface, and in all this whiteness I saw a white marble statue of a woman lying. And I said to myself: This is absolute purity; this woman of stone is me as I have made myself. It is this mortal whiteness that I have preferred to the sunny, criminal and fertile nature, full of mud and blood, of harmony and colour. No human foot must ever set foot on this snow, for it would defile it. I must remain, forever, alone, in this immaculate whiteness. Ah, the awful dream! You see I am going mad. I feel that I will die of my pain; and I have not lived! Not a day, not an hour! Will the gods give me back what I have lost here on earth? Love too is a god, and I have mortally offended him. I am beautiful and no one has been happy through me. This is the thought that kills me. * *

MAX RIVES. — RÊVES PAIENS REVUE POLITIQUE ET LITTÉRAIRE REVUE BLEUE FONDATEUR : EUGÈNE YUNG DIRECTEUR : FÉLIX DUMOULIN NUMERO Б 5SÉRIE – TOME II 30 JUILLET 1904 
par M. Emile Boutrour, de ‘institut, 1er juin 1904. rue d’Athènes, la 41 ANNÉE. — 5 star, L. IL 
LA DOULEUR DE PROMÉTHÉE Le Titan rêvait ! derrière les noirs rochers du Caucase, de sombres nuages s’amoncelaient. Prométhée voyait Jupiter sur son trône. Pour qu’un tyran soit condamné, il suffit qu’un seul offre au vautour un corps dont la tête ne s’est pas inclinée. Le grand Titan savait que la pensée était née en l’homme, et que les dieux tremblaient. Bien des siècles s’étaient écoulés depuis qu’il avait dérobé le feu sacré, ce feu qui est en même temps chaleur et lumière. Bien des siècles s’écouleraient encore, mais le jour de la victoire viendrait. Jupiter avait fait un martyr. Jupiter s’écroulerait. Prométhée connaissait maintenant l’extase qui jaillit du sacrifice et que les Olympiens ne connaîtront jamais. Il se sentait le Maître des Dieux et l’ami des mortels. Il avait la majesté suprême devant laquelle Vénus même se prosterne, palpitante et soumise. 
Soudain une forme ailée se posa sur le roc et vint s’agenouiller aux pieds du Titan. C’était une femme d’une beauté lunaire. 
« Sois la bienvenue » dit Prométhée. Je t’attendais depuis longtemps, ma divine Messagère ! » « Mon amour et mon Maitre, c’est pour te servir que je suis restée loin de toi. Je t’apporte de grandes nouvelles. Ne regarde plus la Grèce, ton pays chéri t’oublie. » 
« Si la Grèce m’oublie, j’ai donc perdu le cœur de l’humanité. » 
« Bien-aimé, il y a un pays où les hommes sont laids et haineux, et pourtant en ce moment même il s’y passe des choses merveilleuses, car là vit un être adorable. Regarde la Palestine, je t’en supplie. » 
Vers le coin de terre que sa Messagère lui mon trait, le Titan tourna ses yeux profonds. Il vit, sur un crucifix, un corps sanglant comme le sien, et il se dit : C’est un révolté comme moi ! Mais le crucifié parla : « Mon père, que ta volonté soit faite sur la terre comme au ciel ». 
Le Titan tressaillit. Ce père c’était le Puissant, le Despote, celui que Prométhée combattait. Qu’on le nommat Jupiler ou Jéhovah, c’était le même Dieu ! Le martyr du Caucase vit que le martyr du Golgotha serait profondément aimé. Un jour, il tiendrait dans ses mains percées le coeur de l’humanité, et il l’offri rait à celui qui règne dans les cieux. 
Prométhée disait à l’esclave : « Lutte sans lassitude et sans fin. Délivre-toi. » 
Jésus lui dirait. « Le tyran céleste est ton père. Adore sa volonté. » 
Prométhée murmura : « Je suis peut-être vaincu ; je suis, certes, oublié. 
Je voulais rendre la terre digne du ciel, mais maintenant, pendant des siècles, les meilleurs parmi les hommes dédaigneront la terre pour mériter le ciel. Ils ont mis leur Dieu si haut, qu’ils ne peuvent songer à le détrôner. « Vois, mon amie. Celui qui souffre là-bas, lève vers un Paradis céleste ses yeux mourants. Moi, lié sur la plus haute des cimes terrestres, je contemple avec désir la vallée où l’on travaiile et où l’on aime. « Mais mon règne est fini. Le Christ a murmuré des paroles de douceur que je n’ai pas su prononcer, et l’ame des humbles a tressailli. « Les hommes vivront de rêves et de cauchemars; quand ils s’éveilleront, ils penseront à moi. « Mais ce jour tardera. Viens ici, ma bien aimée, près de moi, mets ta main dans la mienne; seule ta tendresse de femme peut consoler le Titan oublié. » Elle obéit. Ils restèrent longtemps ainsi, silencieux. Soudain ? Prométhée sentit que les doigts de l’Amante étaient froids et inertes; il vit qu’elle regardait fixe ment là-bas, où des femmes mortelles couvraient de larmes et de parfums le corps du crucifié. 
Il laissa tristement retomber la petite main, et dit : « Va donc où ton cæur t’appelle. Va trouver ceux à qui leur Maitre a promis le bonheur, ceux qui appellent la révolte un crime, ceux qui ont senti sur leur épaule une lourde main qui les a jetés à genoux ». 
Elle est partie. Les siècles s’écoulent ; le Titan torturé ne sent plus sur ses blessures les lèvres d’une amante. Il est seul, car la femme est à Jésus. Le vautour s’est envolé, le laissant à ses chaines pesantes. Suspendu entre la terre et le ciel, il médite, et il attend le réveil de l’homme. ** *Max RivesPage 148 
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΩΣΟ Τιτάν ωνειρεύετο! Πίσω από τους μαύρους βράχους του Καυκάσου, συγκεντρώνονταν σύννεφα σκοτεινά.Ο Προμηθεύς είδε τον Δία στο θρόνο του. Για να καταδικαστεί ένας τύραννος, το μόνον που χρειάζεται είναι να προσφερθή στο όρνεο ένα σώμα του οποίου η κεφαλή δεν υπετάχθη ακόμη. Ο μέγας Τιτάν εγνώριζε ότι η σκέψη γεννήθηκε εντός του ανθρώπου και ότι οι θεοί έτρεμαν γι’ αυτό. Αιώνες επί αιώνων είχαν περάσει από τότε που είχε κλέψει το ιερόν πυρ, εκείνη τη φωτιά που είναι εν τω άμα καύμα και φως. Αιώνες επί αιώνων θα περνούσαν ακόμη, αλλά έσσεται η ημέρα της νίκης.



Ο Ζευς είχε κάνει έναν κάνει μάρτυρα. Ο Ζευς θα κατέρρεε. Ο Προμηθέας εγνώριζε πλέον την έκστασι την πηγάζουσα από τη θυσία, την έκστασι την οποία οι Ολύμπιοι ουδέποτε θα εγνώριζαν. Ησθάνετο πως ήτο ο ίδιος ο Διδάσκαλος των Θεών και ο φίλος των θνητών. Είχε την υπέρτατη μεγαλοπρέπεια έμπροσθεν της οποίας ακόμη και η Αφροδίτη έκλινε με σέβας το γόνυ, παλλόμενη και υποταγμένη.
Αίφνης μια μορφή φτερωτή προσγειώθηκε στο βράχο και γονάτισε στους πόδας του Τιτάνος. Ήταν μια γυναίκα σεληνιακού κάλλους και φεγγάρινης ομορφιάς.
«Καλώς ήλθατε», είπε ο Προμηθεύς. Σας περίμενα πολύ καιρό, θεϊκή μου Αγγελιαφόρε!»
«Έρωτά μου και Δάσκαλέ μου, μόνον δια να σας υπηρετώ έμεινα μακριά σας επί μακρόν. Υπέροχα νέα σας φέρνω και αγγελίες. Μη προσέχετε πια την Ελλάδα, η αγαπημένη σας χώρα σας έχει ξεχάσει. »«Αν η Ελλάς με έχει ξεχάσει, τότε έχω χάσει την καρδιά της ανθρωπότητας.» 
«Αγαπημένε, υπάρχει μια χώρα όπου οι άνθρωποι είναι άσχημοι και μισητοί, μολαταύτα τούτη τη στιγμή πράγματα συμβαίνουν υπέροχα εκεί, διότι ζει εκεί ένα υπέροχο ον. Κοίτα την Παλαιστίνη, σε ικετεύω.»


Προς κείνη τη γωνιά της γης που του έδειξε η Αγγελιαφόρος του, ο Τιτάν έστρεψε τα βαθιά του μάτια. Και είδε, επί του σταυρού, ένα σώμα αιμάσσον, ωσάν το δικό του, και είπε εις εαυτόν: Επαναστάτης είναι, όπως εγώ !
Αλλά ο Εσταυρωμένος ωμίλη: “Πάτερ μου, γεννηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης».
Ο Τιτάνας ετινάχθη και μόρφασε. Τούτος ο πατέρας ήταν ο Παντοδύναμος, ο Δεσπότης, εκείνος ο ίδιος τον οποίο πολεμούσε ο Προμηθεύς. Είτε τον αποκαλούσαν Δία είτε Ιεχωβά, ήταν ο ίδιος Θεός! Ο μάρτυρας του Καυκάσου είδε ότι εν τέλει ο μάρτυρας του Γολγοθά θα αγαπηθεί βαθιά. Μια μέρα θα κρατούσε την καρδιά της ανθρωπότητας στα τρυπημένα χέρια του κι έπειτα θα την προσέφερε σε εκείνον που βασιλεύει στους ουρανούς.
Ο Προμηθεύς είπε στην σκλάβο: «Αγωνίσου χωρίς αδυναμία και χωρίς τέλος. Παραδώσου».
Ο Ιησούς θα της έλεγε. «Ο επουράνιος τύραννος είναι ο πατέρας σου. Να λατρεύεις το θέλημά του. “
Ο Προμηθεύς μουρμούρισε: «Ίσως νικήθηκα. Είμαι, το δίχως άλλο, λησμονημένος.

Επιθύμησα να κάνω τη γη άξια για παράδεισο, αλλά από τώρα και για αιώνες εις το εξής, οι καλύτεροι των ανθρώπων θα περιφρονούν την γη για να τους αξίζει ο επουράνιος παράδεισος. Τοποθέτησαν τον Θεό τους τόσον υψηλά, ώστε ούτε καν ονειρεύονται να τον εκθρονίσουν.«Δες, φίλη μου αγαπημένη. Εκείνος που υποφέρει εκεί πάνω, ανυψώνει τα μάτια του προς έναν επουράνιο Παράδεισο. Εγώ, δεσμώτης στην υψηλότερη από τις επίγειες κορυφές, ατενίζω με πόθο την κοιλάδα όπου κάποιος εργάζεται και αγαπά.«Αλλά η βασιλεία μου τελείωσε. Ο Χριστός μουρμούρισε ζεστά λόγια γλυκύτητας τα οποία εγώ ούτε πώς να τα προφέρω δεν θα ήξερα, και οι ψυχές των ταπεινών αναπήδηξαν.

«Οι άντρες θα ζήσουν με όνειρα και εφιάλτες. όταν ξυπνούν θα με σκέφτονται κι εμένα.«Αλλά εκείνη η μέρα θ’ αργήσει ακόμη. Έλα εδώ, αγαπημένη μου, κοντά μου, βάλε το χέρι σου στο δικό μου· μόνον η θηλυκή σου τρυφερότης δύναται να παρηγορήσει τον λησμονημένο Τιτάνα».Εκείνη υπάκουσε. Έμειναν σιωπηλοί για πολύ καιρό. Αίφνης; Ο Προμηθεύς ησθάνθη πως τα δάκτυλα της ερωμένης ήσαν κρύα και αδρανή· είδε πως εκείνη κοίταζε σταθερά πέρα εκεί, όπου θνητές γυναίκες σκέπαζαν το σώμα του εσταυρωμένου με δάκρυα και αρώματα.
Άφησε με θλίψη το χεράκι της να πέσει, και είπε, «Πήγαινε εκεί που σε καλεί η καρδιά σου». Πήγαινε να βρεις εκείνους στους οποίους ο Δάσκαλός τους έχει υποσχεθεί ευτυχία, εκείνους που αποκαλούν την επανάσταση έγκλημα, εκείνους που έχουν νιώσει στον ώμο τους ένα βαρύ χέρι να τους έχει ρίξει στα γόνατα ».
Εκείνη έφυγε. Οι αιώνες περνούν· Ο μαρτυρικός Τιτάν δεν αισθάνεται πλέον τα χείλη της ερωμένης στις πληγές του. Είναι μόνος του, γιατί η γυναίκα ανήκει στον Ιησού. Ο γύπας, το όρνεο πέταξε, αφήνοντάς τον στις βαριές αλυσίδες του.
Αιωρούμενος και υπό περιορισμόν, στ’ ανάμεσα γης και ουρανού, διαλογίζεται και περιμένει την αφύπνιση του ανθρώπου.** *Max RivesΣελίδα 148
Μετάφραση : Ηλίας Κολοκούρης

PROMETHEUS’ PAIN

The Titan was dreaming! Behind the black rocks of the Caucasus, dark clouds were gathering. Prometheus saw Jupiter on his throne. For a tyrant to be condemned, it is enough for one to offer the vulture a body whose head has not bowed. The great Titan knew that thought was born in man, and that the gods trembled. Many centuries had passed since he had stolen the sacred fire, that fire which is both heat and light. Many centuries would still pass, but the day of victory would come. Jupiter had made a martyr. Jupiter would fall. Prometheus now knew the ecstasy that springs from sacrifice and that the Olympians will never know. He felt himself the Master of the Gods and the friend of mortals. He had the supreme majesty before which even Venus prostrates herself, throbbing and submissive. 
Suddenly a winged form landed on the rock and came to kneel at the Titan’s feet. It was a woman of lunar beauty. 
“Welcome,” said Prometheus. I have waited for you for a long time, my divine messenger! “My love and my Master, it is to serve you that I have stayed away. I bring you great news. Do not look at Greece any more, your beloved country has forgotten you. 
“If Greece forgets me, then I have lost the heart of humanity.” 
“Beloved, there is a country where men are ugly and hateful, and yet at this very moment wonderful things are happening there, for there lives a lovely being. Look at Palestine, I beg of you. 
To the corner of the earth which his Messenger had drawn for him, the Titan turned his deep eyes. He saw, on a crucifix, a bloody body like his own, and he said to himself: This is a rebel like me! But the crucified one spoke: “Father, thy will be done on earth as it is in heaven. 
The Titan shuddered. This father was the Mighty One, the Despot, the one whom Prometheus was fighting. Whether he was called Jupiter or Jehovah, it was the same God! The martyr of the Caucasus saw that the martyr of Golgotha would be deeply loved. One day he would hold the heart of humanity in his pierced hands and offer it to the one who reigns in heaven. 
Prometheus said to the slave: “Struggle without weariness and without end. Deliver yourself. 
Jesus would say to him. “The heavenly tyrant is your father. Worship his will. 
Prometheus murmured: “I may be defeated; I am certainly forgotten. 
I wanted to make the earth worthy of heaven, but now, for centuries, the best of men will despise the earth to deserve heaven. They have set their God so high that they cannot think of dethroning Him. “See, my friend. He who suffers there, lifts his dying eyes to a heavenly Paradise. I, bound on the highest of earthly peaks, contemplate with desire the valley where one works and loves. “But my reign is over. Christ has whispered words of sweetness which I have not been able to utter, and the souls of the humble have leaped. “Men will live in dreams and nightmares; when they awake, they will think of me. “But that day will be late. Come here, my beloved, close to me, put your hand in mine; only your female tenderness can console the forgotten Titan. She obeyed. They remained silent for a long time. Suddenly? Prometheus felt that the Lover’s fingers were cold and inert; he saw that she was looking fixedly over there, where mortal women were covering the body of the crucified one with tears and perfumes. 
He sadly let the little hand fall back, and said: “Go, then, where your heart calls you. Go and find those to whom their Master has promised happiness, those who call rebellion a crime, those who have felt a heavy hand on their shoulder which has thrown them to their knees. 
She is gone. Centuries pass; the tortured Titan no longer feels the lips of a lover on his wounds. He is alone, for the woman is Jesus’. The vulture has flown away, leaving him to his heavy chains. Suspended between earth and heaven, he meditates, and awaits the awakening of the man. *Max RivesPage 148 

Σειρά Τρίτη


PRIÈRE DE L’AVENIR AU POÈTE 
Je suis le Puissant, l’Indomptable. Je marche, et mon pas fait vaciller le monde. Je parle, et au son de ma voix les forteresses s’écroulent. Quoi que tu fasses, je serai vainqueur! Et cependant je t’implore; car, sans toi, je ne serai pas aimé, sans toi, les etres nobles ne me comprendront pas, et maudiront l’Avenir et son œuvre. Je suis le grand Forgeron qui travaille dans la poussière et dans l’ombre. Lorsque surgit, des ténèbres, ma tête redoutable, les femmes s’en fuient, épouvantées. Pour mon front sévère, seules les fines mains savent tresser les parures. Toi seul peux attacher à mes chevilles les sandales ailées. Aime-moi, je serai charmant. Aime-moi, tu seras fort… Oublie le chemin des cimetières. N’arrose plus de tes larmes les troncs desséchés; sur les idoles brisées, laisse s’étendre la mousse. Viens à moi. Je suis nu et pauvre encore. Donne-moi ma couronne de rayons, donne-moi ma robe de beauté. 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΠΟΙΗΤΗ 
Είμαι ο Ισχυρός, ο Αδάμαστος. Περπατώ και το βήμα μου κάνει τον κόσμο να λικνίζεται. Μιλάω, και στον ήχο της φωνής μου τα φρούρια καταρρέουν. Ό,τι κι αν κάνεις, θα σε νικήσω / κατακτήσω! Και όμως σε ικετεύω- γιατί χωρίς εσένα δεν θα με αγαπήσουν, χωρίς εσένα τα ευγενή όντα δεν θα με καταλάβουν και θα καταριούνται το Μέλλον και το έργο του. Είμαι ο μεγάλος σιδηρουργός που εργάζεται στη σκόνη και στις σκιές. Όταν το φοβερό μου κεφάλι αναδύεται από το σκοτάδι, οι γυναίκες τρέπονται σε φυγή τρομαγμένες. Για το αυστηρό μου μέτωπο, μόνο τα λεπτά χέρια ξέρουν πώς να πλέκουν τα στολίδια. Μόνο εσύ μπορείς να δέσεις τα φτερωτά σανδάλια στους αστραγάλους μου. Αγάπα με, θα είμαι γοητευτικός. Αγάπα με, θα είσαι δυνατή… Ξέχασε το μονοπάτι των νεκροταφείων. Μην ποτίζεις τους ξεραμένους κορμούς με τα δάκρυά σου- στα σπασμένα είδωλα, άφησε τα βρύα να απλωθούν. Έλα σε μένα. Είμαι ακόμα γυμνός και φτωχός. Δώσε μου το στέμμα των ακτίνων μου, δώσε μου το ένδυμα της ομορφιάς μου.

PRAYER OF THE FUTURE TO THE POET 


I am the Mighty One, the Indomitable One. I walk, and my step shakes the world. I speak, and at the sound of my voice fortresses crumble. Whatever you do, I shall conquer! And yet I implore you; for without you I shall not be loved, without you the noble ones will not understand me, and will curse the Future and its work. I am the great Blacksmith who works in the dust and in the shadows. When my fearsome head emerges from the darkness, women flee from me in horror. For my severe forehead, only the fine hands know how to weave the ornaments. Only you can tie the winged sandals to my ankles. Love me, I shall be charming. Love me, you will be strong… Forget the path of the cemeteries. Do not water the dried up trunks with your tears; on the broken idols, let the moss spread. Come to me. I am naked and poor still. Give me my crown of rays, give me my robe of beauty. 

LES CYCLOPES 
Pour arracher au sol le métal et les pierres précieuses, pour allumer le feu des forges, et battre le fer, les Cyclopes avaient durement et sans trève peiné, La sueur coulait de leurs fronts brunis. Ils étaient las. Ils avaient soif. Appuyant sur les tables de granit leurs coudes massifs, ils criaient : « A boire » Soudain apparurent trois hommes magnifiquement parés. De lourdes broderies d’argent raidissaient l’étoffe somptueuse de leurs tuniques. Des rubis, des émeraudes, des saphirs cuirassaient leur étroite poitrine. Sur leur visage émacie, le fard mettait un masque blanc taché de rouge. Leurs paupières aux cils teints voilaient à demi des pru nelles énigmatiques et mornes. Très fiers, ils portaient haut la tête. Au milieu de la caverne rocheuse el profonde où roulaient des flots de vapeur, où, dans la lueur rouge des brasiers, flottaient de grandes ombres noires, ils semblaient des poupées étranges, d’une mesquine joliesse. Marchant lentement, avec des allures pompeuses, ils s’approchèrent et dirent: « Nous sommes la Joie, l’Orgueil et la Gloire des nations, les favoris des Immortels ! Nous sommes les divins artistes. Nous avons entendu vos gémissements. Pour vous consoler, nous vous apportons nos œuvres. Elles sont d’une valeur inestimable et d’un travail si habile qué nul autre n’eût pu l’ere cuter. Voyez la pureté des formes, et comme les diamants, les turquoises et les perles tracent, dans l’or, des fleurs étincelantes. » Ayant dit, ils tendirent aux Cyclopes des coupes merveilleusement ciselées, élégantes comme des lys. Mais les rudes ouvriers, déçus, bri sèrent avec fureur les coupes vides. Epouvantés, les orfèvres s’enfuirent en maudissant les forgerons, et des en trailles de la terre s’éleva encore ce rauque appel: « A boire ! A boire! »Alors, vers les géants lamentables, vint un homme de petite taille, d’apparence modeste, vêtu de toile fine. Ses yeux bleus souriaient. Il entr’ouvrit les mains, et l’on vit, entre ses paumes arrondies, pétiller la liqueur dont une goutle suflit à désaltérer le monde, la boisson divine, le nectar! Et les redoutables Cyclopes, joyeux comme des enfants, acclamèrent, en pleurant d’amour, l’envoyé des Olympiens. C. PSYCHA 
ΟΙ ΚΥΚΛΩΠΕΣ
Για να αποσπάσουν από τη γη μέταλλα και πολύτιμους λίθους, για να ανάψουν τη φωτιά των σιδηρουργείων και να χτυπήσουν το σίδερο, οι Κύκλωπες είχαν κοπιάσει σκληρά και χωρίς ανάπαυση, ο ιδρώτας έτρεχε από τα στιλβωμένα τους μέτωπα. Ήταν κουρασμένοι. Διψούσαν. Στηρίζοντας τους ογκώδεις αγκώνες τους στα γρανιτένια τραπέζια, φώναζαν: «Πιείτε! » Ξαφνικά εμφανίστηκαν τρεις άνδρες, μεγαλοπρεπώς στολισμένοι. Βαριά ασημένια κεντήματα στόλιζαν το πλούσιο και πολυτελές ύφασμα των χιτώνων τους. Ρουμπίνια, σμαράγδια και ζαφείρια στόλιζαν τα στενά στήθη τους. Στα παγωμένα πρόσωπά τους, το κοκκίνισμα φόρεσε μια λευκή μάσκα λεκιασμένη με κόκκινο. Τα βλέφαρά τους, με τις βαμμένες βλεφαρίδες τους, μισοκάλυπταν τα αινιγματικά και θαμπά μάτια. Πολύ υπερήφανοι, κρατούσαν το κεφάλι τους ψηλά. Στη μέση του βαθέος, βραχώδους σπηλαίου, όπου κυλούσαν ρυάκια ατμού, στην κόκκινη λάμψη των καμινέτων μεγάλες μαύρες σκιές τρεμόπαιζαν, κι έμοιαζαν με παράξενες, ασήμαντες κούκλες, ελαχίστου κάλλους. Περπατώντας αργά, με πομπώδες βάδισμα, πλησίασαν και είπαν: «Είμαστε η Χαρά, η Υπερηφάνεια και η Δόξα των εθνών, οι ευνοούμενοι των Αθανάτων! Είμαστε οι θεϊκοί καλλιτέχνες. Ακούσαμε τους στεναγμούς σας. Για να σας παρηγορήσουμε, σας φέρνουμε τα έργα μας. Είναι ανεκτίμητης αξίας και εργασία τέτοιας δεξιοτεχνίας που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να την κάνει. Δείτε την καθαρότητα των μορφών και πώς τα διαμάντια, τα τιρκουάζ και τα μαργαριτάρια ανιχνεύουν, μέσα στο χρυσό, αστραφτερά λουλούδια.» Αφού το είπαν αυτό, παρέδωσαν στους Κύκλωπες υπέροχα σμιλεμένα κύπελλα, κομψά σαν κρίνα. Όμως οι άγριοι εργάτες, απογοητευμένοι, έσπασαν με θυμό τα άδεια κύπελλα. Οι χρυσοχόοι τράπηκαν σε φυγή με τρόμο, βρίζοντας τους σιδηρουργούς, και από τα βάθη της γης ακούστηκε ξανά η βραχνή κραυγή: «Πιείτε! Πιείτε! »Τότε στους θρηνούντες γίγαντες ήρθε ένας άνδρας μικρού αναστήματος, σεμνός στην εμφάνιση, ντυμένος με ωραία λινά. Τα γαλάζια μάτια του χαμογέλασαν. Άνοιξε τα χέρια του, και ανάμεσα στις στρογγυλεμένες παλάμες του φάνηκε να αστράφτει το ποτό, μια σταγόνα από το οποίο θα έσβηνε τον κόσμο, το θεϊκό ποτό, το νέκταρ! Και οι φοβεροί Κύκλωπες, χαρούμενοι σαν παιδιά, αποθέωσαν τον απεσταλμένο των Ολυμπίων, κλαίγοντας από αγάπη. Κ. ΨΥΧΑ

THE CYCLOPES 


To tear from the ground the metal and the precious stones, To light the fire of the forges, and to beat the iron, The Cyclops had toiled hard and without rest, The sweat flowed from their burnished foreheads. They were weary. They were thirsty. Leaning their massive elbows on the granite tables, they shouted: “Drink! Heavy silver embroidery stiffened the sumptuous fabric of their tunics. Rubies, emeralds and sapphires clad their narrow chests. On their glazed faces, the blush put a white mask stained with red. Their eyelids, with their dyed lashes, half-veiled enigmatic and dull eyes. Very proud, they held their heads high. In the middle of the deep, rocky cavern, where streams of steam were rolling, where, in the red glow of the braziers, great black shadows floated, they seemed like strange, petty dolls. Walking slowly, with pompous gaits, they approached and said: “We are the Joy, the Pride and the Glory of nations, the favourites of the Immortals! We are the divine artists. We have heard your groans. To console you, we bring you our works. They are of priceless value and of such skillful work that no other could have done it. See the purity of the forms, and how the diamonds, turquoises and pearls trace, in the gold, sparkling flowers. Having said this, they handed the Cyclops wonderfully chiselled cups, elegant as lilies. But the rough workers, disappointed, angrily smashed the empty cups. The goldsmiths fled in horror, cursing the smiths, and from the depths of the earth again arose the hoarse call: “Drink! Then to the lamenting giants came a small, modest-looking man dressed in fine linen. His blue eyes smiled. He opened his hands, and one saw, between his rounded palms, sparkling the liquor, a drop of which would quench the world, the divine drink, the nectar! And the dreaded Cyclops, joyful as children, acclaimed, crying with love, the envoy of the Olympians. C. PSYCHA 

Σειρά Τέταρτη

La Revue de Paris, Livraison du 1 Mai Mai-Juin 1908pages 181 – 195
ΙLA FUITE DE DAPHNE 
Dans la plaine d’Attique, lorsque naissait la cité souveraine, le dieu du soleil vit, un matin, aux abords du Céphise, une nymphe qu’il aima pour sa chevelure blonde, sa grâce timide, sa fraîcheur printanière. Elle regardait couler l’eau sur ses pieds d’ivoire, et rêvait à l’inconnu, doux et charmant comme elle, qui viendrait bientôt et lui dirait, tout bas, les mots qu’elle attendait.. Soudain, un éclair brilla sur la terre, le ciel et l’onde; et Daphné vit apparaître le jeune Apollon, au corps blanc, aux yeux de flammes, cuirassé d’or, casqué de lumière, terrible, ardent et pur. Il parla. Aux accords de sa voix harmonieuse, l’air vibrait comme une lyre. Daphné ne l’écouta pas: épouvantée par l’éclat de l’immortel amant, elle s’enfuit. Plus rapide que les flots, elle courait vers les demeures des hommes. Mais elle entendit près d’elle les pas légers de l’Olympien qui riait, joyeux et fier. Alors elle s’écria :-O Zeus redoutable ! mes forces défaillent, je suis perdue! Toi seul peux me secourir aie pitié de moi ! 

Sa prière fut exaucée au moment où la main du dieu toucha son épaule, la nymphe fut changéeen plante. Depuis ce jour, sur le clair Céphise, s’inclinent les fleurs roses du laurier mystique. Le passant respire, sans volupté. son amer parfum. Ni les rayons d’été ni les neiges d’hiver ne flétrissent ses pétales. Mais parfois, à l’heure du regret, quand les étoiles s’éteignent dans le ciel livide, au son d’un chant triste, les feuilles frissonnent. – Daphné ! Daphné par quel châtiment le Maître suprême a répondu à ta prière impie! Tu as eu peur, hélas! peur des joies surhumaines tu as mérité de t’enraciner dans le sol, d’être à jamais captive. » Toi qui fus si belle, malheureuse! pourquoi fuyais-tu l’étreinte divine Songe, ah! songe que celles qui ont aimé le radieux Apollon règnent dans la gloire à ses côtés, et sont les mères des demi-dieux !» Toi que j’ai perdue, ne le savais-tu pas?
IΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
Στην πεδιάδα της Αττικής, ότε εγεννήθη η κυρίαρχη πόλις, ο θεός του ήλιου είδε, ένα πρωί, εις τα περίχωρα του Κηφισού, μιαν νύμφην, την οποίαν αγάπησε για τα ξανθά της τα μαλλιά, τη ντροπαλή χάρη της, την νεότητα του έαρος, την ανοιξιάτικη φρεσκάδα της.Η νύμφη παρατηρούσε το νερό να κυλάει πάνω στα φιλντισένια πόδια της, και ονειρεύτηκε τον ξένο, απαλό και γοητευτικό όπως κι εκείνη η ίδια, ο οποίος θα ερχόταν σύντομα και θα της ψιθύριζε απαλά τα λόγια που περίμενε.Αίφνης, ένας κεραυνός αστραποβόλησε λάμποντας στη γη, τον ουρανό και τα κύματα· και η Δάφνη είδε να εμφανίζεται ο νεαρός Απόλλωνας, με το λευκό του σώμα, τα φλογερά του μάτια, την χρυσή πανοπλία του, την πάμφωτη περικεφαλαία του, τρομερός, απαστράπτων και αγνός.Μίλησε. Στις χορδές της αρμονικής φωνής του, ο αέρας δονήθηκε σαν λύρα.Η Δάφνη δεν τον άκουσε: έντρομη από το έντονο φως του αθάνατου εραστή, τράπηκε σε φυγή.Ταχύτερη από τα κύματα, έτρεξε προς τα σπίτια των ανθρώπων. Όμως άκουσε κοντά της τα ελαφρά βήματα του Ολυμπίου,να γελάει καθώς πλησίαζε, χαρούμενα και υπερήφανα.Τότε εκείνη αναφώνησε:-Μα τον φοβερό Δία! Η δύναμή μου με πρόδωσε, χάθηκα! Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις, ελέησόν με !Η προσευχή της εισακούσθηκε καθώς το χέρι του θεού ακουμπούσε τον ώμο της, κι η νύμφη μεταμορφώθηκε σε φυτό.Από εκείνη την ημέρα, πάνω από την όχθη του διάφανου Κηφισού υποκλίνονται τα ροδαλά άνθη της μυσταγωγικής δάφνης. Ο περαστικός θα εισπνεύσει τα άνθη δίχως ευχαρίστηση, δεν θα βρει αισθησιασμό σε εκείνα. Το άρωμά τους είναι πικρό. Ούτε οι ακτίνες του καλοκαιριού, ούτε τα χιόνια του χειμώνα μαραίνουν τα πέταλα του φυτού. Αλλά καμιά φορά, την ώρα της λύπης και των τύψεων, όταν τα αστέρια σβήνουν στον χλωμό ουρανό, στον ήχο ενός λυπημένου τραγουδιού, τα φύλλα της δάφνης τρέμουν.- Δάφνη! Δάφνη! Με ποια τιμωρία ο Ανώτατος Δάσκαλος απάντησε στην ανίερη προσευχή σου! Φοβήθηκες, αλλοίμονο ! Νίκησε το κράτος του φόβου εμπρός στις υπεράνθρωπες χαρές, που σου άξιζε να ριζώσεις στο χώμα, αιχμάλωτη για πάντα.Ω Δάφνη, ήσουν τόσο όμορφη, τόσο λυπημένη! Γιατί δραπέτευσες από την Θεϊκή αγκαλιά του Ονείρου; Σκέψου ! Αχ! Σκέψου πόσες αγάπησαν τον λαμπρό Απόλλωνα τότε, και σήμερα βασιλεύουν πλάι του εν δόξη, και είναι σήμερα μητέρες ημίθεων!Εσύ, που σε έχασα, δεν το ήξερες τάχα αυτό;Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης

THE FLIGHT OF DAPHNE 


In the plain of Attica, when the sovereign city was born, the sun god saw, one morning, on the banks of the Cephisus, a nymph whom he loved for her blond hair, her timid grace, her spring freshness. She was watching the water flow over her ivory feet, and dreaming of the stranger, gentle and charming like her, who would soon come and tell her, softly, the words she was waiting for. Suddenly, a flash of lightning shone on the earth, the sky and the waves; and Daphne saw the young Apollo appear, with his white body, his eyes of flames, armoured with gold, helmeted with light, terrible, ardent and pure. He spoke. At the chords of his harmonious voice, the air vibrated like a lyre. Daphne did not listen to him: frightened by the brilliance of the immortal lover, she fled. Faster than the waves, she ran towards the homes of men. But near her she heard the light steps of the Olympian laughing, joyful and proud. Then she cried out: ‘O dreadful Zeus, my strength is failing, I am lost! Only you can help me, have mercy on me! 

Her prayer was answered the moment the god’s hand touched her shoulder, the nymph was changed into a plant. Since that day, on the clear Cephis, the pink flowers of the mystic laurel bow. The passer-by breathes, without pleasure, its bitter perfume. Neither the summer rays nor the winter snows wither its petals. But sometimes, at the hour of regret, when the stars fade in the livid sky, to the sound of a sad song, the leaves shiver. – Daphne! Daphne, with what punishment has the Supreme Master answered your unholy prayer! You were afraid, alas! afraid of superhuman joys you deserved to be rooted in the ground, to be forever captive. You who were so beautiful, unhappy! Why did you flee from the divine embrace? Think, ah! think that those who loved the radiant Apollo reign in glory by his side, and are the mothers of the demigods! Didn’t you know that I have lost you?

La Revue de Paris, Livraison du 1 Mai pages 181 – 195
II LE SECRET 
Je me nomme Théano. Je demeure à Mycone. Ma mère mourut en me mettant au monde. Mon père, honnête et courageux pêcheur, veilla sur mon enfance mais, épuise par un labeur incessant, il suivit bientôt sa femme. Il me laissait pauvre et seule, à quinze ans. Je vécus en tissant de la tuile pour des femmes moins belles que moi. Car je fus très belle. Et cependant j’étais malheureuse, et nul ne me rendait hommage. L’existence était dure pour tous à Mycone, rocher stérile balayé par les vents. On n’avaitpas d’heures à consacrer aux femmes, on n’y connaissait pas la volupté ni les plaisirs. 


Un soir, lasse d’ avoir erré sur la plage, je m’appuyai contre le rocher géant dont l’ombre flotte au loin sur la mer. J’écoutais la menace des vents et des flots, je contemplais ma patrie aride, et je songeais à Corinth. e, Éleusis, Olympie, Athènes, aux cités glorieuses. Ne verrais-je jamais les temples resplendissants, ni les luttes héroïques, ni les fêtes des peuples, fortunés? 
Tout à coup, un mot fut murmuré à mon oreille. Je tressaillis et regardai autour de moi personne! J’étais bien seule. Avais-je rêvé ce mot, dont le sens m’était Inconnu? Je répétai, à haute voix, les syllabes harmonieuses, et je sentis, sous ma main, le rocher lentements’ entr’ ouvrir. Dans une caverne profonde, aux colonnes de bronze, ruisselaient l’or, l’argent et les pierres précieuses. Il me semblait que la terre me révélait sa splendeur, et m’ouvrait son sanc- tuaire magnifique. J’y”pénétrai sans crainte, à la lueur des diamants qui roulaient sous mes pieds comme des cailloux et constellaient les voûtes de porphyre. Longtemps je restai dans la caverne. Je choisissais des pierres bleues, vertes, rouges, pour en parer mes bras et mon cou de neige, mes cheveux d’ébène. Je m’enivrais de joie et d’orgueil. Après tant de souffrances, tant d’humiliations, quel triomphe! Savoir ce que nul ne savait Posséder aujourd’hui toutes ces richesses, demain dominer le monde! Moi, Théano, belle, inspirée, reine des trésors! A l’aube, je sortis de la grotte, et m’élançaiversles humbles maisonnette du villages pour y proclamer ma découverte. Je voulais crier à mes compagnons de misère :- Venez, venez ! il y a la du bonheur pour tous. Laissez vos filets et vos barques. Par moi, Mycone sera plus opulente qu’Athènes. Appelons a nous les poètes, les artistes. Que de nobles figures de marbre et d’ivoirese dressent sur nos places ! Qu’à la fureur des flots les temples opposent leur majesté sereine! Que des chants mélodieux apaisent la plainte des airs ! Que la beauté se pose enfin sur l’île mélancolique, sans bois et sans fleurs !

Je courais, haletante, juycuse, lorsqu’une autre pensée tra- versa mon esprit:« Si tous connaissent mon trésor, il leur appartiendra comme à moi. Verrai-je vendre, dans les boutiques, les joyaux divins?a Verrai-je, aux doigts des matelots, ces pierres royales? Des paroles vulgaires troubleront-elles le silence de ces lieux enchantes?» Qui a murmuré à mon oreille les syllabes miraculeuses? a Quelque dieu invisible, sansdoute.Je suis l’élue,je suis l’unique. Révélerai-je le mystère à ceux qui n’ontpas été choisis, à ceux qui ne pouvaient entendre la voix que j’ai entendue?



» Je ne serais plus que la servante des hommes. Non! les profanes ne doivent pas connaître les trésors sacrés. »Deux fois le soleil s ‘ alluma sur Mycone. Lorsque ses derniers rayons s’éteignaient dans les eaux, je me glissais dans mon royaume, et j’en sortais avant l’aurore, emportant quelques joyaux que je cachais dans ma cabane. Il me serait permis, à moi, de trafiquer avec ces choses merveilleuses, puisque c’est à moi qu’elles furent données. Bientôt, quand j’aurais amassé des richesses, je m’en irais, loin de Mycone, vers les villes de luxe et de plaisir. Le troisième soir, je posai, comme les autres fois, la main sur le roc, et j’entr’ uuvrisles lèvres. Mais je restai muette. Je frémis. Ai-je oublie? Ah! Dieux! Ai-je oublie? Toute la nuit, je fis pour me souvenir un enort surhumain. Je fouillai ma mémoire, j’assemblai des sons divers, j’écrasai mon front contrôla muraille de granit, je promis des sacrifices à tous les immortels, j’invoquai celui qui m’avait parle… Au matin, glacée par le vent, raidie par la fatigue,je retour- nai dans ma chaumière. La nuit suivante,je luttai encore contre le destin. Puis j’allai vers les hommes. Je leur contai mon histoire, je les suppliai de prendredes haches et d’enfoncerla porte dont nul n’avait la clef. Ils consentirent;mais leurs bras vigoureux ne purent rien contre le roc trop dur, contre le mur implacable. Ils ont ri de moi. Ils me croient folle. Jamais ils ne sauront. Si je leur avais fait don du mot magique! Je l’aurais retrouvé dans leur cœur. 


Mais non! ce qui est à tous n’est à personne. Pour moi seule, l’or a brillé dans les cavernes profondes. Je fus la favorite des Dieux. J’ai gardé leur secret. J’en conserve à jamais l’orgueil. Aujourd’hui je suis triste et vieille, mais je songe encore à ce qui fut,  à ce qui pouvait être, et je cherche, je cherche toujours. Quand vient la nuit, j’évoque la splendeur des trésors cachés, à genoux devant la porte qui ne s’ouvre plus. 
IIΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
Το όνομά μου είναι Θεανώ. Ζω στην Μύκονο. Η μητέρα μου πέθανε την ώρα που με έφερνε στον κόσμο. Ο πατέρας μου, ένας έντιμος και θαρραλέος ψαράς, με φρόντισε ως παιδί, αλλά, εξαντλημένος από την ακατάπαυστη εργασία, σύντομα ακολούθησε τη γυναίκα του. Με άφησε φτωχή και μόνη σε ηλικία δεκαπέντε χρονών. Ζούσα υφαίνοντας κεραμιδί? φορέματα (la tuile pour des femmes) για γυναίκες λιγότερο όμορφες από μένα. Διότι ήμουν πράγματι πανέμορφη. Κι όμως ήμουν δυστυχισμένη, κανείς δεν μου απέδιδε την δέουσα τιμή. Η ζωή ήταν δύσκολη για όλους στη Μύκονο, έναν άγονο ανεμοδαρμένο βράχο. Δεν είχαμε χρόνο να αφιερώσουμε στον βίο μας ως γυναίκες, δεν γνωρίζαμε την ευχαρίστηση ή τις απολαύσεις.Ένα βράδυ, κουρασμένη από την περιπλάνηση στην παραλία, ακούμπησα στον τεράστιο βράχο του οποίου η σκιά αιωρείται πέρα μακριά στη θάλασσα. Άκουγα την απειλή των ανέμων και των κυμάτων, ατένιζα την άνδυρη πατρίδα μου και σκεφτόμουν την Κόρινθο, την Ελευσίνα, την Ολυμπία, την Αθήνα, τις ένδοξες πόλεις. Δεν θα έβλεπα ποτέ τους λαμπρούς ναούς, τους ηρωικούς αγώνες, τις εορτές και τις πανηγύρεις των τυχερών λαών τους ;Αίφνης μια λέξη ανέμισε στο αυτί μου. Ανατρίχιασα, τινάχθηκα, κοίταξα και δεν είδα ψυχή! Ήμουν απολύτως μόνη.Μήπως είχα ονειρευθεί αυτήν την λέξη, η σημασία της οποίας μου ήταν παντελώς άγνωστη ; Επανέλαβα, με δυνατή φωνή, τις αρμονικές συλλαβές, και ένιωσα, κάτω από το χέρι μου, ο βράχος να ραγίζει ανοίγοντας αργά.Βρέθηκα σε ένα βαθύ σπήλαιο, με χάλκινες στήλες, παντού έρρεε χρυσός, ασήμι και πολύτιμοι λίθοι. Μου φάνηκε ότι η γη μου αποκάλυπτε το μεγαλείο της και μου άνοιγε το υπέροχο ιερό της. Εισήλθα στο ιερό χωρίς φόβο, στο φως των διαμαντών που κυλούσαν κάτω από τα πόδια μου, ίδια με βότσαλα κατάστικτα στους πορφυρίτες θόλους.Έμεινα στο σπήλαιο για ώρα πολλή. Συνέλεξα μπλε, πράσινους, πορφυρούς λίθους να διακοσμήσω τα χέρια μου και τον χιονάτο λαιμό μου, τα εβένινα μαλλιά μου. Ήμουν μεθυσμένη από χαρά και υπερηφάνεια. Μετά από τόσα βάσανα, τόση ταπείνωση, τι θρίαμβος! Να γνωρίζω εγώ εκείνο που κανείς άλλος δεν είχε μάθει, να κατέχω εγώ όλα αυτά τα πλούτη σήμερα που θα κυβερνούν τον κόσμο αύριο! Εγώ, η Θεανώ, η όμορφη, η εμπνευσμένη, η βασίλισσα των θησαυρών!Το ξημέρωμα με την αυγούλα, έφυγα από το σπήλαιο και έτρεξα στα ταπεινά μικρά σπίτια στα χωριά για να αναγγείλω την ανακάλυψή μου. Ήθελα να φωνάξω στους δυστυχισμένους συντρόφους μου:- Ελάτε, Ελάτε ! Υπάρχει ευτυχία για όλους. Αφήστε τα δίχτυα και τις βάρκες σας. Με τη βοήθειά μου, η Μύκονος θα γίνει πιο πλούσια από την Αθήνα. Ας καλέσουμε κοντά μας τους ποιητές, τους καλλιτέχνες. Είθε ευγενείς μορφές μαρμάρου και ελεφαντόδοντου να στέκονται στις πλατείες μας! Είθε οι ναοί να αντιταχθούν με το γαλήνιο μεγαλείο τους στην μανία των κυμάτων! Είθε μελωδικά τραγούδια ν’ απαλύνουν τον θρήνο του αέρος! Είθε η ομορφιά να προσγειωθεί επιτέλους στο μελαγχολικό νησί μας, το δίχως δάση και άνθη!Έτρεχα, ασθμαίνουσα, χαρούμενη, όταν μια άλλη σκέψη διαπέρασε στο μυαλό μου:«Αν όμως όλοι γνωρίζουν τον θησαυρό μου, θα τους ανήκει όπως και σε μένα. Θα δω τα θεϊκά κοσμήματα προς πώλησιν στα καταστήματα; Θα δω τούτους τους βασιλικούς λίθους στα δάχτυλα των ναυτικών; Θα διαταράξουν τα χυδαία λόγια τη σιωπή αυτών των μαγεμένων τόπων;Ποιος ψιθύρισε τις θαυματουργές συλλαβές στο αυτί μου; Κάποιος αόρατος θεός, χωρίς αμφιβολία, είμαι η επιλεγμένη, είμαι η μόνη. Θα αποκαλύψω το μυστήριο σε όσους δεν επελέχθησαν, σε εκείνους που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη φωνή που άκουσα;Δεν θα ήμουν τίποτα περισσότερο από δούλη των ανθρώπων έτσι. Οχι! Οι βέβηλοι κι αμύητοι δεν πρέπει να γνωρίζουν τους ιερούς θησαυρούς. »Δύο φορές ο ήλιος έφεξε στην Μύκονο. Όταν οι τελευταίες ακτίνες του έσβησαν στα νερά, γλίστρησα στο βασίλειό μου και έφυγα από εκεί κρυφά, πριν από την αυγή, παίρνοντας μερικά πολύτιμα πετράδια που έκρυψα στην κάμαρή μου. Θα μου επιτρεπόταν να ασχοληθώ με αυτά τα υπέροχα πράγματα, αφού άλλωστε σε εμένα είχαν δοθεί. Λίαν συντόμως, όταν θα είχα συγκεντρώσει αρκετό πλούτο, θα έφευγα, μακριά από την Μύκονο, στις πόλεις της πολυτέλειας και της ευχαριστήσεως.Το τρίτο βράδυ, όπως τις άλλες φορές, έβαλα το χέρι μου πάνω στο βράχο και άνοιξα τα χείλη μου. Αλλά παρέμεινα σιωπηλή. Ανατρίχιασα. Ερρίγησα. Ελησμόνησα; Αχ! Θεοί! Ελησμόνησα ; Το ξέχασα;Όλη τη νύχτα έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να θυμηθώ. Σκάλισα τη μνήμη μου, συνήρμοσσα ήχους παράταιρους, θρυμμάτισα το μέτωπό μου κόντρα στον γρανιτένιο τοίχο, υποσχέθηκα θυσίες σε όλους τους αθάνατους, επικαλέστηκα εκείνον που μου είχε μιλήσει …Το πρωί, παγωμένη από τον άνεμο, άκαμπτη από την κόπωση, επέστρεψα στην αγροικία μου.Το επόμενο βράδυ, πολέμησα και πάλι ενάντια στην μοίρα.Κατόπιν πήγα στους άντρες. Τους είπα την ιστορία μου, τους ικέτευσα να πάρουν τα τσεκούρια τους και να σπάσουν την πύλη της οποίας κανείς δεν είχε το κλειδί. Εδέχθησαν, αλλά τα δυνατά τους χέρια δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα πάνω στον σκληρότατο βράχο, στον αμείλικτο τοίχο.Με καταγέλασαν. Με θεώρησαν τρελή. Δεν θα το μάθουν ποτέ.Αν τους είχα δώσει τη μαγική λέξη! Θα είχα μια θέση στις καρδιές τους.Αλλά όχι! αυτό που ανήκει σε όλους δεν ανήκει σε κανέναν. Μόνον για μένα, αποκλειστικά, ο χρυσός έλαμπε στα βαθέα σπήλαια. Ήμην η αγαπημένη των Θεών. Φυλάττω το μυστικό τους. Διατηρώ την τιμή του μυστικού ες αεί και διά παντός υπερήφανη.Σήμερα είμαι λυπημένη και γηραιά, αλλά ακόμα σκέφτομαι τι ήταν, τι θα μπορούσε να είναι, και ψάχνω, εξακολουθώ να ψάχνω. Όταν έλθει η νύχτα, ακόμη αναθυμούμαι το μεγαλείο των κρυμμένων θησαυρών, γονατιστή, μπροστά στην πύλη, η οποία δεν ανοίγει πλέον.
Μεταγραφή – Μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης 2021

II THE SECRET 


My name is Theano. I live in Mycone. My mother died giving birth to me. My father, an honest and courageous fisherman, looked after my childhood but, exhausted by incessant work, he soon followed his wife. He left me poor and alone at the age of fifteen. I lived weaving tiles for women less beautiful than me. For I was very beautiful. And yet I was unhappy, and no one paid me any tribute. Life was hard for everyone in Mycone, a barren, windswept rock. There were no hours to devote to women, there was no voluptuousness or pleasure. 

One evening, tired of wandering on the beach, I leaned against the giant rock whose shadow floats in the distance on the sea. I listened to the threat of the winds and the waves, I contemplated my barren homeland, and I thought of Corinth, Eleusis, Olympia, Athens, the glorious cities. Would I never see the shining temples, nor the heroic struggles, nor the festivals of the fortunate peoples? 
Suddenly a word was whispered in my ear. I shuddered and looked around me. I was alone. Had I dreamed this word, whose meaning was unknown to me? I repeated, aloud, the harmonious syllables, and I felt, under my hand, the rock slowly opening. In a deep cavern, with bronze columns, gold, silver and precious stones flowed. It seemed to me that the earth was revealing its splendour to me, and opening its magnificent sanctuary to me. I entered without fear, in the light of the diamonds that rolled under my feet like pebbles and studded the porphyry vaults. For a long time I remained in the cave. I chose blue, green and red stones to adorn my arms and neck with snow, my hair with ebony. I was intoxicated with joy and pride. After so much suffering, so much humiliation, what a triumph! To know what no one else knew To possess all these riches today, to dominate the world tomorrow! I, Theano, beautiful, inspired, queen of treasures! At dawn, I left the cave, and rushed to the humble houses of the village to proclaim my discovery. I wanted to shout to my fellow miserable people: – Come, come! there is happiness for all. Leave your nets and your boats. Through me, Mycone will be more opulent than Athens. Let us call to us the poets, the artists. May noble figures of marble and ivory stand in our squares! Let the temples oppose the fury of the waves with their serene majesty! Let melodious songs soothe the lament of the air! May beauty at last settle on the melancholy island, without woods and without flowers!

I was running, panting, jealous, when another thought crossed my mind: “If all know my treasure, it will belong to them as to me. Shall I see the divine jewels sold in the shops?a Shall I see the royal stones on the fingers of the sailors? Shall vulgar words disturb the silence of these enchanted places?” Who whispered the miraculous syllables in my ear? a Some invisible god, no doubt. Shall I reveal the mystery to those who were not chosen, to those who could not hear the voice I heard?

“I will be only the servant of men. No! the profane must not know the sacred treasures. “Twice the sun lit up over Mycone. When its last rays were extinguished in the waters, I slipped into my kingdom and left before dawn, taking with me some jewels which I hid in my cabin. I would be allowed to deal with these marvellous things, since they were given to me. Soon, when I had amassed wealth, I would go away, far from Mycone, to the cities of luxury and pleasure. On the third evening I laid my hand on the rock as on other occasions, and opened my lips. But I remained silent. I shuddered. Did I forget? Ah! Gods! Have I forgotten? All night long I made a superhuman effort to remember. I searched my memory, I assembled various sounds, I crushed my forehead against the granite wall, I promised sacrifices to all the immortals, I invoked him who had spoken to me… In the morning, chilled by the wind, stiffened by fatigue, I returned to my cottage. The next night I struggled again against fate. Then I went to the men. I told them my story, I begged them to take axes and break down the door to which no one had the key. They agreed, but their strong arms were no match for the hard rock, the implacable wall. They laughed at me. They think I am crazy. They will never know. If I had given them the magic word! I would have found it in their hearts. 

But no! What belongs to all belongs to none. For me alone, gold shone in the deep caves. I was the favourite of the Gods. I kept their secret. I am forever proud of it. Today I am sad and old, but I still think of what was, of what could have been, and I seek, I still seek. When night comes, I evoke the splendour of the hidden treasures, kneeling before the door that no longer opens. 

La Revue de Paris, Livraison du 1 Mai pages 181 – 195
III MYRRHINE 
Dans les bois ombreux d’Arcadie s’était réfugié Photion, le philosophe. Il était jeune encore, enthousiaste et beau. Il fuyait Sparte, sa rude et glorieuse patrie, car il ne pensait pas sur les Dieux ce que les magistrats de la cité ordonnaientque l’on pensât. Sans cesse, il méditait avec angoisse sur les volontés du Destin et les désirs des hommes, sur les mystères de la vie, née de la volupté, livrée à la douleur. Il aimait les êtres et les choses. Il interrogeait,il jugeaitles Dieux. Ni le Maître souverain qui lance la foudre, ni la Sagesse inviolable et sereine, ni la Vierge altiere, gloire et terreur des nuits, ni la blanche Aphrodite aux cheveux d’or, n’emplissaient son cœur, ne dominaient sa pensée. 


Son esprit inquiet descendait plus bas que les Enfers, s’éle- vait plus haut que l’Olympe. Il cherchait, par delà les Dieux. Jamais il n’allait vers les villes, ne s’agenouillaitdans les temples. Il habitaitles bois avec Myrrhine, sa femme. Elle l’avait volontairement suivi. Elle l’aimait. Délicate et pensive, elle avait beaucoup souJIert aLacédémone,parmi les durs guerriersà qui le ciel sourit en vain. Maintenant elle était heureuse. Pendant le jour, elle vaquait aux soins de la maison, filait, cultivait le petit jardin plein de fleurs et d’abeilles. Son rouet bourdonnait comme une ruche, elle chantaitcomme un rossignol. Souvent, a.ssise..aux pieds de Photion, elle l’écoutaitlire les paroles inscrites sur ses tablettes d’ivoire. Paroles redoutables, ardentes et pures comme la flamme. Elle l’admiraitpour sa force, elle l’adorait pour sa douceur. Elle était toutà lui.  
** *Par une pluvieuse matinée d’automne, la jeune femme errait seule, dans le bois. La masse sombre des nuages qui voilaient le soleil laissait échapper quelques rayons palis. Des gouttes d’eau étincelaient dans les arbres, et tombaient, une à une, sur l’herbe. Myrrinne marchait lentement. Un pressentimentla troublait. Elle était émue, vaguement inquiète. Soudain il lui sembla qu’une main effleurait son épaule surprise, elle se retourna. D’abord, elle ne distingua rien; mais, peu à peu, elle vit apparaître, entre les branches d’un laurier, une femme vêtue de here depuis les pieds jusqu’à la ceinture. L’inconnue était belle. Ses cheveux, plus souples que la liane, plus roux que les feuilles d’automne, s’enroulaient à ses bras roses, à son cou rond, à sa poitrine forte et pleine. Son visage avait l’éclat des pèches mûres; ses yeux verts étaient doux et profonds comme l’ombre des bois. Malgré sa fraîcheur, elle avait le charme mélancolique d’une plante touchée parl’hiver. On ne pouvait deviner si elle était jeune ou vieille. D’une voix aussi plaintive que les notes lointaines d’une flûte, elle dit: – Myrrhine!. .– Qui es-tu? demanda la jeune femme en tremblant. Nymphe ou déesse? Car tu n’es pas de la race des hommes. L’inconnue sourit gravement : –Non je ne suis pas de la. race cruelle des hommes. Je suis Thymbris, la dryade. Il y a longtemps, très longtemps, les Dieux m’ont confié un arbre merveilleux qui croissait dans les forêts d’Arcadie. Qu’il fut beau, mon chêne! Je m’en souviens femme, je me souviens six bergers, en joignant les mains, pouvaient à peine embrasser son tronc magninque. Entre ses racines, les lièvres peureux trouvaient un sur abri; les fleurs germaient à son ombre dans son feuillage touffu sou-pirait la brise, chantaient les oiseaux. Des vies innombrablesse mêlaient à sa vie. » Comme je ‘aimais. Je pressais ardemment ma poitrine contre sa rude écorce, je nouais ma chevelure à ses branches, je mordillais ses feuilles, je buvais sa sève comme du vin. Je sentais passer en moi la puissante jeunesse de l’arbre séculaire. » Un jour, ah! Dieux! jour de printemps, des bûcherons sont venus. En marchant, ils causaient, ils riaient. Je vis sur mon chêne se lever leurs haches de fer. Invisible, je luttai contre eux. Mais ces êtres grossiers ne pouvaient deviner la présence dela dryade, ne pouvaient ressentirla terreur sacrée. Je ne pus défendre mon chêne. » J’entends encore le bois craquer, gémir. Je vois l’entaille profonde. L’arbre vénérableest tombé lentement sur le sol. La poussière a souillé ses feuilles délicates. Il est mort. Je crus mouriraussi. Hélas! j’avaispuisé en lui des forces redoutables… 








» Depuis ce jour, je hais les hommes. Vaincue, humiliée, impuissante, livrée auxregrets, je fuis les lieux où j’ai connu la douleur d’avoir failli à ma tâche! Douleur dont nulle d’entre nous ne se consola jamais. » Je fuis les lieux où jadis étaient ma joie et mon orgueil. Maintenant il ne reste du chêne divin qu’un morceau de tronc noir. Le gazon se dessèche à la place où fut son ombre, les lièvres cherchent ailleurs un abri, et les oiseaux n’y chantent plus.» Je hais les hommes! Maisje les plains car ils ne savent qu’asservir, voler, tuer. Invincibles et lamentables, ils sont les maîtres du monde. Ils possèdent la terre, mais la joie n’y fleurit pas pour eux.» Ils viennent, et nous partons. Chaque pas qu’ilsfont efface nos pas. Ils avancent, et les sylvains, les nymphes, les satyres, les dryades fuient comme des bêtes traquées. Nous disparaîtrons bientôt ils sont plus forts que nous.



» C’ est porquoi malgré ma haine, je viens en amie, pour qu’ils ne méritent plus le nom de destructeurs; pour qu’ils soient compatissants aux êtres qu’ils ont vaincus, et qu’ils sentent, enfin, l’âme des choses.»  Depuis que j’erre sur la terre dépouillée, cent fois j’ai vu partir les hirondelles. Je suis triste et lasse. Mais, avant d’entrer dans la paix profonde, je veux agir encore une fois. J’ai longtemps cherché un être humain digne de posséder un secret que je possède. A toi je puis le révéler, car tu es de ma race. On t’a dit, n’est-ce pas, que le trisaïeul de ta trisaïeule est né d’une dryade, et que, pour-l’amour d’une femme, -il abandonna les bois? Tu es sa fille; quelques gouttes de sève se mêlent encore à ton sang. Je t’ai reconnue, et je ne me suis pas voilée à ton approche, et je t’ai appelée. Ce que j’ai à te dire, tu peux l’ entendre. 







Myrrhine inclina la tête :Je t’écoute, – dit-elle gravement.La dryade fixa sur la jeune femme son clair regard: Depuis que je suis revenue’en Arcadie, je t’observe, et j’observe aussi Photion, ton époux, ton ami, ton maître. Invisible et muette, je me suis approchée de vous et j’ai pénétré dans vos cœurs. Vous respectez la vie, la joie et la beauté. Jamais vous n’avez piétiné la fourmi, volé l’œuf du rossignol, froissé l’aile du papillon, Je t’aime, ô ma sœur,  toi qui n’as pas offensé l’esprit des forêts! Je veux te parler, à toi seule.Myrrhine tremblait d’épouvante. Qu’allait-elle apprendre? Quel secret pouvait lui révéler la dryade? Une chose terrible, sans doute, peut-être surhumaine. Elle ne désirait pas la connaître. Elle ne désirait rien, car elle possédait l’amour. Mais elle savait que Photion eût recueilli, à genoux, les mots qu’allait prononcer Thymbris.




« Si je refuse de les entendre, je serai criminelle envers mon époux, songca-t-elle. Je veux être digne de lui je ne veux pas craindre l’inconnu. »Elle se tourna vers la dryade :–Parle! mais sache que ce que tu diras, je le répéterai à celui que j’aime. S’il est une seule de tes paroles qu’il ne doive pas entendre, tais-toi 1 car moi, je ne saurais me taire.La dryade répliqua :-Je n’exige de toi aucun seiment/sentiment. Quand tu posséderas mon secret, tu verras toi-même ce que tu dois faire. Voici.» Solitaire et libre, j’ai parcouru ‘ll ellade. Moi, la fille des forêts antiques qui couvrent les plaines, j’ai gravi les hautes cimes, je~uis descendue dans les vallées. Partout où pousse un brin d’herbe, où s’épanouitune-fleur, où s’élève un arbre, j’ai posé le pied. Sur les monts, j’ai cueilli le thym sauvage; dans les jardins des rois, les lis de neige et les roses de pourpre; dans les prés, les friches anémones; dans les cimetières, l’asphodèle d’Or; la belladone parmi les temples en ruines, et la ciguë dans les marais. Un exilé d’Égypte m’apporta la semence des sombres pavots. Aux rayons de la lune, je me suis penchée sur les étangs limpides, et les doigts transparents des nymphes m’ont tendu le lotus mystique, le pâle nénuphar. J’ai cueilli les fleurs qui tapissent les champs, qui rampent dans les décombres, qui s’enlacent aux arbres et aux pierres, qui ornent les tombes; celles qui s’ouvrent au soleil, aux étoiles ou à l’ombre, qui flottent sur les eaux. Toutes les fleurs de lavolupté, de l’extase, du rêve, de l’oubli et de la mort; je les ai baisées de mes lèvres, pressées contre mes seins nus, broyées entre mes mains. J’ai mêlé à à leurs pétales les feuilles salubres de l’eucalyptus, les feuilles vénéneuses du noble laurier, les feuilles de chêne qui jadis couronnaient ma tête et dontje ne suis plus digne de me parer. A cette végétation merveilleuse j’ai demandé ses parfums, son miel et ses poisons. J’ai distillé de sa substance le suc qu’elle puisa dans la terre, la goutte de feu que lui versa le ciel.






» J’en ai composé un miraculeux élixir. Heureux celui qui pourra le boire! Il sentira couler en ses veines une vie intense. Son âme s’éveillera. La joie et la douleurse livreront à lui. Il chantera la pitié, l’amour et l’espérance. Ses yeux percevront les astres lointains. Il lira dans les cœurs. Il découvrira les trésors enfouis. Les voix de la terre lui parleront. Quand la pluie ne tombera pas des nues, quand les champs seront durs comme le roc, et que l’herbe se desséchera au fond des ruisseaux taris, il entendra sous ses pieds le frais murmure des sources il creusera le sol, et l’eau jaillira.» Ses enfants seront fiers et magnanimes. Sa pensée inspirera les disciples qui lui succéderont. Et peu à peu naîtra une race héroïque, noble, généreuse et subtile. » J’ai longtemps souffert. Quand mes sœurs dansent autour de l’arbre divin, je pleure de honte et m’éloigne d’elles. Le jour où je verrai marcher, à l’ombre des bois, les hommes nouveaux,je serai consolée. » Les feuilles de chêne n’ ornent plus ma tête. Je voudrais y poser la couronne de laurier. Alors je pourrai mourir. » La liqueur que renferme ce flacon d’argent suffirait à conserver pour toujours la chair d’un cadavre. Sept vivants, fussent-ils des vieillards, peuvent y puiser des forces surhu- maines. Je te la donne. Mais apprends ceci tu ne dois la verser qu’à ceux qui aiment et qui pensent. Pour ceux-là, seuls, elle a des vertus magiques. Pour les autres, elle est aussi inefficace que l’eau des rivières. Il ne faut pas qu’elle coule en vain. » Tu serais criminelle si de ce breuvage précieux tu perdais une seule goutte. » Bois, toi-même, o femme ! si tu te juges digne de boire, et si tu l’oses mais n’oublie ni mes promesses ni mes menaces. Je mets entre tes mains l’élixir de vie. Si grave était l’accent de la voix mélodieuse que Myrrhine hésita. Elle avait peur. Puis elle songea : « Je donnerai à Photion ce breuvage merveilleux. Lui seul décidera. Il saura me désigner les élus à qui je le verserai. Je n’y tremperai moi-même les lèvres que s’il me le permet, s’il me l’ordonne. » – Je te remercie, ô dryade! – dit-elle. – J’accepte, en tremblant, le don que tu me fais. Mais je veux être libre de te le rendre demain.  – C’est bien, qu’il en soit ainsi. Prends; et que je puisse bientôt mourir, triomphante et consolée!** *La lune brillait très haut dans le ciel. Ses rayons argentés ultraient à travers le feuillage sombre. Lesoiseaux dormaient. Les feuilles mortes tombaient sans bruit. Rien ne troublait la paix lumineusede cette nuit d’automne. Assise devant sa porte, Myrrhine regardait au loin. Elle était pâle. Son visage amaigri avait la rigidité d’un masque. La lièvre brillait dans ses yeux noirs. Sa tête, dépouillée de sa  chevelure blonde, se penchait tristement. Soudain, à quelques pas d’elle, la dryade apparut, et, comme la première fois, l’appela par son nom : Myrrhine Myrrhine ! La jeune femme tressaillit: – Que veux-tu, ô dryade? que veux-tude moi?- Pourquoies-tu si triste Depuis vingt jours, jet’attends, près du laurier. Tu n’es pas venue. Pourquoi J’ai vu, sur le sol, le flacond’argent où j’ai gravé mon nom. Il était vide. A qui as-tu versé le baume magique?La jeune femme ne répondit pas. – En vain tu gardes le silence. Je sais qu’en me quittant tu trouvas inanimé, sur le seuil de ta maison, l’époux que tu adores. Sur l’oreiller parfumé de tes cheveux, je sais quelle tête repose. Je sais que tu baises des lèvres muettes et que, toutes les nuits, tu serres dans tes bras un cadavre, aussi chaud que ta poitrine d’amoureuse. Je sais sur quelle chair a coulé, goutte à goutte, l’élixir de vie. Ah! pauvre femme! si tendre, si faible et si criminelle! Qu’as-tu donc osé faire?Myrrhine répondit avec orgueil : – Je n’ai pas voulu livrer à la terre ou à la flamme le corps de mon époux. Je l’ai pieusement embaumé. Le miracle que tu m’avais annoncé s’est accompli, il est plus beau qu’aux premiers temps de nos amours! et je le garde, à jamais, contre mon cœur.















– Tu as offensé ceux que nul n’offense impunément. Je te plains, mais je ne puis rien pour toi. Et Myrrhine vit s’approcher d’elle, lentement, en foule, les rousses dryades aux prunelles vertes, les satyres velus, les centaures à la croupe luisante, au buste cuivré, les naïades légères et pures comme les sources, les fauves bacchantes. Plus loin apparaissait, à demi noyé dans l’ombre, le rude et mélancolique visage d’un cyclope. Et tous ces êtres redoutables dardaient sur elle leurs regards pleins de menaces..Muette, immobile, elle attendait. Alors une voix retentit :- O dryade erranteet désolée, pour la deuxièmefoisvaincue, toi qui avais élu cette femme pour lui donner l’élixir de vie, prononce sa sentence !  Thymbris parla :  -Tues la première deceux qui dissiperont les précieux arômes des champs et des bois pour embaumer les cadavres. Pour ce crime, il n’est pas de pardon. Voici ton châtiment :» Tu ne descendras que très vieille dans la tombe. Mais jamais  plus tu n’ approcheras d’un être vivant. Les hommes, dépouillés par toi, te renieront. Les bêtes et les oiseaux fuiront à ton approche. Les abeilles même, en te sentant venir, abandonneront leur ruche emplie de miel.» Le jour, auprès de ton époux inanimé, tu vivras solitaire. La nuit, tu presseras, comme hier, tes lèvres sur ses lèvres, et tu l’enlaceras de tes bras. » Il est à toi, le mort auquel tu sacrifias la joie et la noblesse de tant d’êtres à venir, le mort que tu as trop aimé. A toi pour toujours! » Sans prières et sans larmes, elle avait écouté. Dans ses yeux brillait le terrible regard de ceux qui défient le Destin. Elle releva fièrement sa tête dépouillée et retourna vers le mort. 
IIIΜΥΡΡΙΝΗ
Ο Φωτίων, ο φιλόσοφος, είχε καταφύγει στο σκιερό δάσος της Αρκαδίας. Ήταν ακόμη νέος, ενθουσιώδης και όμορφος. Έφυγε από τη Σπάρτη, τη σκληρή και ένδοξη πατρίδα του, επειδή δεν σκεφτόταν για τους Θεούς όσα διέταζαν οι άρχοντες της πόλης να σκέφτονται. Ακαταπαύστως διαλογιζόταν με αγωνία τις θελήσεις της μοίρας και τις επιθυμίες των ανθρώπων, τα μυστήρια της ζωής, γεννήματα της ηδονής, παραδομένα στον πόνο. Αγαπούσε τους ανθρώπους (τα όντα;) και τα πράγματα. Αμφισβήτησε, έκρινε τους Θεούς. Ούτε ο Ανώτατος Δάσκαλος που ρίχνει την αστραπή, ούτε η απαραβίαστη και γαλήνια Σοφία, ούτε η υπεροπτική Παρθένος, η δόξα και ο τρόμος των νυχτών, ούτε καν η πάλλευκος Αφροδίτη με τα χρυσά μαλλιά, γέμισαν την καρδιά του, δεν κυριάρχησαν στη σκέψη του. Το ανήσυχο πνεύμα του κατήλθε χαμηλότερα από τον Κάτω Κόσμο, ανήλθε υψηλότερα από τον Όλυμπο. Ατένιζε κι έψαχνε πέρα ​​από τους Θεούς. Δεν πήγε ποτέ στις πόλεις, δεν γονάτισε ποτέ ευλαβικά σε ναούς. Ζούσε στο δάσος με την Μυρρίνη, την σύζυγό του. Τον είχε ακολουθήσει οικειοθελώς. Τον αγαπούσε. Λεπτή και στοχαστική, είχε υποφέρει πολύ στην Λακεδαίμονα, ανάμεσα στους σκληρούς πολεμιστές, στους οποίους ο Ουρανός χαμογελούσε μάταια. Τώρα ήταν ευτυχισμένη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, φρόντιζε το σπίτι, καλλιεργούσε τον μικρό κήπο γεμάτο λουλούδια και μέλισσες. Η ανέμη του αργαλειού της περιστρεφόμενη βούιζε σαν κυψέλη, τραγουδούσε σαν αηδόνι.Συχνά, καθισμένη στα πόδια του Φωτίωνος, τον άκουγε να διαβάζει τα λόγια που ήταν γραμμένα στις ελεφαντοστέινες πινακίδες του. Φοβερές λέξεις, πύρινες και αγνές σαν την φλόγα.Τον θαύμαζε για τη δύναμή του, τον λάτρευε για την ευγένεια του. Ήταν όλη δική του.
** * Ένα βροχερό φθινοπωρινό πρωινό, η νεαρή γυναίκα περιπλανιόταν μόνη της στο δάσος. Η σκοτεινή μάζα των νεφών που κάλυψε τον ήλιο άφηνε ίσα μερικές ωχρές ακτίνες να λάμπουν. Σταγόνες νερού άστραφταν στα δέντρα και έπεφταν, μία προς μία, στην χλόη. Η Μυρρίνη περπατούσε αργά. Ένα προαίσθημα την ενοχλούσε. Ήταν συγκινημένη, αισθανόταν μια κάπως αόριστη ανησυχία. Αίφνης, της φάνηκε πως ένα χέρι άγγιζε τον έκπληκτο ώμο της, και γύρισε να δει. Στην αρχή, δεν μπορούσε να δει τίποτε. Αλλά, σιγά-σιγά, είδε να εμφανίζεται, ανάμεσα στα κλαδιά μιας δάφνης, μια γυναίκα ντυμένη ελαφίνα από τα πόδια μέχρι τη μέση. Η άγνωστη ήταν όμορφη. Τα μαλλιά της, πιο απαλά από την αναρριχώμενη αγράμπελη, πιο πορφυρά από τα φύλλα του φθινοπώρου, ήσαν τυλιγμένα γύρω από τα ρόδινα χέρια της, τον στρογγυλό λαιμό της, το δυνατό, γεμάτο στήθος της. Το πρόσωπό της είχε τη λάμψη των ώριμων ροδάκινων, τα πράσινα μάτια της ήσαν απαλά και βαθιά σαν τις σκιές του δάσους. Παρά τη φρεσκάδα της, είχε τη μελαγχολική γοητεία ενός φυτού που το άγγιξε ο χειμώνας. Δεν μπορούσες να πεις αν ήταν νέα ή ηλικιωμένη.Με μια φωνή τόσο θρηνητική όσο οι μακρινές νότες ενός φλάουτου, είπε:  – Μυρρίνη! .- Ποια είσαι; την ρώτησε η νεαρή γυναίκα, τρέμοντας. Νύμφη ή θεά; Επειδή από το γένος των ανθρώπων δεν είσαι. Η άγνωστη ξένη χαμογέλασε σοβαρά: – Όχι, δεν είμαι από εδώ, δεν ανήκω στην σκληρή φυλή των ανθρώπων. Είμαι η Θύμβρις, η Δρυάδα. Πολύ, πολύ καιρό πριν, οι Θεοί μου εμπιστεύηκαν ένα υπέροχο δένδρο που φύτρωνε κι υψωνόταν στα δάση της Αρκαδίας. Πόσο όμορφη ήταν η δρυς / βελανιδιά μου! Την θυμάμαι σαν γυναίκα, θυμάμαι έξι βοσκοί, με τα χέρια τους ενωμένα με δυσκολία μπορούσαν να φιλήσουν τον υπέροχο κορμό της. Ανάμεσα στις ρίζες της, οι δειλοί λαγοί έβρισκαν καταφύγιο. Στην σκιά της, στο πυκνό φύλλωμά της φυτρώνουν τ’ άνθη, ή τ’ αγεράκι φυσούσε, τα πουλιά τραγουδούσαν. Αναρίθμητες ζωές αναμειγνύονταν με τη ζωή της δρυός μου. Πόσο την αγάπησα. Έσφιγγα το στήθος μου με θέρμη στον τραχύ φλοιό της, έδενα τα μαλλιά μου στα κλαδιά της, δάγκωνα τα φύλλα της, έπινα τους χυμούς της σαν κρασί. Ένιωθα την ισχυρή νεότητα του αρχαίου αιωνόβιου δένδρου να διαπερνά το κορμί μου. Μια μέρα, αχ! Θεοί! Μια μέρα ανοιξιάτικη, ήρθαν οι ξυλοκόποι. Καθώς περπατούσαν και κουβέντιαζαν, γελούσαν. Είδα τα σιδερένια τσεκούρια του να κατεβαίνουν βιαίως πάνω στην βελανιδιά μου. Αόρατα, πάλευα μαζί τους, τούς πολεμούσα. Αλλά αυτά τα αγενή, άξεστα όντα δεν μπορούσαν να μαντέψουν την παρουσία της Δρυάδος, δεν μπορούσαν να νιώσουν τον ιερό τρόμο. Δεν μπορούσα να υπερασπισθώ την Βελανιδιά μου. Ακούω ακόμα το ξύλο να τρίζει και να βογγάει. Βλέπω την βαθεία πληγή. Το σεβάσμιο δένδρο έπεσε αργά στο έδαφος. Η σκόνη είχε λερώσει τα λεπτά φύλλα της. Είχε πλέον πεθάνει. Νόμιζα ότι κι εγώ η ίδια θα πεθάνω. Αλλίμονο, είχα απορροφήσει τις τρομερές μου δυνάμεις σ’ εκείνη … Από εκείνη τη μέρα, μισώ τους άνδρες. Ηττημένη, ταπεινωμένη, αδύναμη, παραδομένη στις τύψεις, δραπετεύω από τα μέρη όπου γνώρισα τον πόνο της αποτυχίας στην αποστολή μου! Δεν την προστάτευσα. Πόνος από τον οποίο κανείς μας  δεν μπορεί να παρηγορηθεί ποτέ. Φεύγω από τα μέρη όπου κάποτε ήταν η χαρά και η υπερηφάνια μου. Τώρα μονάχα ένα κομμάτι μαύρου κορμού παραμένει από τη θεϊκή βελανιδιά. Η χλόη ξεραίνεται εκεί που κάποτε ήταν η σκιά της, οι λαγοί αναζητούν αλλού καταφύγιο και τα πουλιά δεν κελαηδούν πια εκεί.Μισώ τους άνδρες ! Αλλά τους λυπάμαι, επειδή μόνον πώς να υποδουλώσουν ξέρουν, πώς να κλέψουν, να σκοτώσουν. Ανίκητοι και αξιολύπητοι, είναι οι κυρίαρχοι του κόσμου. Κατέχουν την γη, μα η χαρά δεν ανθίζει εκεί για τους ίδιους.Έρχονται και απέρχονται. Κάθε βήμα που κάνουν εκείνοι, διαγράφει τα δικά μας βήματα. Προχωρούν, και οι Σιλουανοί (Πάνες της Ρώμης) οι Νύμφες, οι Σάτυροι, οι Δρυάδες φεύγουν σαν κυνηγημένα θηρία. Σύντομα θα εξαφανιστούμε, είναι πιο δυνατοί από εμάς. “Γι ‘αυτό, παρά το μίσος μου, έρχομαι ως φίλη, ώστε να μην τους αξίζει πλέον το όνομα των καταστροφέων. Ώστε να μάθουν να δείχνουν συμπόνοια προς τα όντα που έχουν υποτάξει, ώστε να νιώσουν, επιτέλους, την ψυχή των πραγμάτων. Από τότε που περιπλανιέμαι την ξεγυμνωμένη γη, εκατό φορές έχω δει τα χελιδόνια να φεύγουν. Είμαι λυπημένη και κουραμένη. Αλλά, πριν εισέλθω σε βαθεία γαλήνη, θέλω να δράσω μια τελευταία φορά. Ψάχνω εδώ και καιρό έναν άνθρωπο άξιο να μάθει το μυστικό που κατέχω. Σε σας μπορώ να το αποκαλύψω, γιατί είστε από την φυλή μου. Σας έχουν πει, έτσι δεν είναι, ότι ο προ-προ-προπάππος σας γεννήθηκε από μια Δρυάδα, και ότι, για την αγάπη μιας γυναίκας, εγκατέλειψε το δάσος; Είσθε η κόρη του. Μερικές σταγόνες του δενδρώδους χυμού εξακολουθούν να αναμιγνύονται με το αίμα σας. Σας αναγνώρισα και δεν κρύφτηκα καθώς πλησιάζατε. Αντιθέτως, σας φώναξα. Ό,τι έχω να σας πω, μπορείτε να το ακούσετε.

Η Μυρρίνη έσκυψε το κεφάλι της:-Σας ακούω, – είπε με σοβαρότητα. Η Δρυάς εστίασε το καθάριο βλέμμα της στη νεαρή γυναίκα: Από τότε που επέστρεψα στην Αρκαδία, παρακολουθώ εσένα και έχω παρακολουθήσει επίσης τον Φωτίωνα, τον σύζυγό σου, τον φίλο σου, τον αφέντη σου. Αόρατη και σιωπηλή, σας πλησίασα και διείσδυσα στις καρδιές σας. Σέβεστε την ζωή, την χαρά και την ομορφιά. Δεν ποδοπατήσατε ποτέ μυρμήγκι, δεν κλέψατε το αυγό της αηδόνας, δεν τσαλακώσατε το φτερό της πεταλούδας, Σ’ αγαπώ, ω αδελφή μου, εσένα που δεν προσβάλλεις το πνεύμα του δάσους! Θέλω να σου μιλήσω, να μιλήσω μονάχα σ’ εσένα.  Η Μυρρίνη έτρεμε από φόβο. Τι επρόκειτο να μάθει; Τι μυστικό θα μπορούσε να της αποκαλύψει η Δρυάδα; Κάτι φοβερό, χωρίς αμφιβολία, ίσως υπεράνθρωπο. Δεν ήθελε να φθάσει σε τούτη τη γνώση. Δεν ήθελε να το μάθει. Δεν επιθμούσε τίποτα, γιατί είχε την αγάπη. Αλλά ήξερε ότι ο Φωτίων θα είχε διαλογισθεί, το δίχως άλλο, γονυπετής, τις λέξεις που θα εκστόμιζε η Θύμβρις.
“Αν αρνηθώ να τις ακούσω, θα έχω εγκληματίσει απέναντι στον άνδρα μου”, σκέφτηκε. “Θέλω να είμαι άξια γι αυτόν, δεν θέλω να φοβάμαι το άγνωστο.”Γύρισε προς την Δρυάδα: -Μίλα! Αλλά να γνωρίζεις πως ό,τι πεις, εγώ θα το επαναλάβω σε εκείνον που αγαπώ. Αν υπάρχει έστω και μία λέξη σου που δεν θα έπρεπε να ακούσει, σώπασε, παρακαλώ, γιατί εγώ δεν μπορώ να σιωπήσω. Η Δρυάς απάντησε: – Δεν χρειάζομαι κανέναν όρκο από εσάς. Όταν έχεις το μυστικό μου, θα δεις μόνη σου τι πρέπει να κάνεις. Ορίστε. Μοναχική και ελεύθερη, έχω ταξιδέψει την Ελλάδα. Εγώ, η κόρη των αρχαίων δασών που καλύπτουν τις πεδιάδες, έχω ανεβεί στις ψηλές κορυφές, έχω κατεβεί στις κοιλάδες. Όπου φυτρώνει το χορτάρι, όπου ανθίζει το λουλούδι, όπου υψώνεται ένα δένδρο, έχω πατήσει το πόδι μου. Στα βουνά, μάζεψα τ’ άγριο θυμάρι· στους κήπους των βασιλιάδων, μάζεψα κρίνα του χιονιού και πορφυρά τριαντάφυλλα· στα λιβάδια, πρωινές φρέσκες ανεμώνες· στα κοιμητήρια, χρυσούς ασφόδελους· την Belladonna μάζεψα στους ερειπωμένους ναούς και μυστικά το κώνειο στους βάλτους. Ένας εξόριστος από την Αίγυπτο μου έφερε το σπόρο της μηκώνου της υπνοφόρου, της σκοτεινής παπαρούνας. Μέσ’ στις αχτίδες του φεγγαριού, έσκυψα πάνω από τις διαυγείς λίμνες, και τα διάφανα δάχτυλα των νυμφών μου άπλωσαν τον μυστηριακό λωτό, το χλωμό νούφαρο. Διάλεξα τα λουλούδια που καλύπτουν τα χωράφια, που σέρνονται στα χαλάσματα, που περιπλέκονται στα δέντρα και στις πέτρες, που στολίζουν τους τάφους· εκείνα τα άνθη που ανοίγουν στη θέαση του ήλιου, των αστεριών ή της σκιάς, εκείνα που επιπλέουν στα νερά. Όλα τα λουλούδια της ηδονής, της έκστασης, του ονείρου, της λήθης και του θανάτου. Τα φίλησα ένα προς ένα με τα χείλη μου, τα πίεσα πάνω στα γυμνά μου στήθη, τα συνέθλιψα στα χέρια μου. Έχω ανακατέψει με τα πέταλά τους τα ευεργετικά φύλλα του ευκαλύπτου, τα δηλητηριώδη φύλλα της ευγενούς δάφνης, τα φύλλα της βελανιδιάς που κάποτε στεφάνωναν το κεφάλι μου, μα τώρα πια δεν είμαι πλέον άξια να στολίζομαι με εκείνα. Από αυτή την θαυμάσια βλάστηση ζήτησα τ΄ αρώματά της, το μέλι και τα δηλητήριά της. Έχω αποστάξει από την ουσία του τον χυμό που άντλησε από την γη, τη σταγόνα της φωτιάς που έσταξε ο ουρανός για εκείνην. Έχω συνθέσει ένα θαυμαστό ελιξίριο απ’ τον χυμό. Ευτυχισμένος είναι εκείνος που μπορεί να το πιει! Θα νιώσει μια έντονη ζωή να ρέει μέσα στις φλέβες του. Η ψυχή του θα ξυπνήσει. Η χαρά και ο πόνος θα του παραδοθούν. Θα τραγουδήσει τον οίκτο, την αγάπη και την ελπίδα. Τα μάτια του θα αντιληφθούν τα υπέρτατα μακρινά αστέρια. Θα διαβάσει καρδιές. Θα ανακαλύψει θαμμένους θησαυρούς. Οι φωνές της γης θα του μιλήσουν. Όταν η βροχή δεν θα πέφτει πια από τον ουρανό, όταν τα χωράφια θα είναι σκληρά σαν βράχος και το χορτάρι θα μαραίνεται στον πάτο των αποξηραμένων χειμάρρων, εκείνος θα ακούσει το δροσερό μουρμουρητό των πηγών κάτω από τα πόδια του, θα σκάψει τη γη, και το νερό θα αναβλύσει. Τα παιδιά του θα είναι υπερήφανα και μεγαλόθυμα. Η σκέψη του θα εμπνεύσει τους μαθητές που θα τον ακολουθήσουν. Και σιγά-σιγά, λίγο-λίγο, θα γεννηθεί μια ηρωική, ευγενής, γενναιόδωρη και δαιμόνια φυλή. Έχω υποφέρει εδώ και πολύ καιρό. Όταν οι αδερφές μου χορεύουν γύρω από το θεϊκό δένδρο, κλαίω απ’ την ντροπή και απομακρύνομαι από αυτές. Την ημέρα που θα ιδώ τους νέους ανθρώπους να περπατούν πάλι στη σκιά του δάσους, θα παρηγορηθώ. Τα φύλλα βελανιδιάς δεν κοσμούν πλέον το κεφάλι μου. Θα ήθελα να φορέσω το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι. Τότε πια, θα μπορώ να πεθάνω. Το ποτό που περιέχεται σε αυτήν την ασημένια φιάλη θα ήταν ικανό για να διατηρήσει τη σάρκα ενός πτώματος ες αεί. Επτά ζωντανοί άνθρωποι, ακόμη κι αν είναι ηλικιωμένοι, μπορούν να αντλήσουν υπεράνθρωπη δύναμη από αυτό. Σας το δίνω. Αλλά μάθετε τούτο εδώ που πρέπει: να το ενσταλάξετε μόνο σε όσους αγαπούν και σκέφτονται. Γιατί για εκείνους μονάχα έχει το ελιξήριο τις μαγικές ιδιότητές του. Για τους άλλους, είναι τόσο αναποτελεσματικό, όσο το νερό του ποταμού. Δεν πρέπει να ρεύσει ματαίως.Θα ήσουν εγκληματίας, αν έχανες έστω και μία σταγόνα αυτού του πολύτιμου αναψυκτικού. Πιες κι εσύ η ίδια, ω γυναίκα! Αν θεωρείς τον εαυτό σου άξιο να πιεις, και αν τολμάς, αλλά μην ξεχάσεις τις υποσχέσεις μου ή τις απειλές μου. Αφήνω στα χέρια σου το ελιξίριο της ζωής. Τόσο σοβαρός ήτο ο τόνος της μελωδικής φωνής, που δίστασε η Μυρρίνη. Φοβόταν πολύ. Τότε σκέφθηκε : «Θα δώσω στον Φωτίωνα τούτο το υπέροχο ποτό. Μόνος αυτός θα αποφασίσει. Θα ξέρει πώς να ορίσει τους εκλεκτούς στους οποίους θα το χύσω. Εγώ η ιδία δεν θα μουλιάσω τα χείλη μου με αυτό, εκτός εάν μου το επιτρέψει ο Φωτίων, ή αν με διατάξει. »  – Σε ευχαριστώ, ω Δρυάς! – της είπε. -Δέχομαι, τρέμοντας, το δώρο που μου δίνεις. Αλλά θέλω να έχω την ελευθερία να σου το επιστρέψω αύριο. – Πολύ καλά, ας γίνει έτσι. Πάρε· και είθε σύντομα να πεθάνω, θριαμβεύουσα και παρηγορηθείσα !** * Η σελήνη έλαμπε πολύ ψηλά στον ουρανό. Οι ασημί αχτίδες της διέσχιζαν το σκοτεινό φύλλωμα. Τα πουλιά κοιμόσαντε. Τα νεκρά φύλλα έπεφταν σιωπηλά. Τίποτα δεν διατάραζε τη φωτεινή γαλήνη τούτης της φθινοπωρινής νύχτας. Καθισμένη μπροστά από την πόρτα της, η Μυρρίνη ατένιζε τον ορίζοντα. Ήτον χλωμή. Το λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο είχε την ακαμψία μιας μάσκας. Ο λαγός έλαμπε στα σκοτεινά μαύρα μάτια της. Το κεφάλι της, απογυμνωμένο από τα ξανθά μαλλιά της, έσκυβε λυπημένο.Αίφνης, λίγα βήματα από αυτήν, ενεφανίσθη η Δρυάς και, όπως την πρώτη φορά, την αποκάλεσε με το όνομά της :-Μυρρίνη Μυρρίνη !Η νεαρή γυναίκα ανατρίχιασε :- Τι θες, ω Δρυάς; Τι θέλεις από εμένα; – Γιατί είσαι τόσο θλιμμένη; Εδώ και είκοσι μέρες περιμένω, δίπλα στη δάφνη. Μα δεν ήλθες ακόμη. Κι όμως είδα ήδη στο έδαφος, την ασημένια φιάλη όπου είχα χαράξει τ’ όνομά μου. Ήτον άδεια η φιάλη. Σε ποιον έδωσες το μαγικό βάλσαμο;Η νεαρή γυναίκα δεν απάντησε.- Ματαίως σιωπάς. Ξέρω ότι όταν με άφησες, βρήκες τον σύζυγο που λατρεύεις, άψυχο, στο κατώφλι του σπιτιού σου. Στο αρωματισμένο μαξιλάρι των μαλλιών σου, ξέρω καλά ποιο κεφάλι ξεκουράζεται. Ξέρω ότι φιλάς χείλη βουβά και ότι κάθε βράδυ σφίγγεις με τα χέρια στην αγκαλιά σου ένα πτώμα, τόσο ζεστό, όσο το στήθος του εραστή σου. Ξέρω σε τίνος τι σάρκα κύλησε το ελιξίριο της ζωής, σταγόνα – σταγόνα. Αχ! καημένη γυναίκα! τόσο τρυφερή, τόσο αδύναμη και τόσο εγκληματική! Τι τόλμησες να κάνεις; Η Μυρρίνη απάντησε με υπερηφάνεια: – Δεν ήθελα να παραδώσω το σώμα του συζύγου μου στη γη ή στη φλόγα. Το ταρίχευσα με ευσέβεια. Το θαύμα που μου ανακοίνωσες, έγινε πραγματικότητα κι είναι πιο όμορφα από ό, τι στις πρώτες μέρες του έρωτά μας! Και το κρατώ, φευ, για πάντα, στην καρδιά μου. – Έχεις προσβάλει εκείνους που κανείς δεν μπορεί να προσβάλλει ατιμώρητα. Σε λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σένα. Και η Μυρρίνη είδε να την πλησιάζουν, αργά, σε πλήθη οι Κόκκινες Δρυάδες με τα πράσινα μάτια, οι τριχωτοί Σάτυροι, οι Κένταυροι με τα γυαλιστερά καπούλια και τα χάλκινα στήθη, οι Ναϊάδες, ελαφριές και καθάριες ωσάν πηγές, τ’ άγρια βακχεύοντα θηρία. Λίγο πιο πέρα, μισοβυθισμένο στην σκιά, εμφανίστηκε το τραχύ και μελαγχολικό πρόσωπο ενός Κύκλωπα. Και όλα αυτά τα τρομερά και αξιοθαύμαστα όντα κάρφωναν πάνω της τα βλέμματά τους, γεμάτα απειλές. Σιωπηλή, ακίνητη, εκείνη, περίμενε. Τότε ηκούσθη μια φωνή: – Ω περιπλανώμενη και έρημη Δρυάς, για δεύτερη φορά ηττημένη, Εσύ που είχες επιλέξει αυτή τη γυναίκα για να της δώσεις το ελιξίριο της ζωής, ανακοίνωσε την ποινή της!Η Θύμβρις εμίλησε: – Είσαι η πρώτη από εκείνους που θα σπαταλούσαν τα πολύτιμα αρώματα των αγρών και των δασών για να ταριχεύσουν ένα πτώμα. Για αυτό το έγκλημα δεν υπάρχει συγχώρεση. Ορίστε η τιμωρία σου: Δεν θα κατέβεις στον τάφο μέχρι να γεράσεις πολύ. Αλλά ποτέ ξανά δεν θα πλησιάσεις ζωντανό ον έως τότε. Οι άνδρες, γδυμένοι από εσένα, θα σε αρνούνται. Τα θηρία και τα πουλιά θα φεύγουν μακριά σου καθώς τα πλησιάζεις. Ακόμη και οι μέλισσες, κάθε που θα αισθάνονται ότι έρχεσαι, θα εγκαταλείπουν την κυψέλη τους γεμάτη μέλι. Την ημέρα, θα ζεις μόνη, με τον άψυχο σύζυγό σου. Τη νύχτα, όπως χθες, θα πιέζεις τα χείλη σου στα χείλη του και θα τον αγκαλιάζεις στον κόρφο σου.Είναι δικός σου, ο νεκρός για τον οποίο θυσίασες την χαρά και την ευγένεια τόσων πολλών όντων που θα έπονταν, όλα για έναν νεκρό που αγάπησες πάρα πολύ. Δικός σου για πάντα!»  Χωρίς προσευχές και χωρίς δάκρυα, είχε ακούσει η Μυρρίνη. Στα μάτια της έλαμπε το τρομερό βλέμμα εκείνων που αψηφούν την Μοίρα. Με υπερηφάνεια σήκωσε το γυμνό κεφάλι της και επέστρεψε στον νεκρό.

III MYRRHINE 


In the shady woods of Arcadia Photion, the philosopher, had taken refuge. He was still young, enthusiastic and handsome. He fled from Sparta, his rough and glorious homeland, because he did not think about the Gods what the magistrates of the city ordered to be thought. He constantly meditated with anguish on the wills of Fate and the desires of men, on the mysteries of life, born of voluptuousness, delivered to pain. He loved beings and things. He questioned, he judged the Gods. Neither the sovereign Master who throws the thunderbolt, nor the inviolable and serene Wisdom, nor the altiere Virgin, glory and terror of the nights, nor the white Aphrodite with golden hair, filled his heart, dominated his thought. 

His restless spirit descended lower than the Underworld, rose higher than Olympus. He sought beyond the gods. He never went to the cities, never knelt in the temples. He lived in the woods with Myrrhine, his wife. She had voluntarily followed him. She loved him. Delicate and thoughtful, she had suffered a lot in Lacedemonia, among the hard warriors to whom the sky smiled in vain. Now she was happy. During the day she tended the house, spun yarn, and cultivated the little garden full of flowers and bees. Her spinning wheel buzzed like a beehive, she sang like a nightingale. Often, sitting at Photion’s feet, she listened to him read the words written on his ivory tablets. Fearsome words, fiery and pure as flame. She admired him for his strength, she adored him for his gentleness. She was all his.  
** On a rainy autumn morning, the young woman was wandering alone in the woods. The dark mass of clouds that veiled the sun let out a few pale rays. Drops of water sparkled in the trees and fell, one by one, on the grass. Myrrinne walked slowly. A presentiment troubled her. She was moved, vaguely worried. Suddenly it seemed to her that a hand was touching her surprised shoulder, and she turned around. At first she could see nothing, but gradually she saw a woman dressed in here from the feet to the waist between the branches of a laurel tree. The stranger was beautiful. Her hair, softer than creeper, redder than autumn leaves, was wrapped around her pink arms, her round neck, her strong, full breasts. Her face had the glow of ripe peaches; her green eyes were soft and deep like the shadows of the woods. Despite her freshness, she had the melancholy charm of a plant touched by winter. One could not tell whether she was young or old. In a voice as plaintive as the distant notes of a flute, she said: “Myrrhine! Who are you?” asked the young woman, trembling. Nymph or goddess? For you are not of the race of men. The unknown woman smiled gravely: – No, I am not of the cruel race of men. I am Thymbris, the dryad. Long, long ago, the Gods entrusted me with a marvellous tree that grew in the forests of Arcadia. How beautiful was my oak tree! I remember it as a woman, I remember six shepherds, joining their hands, could hardly kiss its magninque trunk. Between its roots, the timid hares found a safe shelter; flowers sprouted in its shade, in its dense foliage, the breeze blew, the birds sang. Countless lives mingled with its life. How I loved it. I pressed my chest ardently against its rough bark, I tied my hair to its branches, I nibbled its leaves, I drank its sap like wine. I felt the powerful youth of the age-old tree pass through me. One day, oh Gods! a spring day, some woodcutters came. As they walked, they talked and laughed. I saw their iron axes rise on my oak. Invisible, I fought against them. But these rude beings could not guess the presence of the dryad, could not feel the sacred terror. I could not defend my oak tree. I can still hear the wood creaking and groaning. I see the deep cut. The venerable tree has fallen slowly to the ground. The dust has stained its delicate leaves. It died. I thought I would die too. Alas! I had used up formidable forces in it… 

“Since that day, I have hated men. Defeated, humiliated, powerless, given over to regrets, I flee the places where I “Since that day, I have hated men. Defeated, humiliated, powerless, left to regret, I flee from the places where I knew the pain of having failed in my task! Pain from which none of us can ever be consoled. I flee from the places where once my joy and pride were. Now only a black piece of trunk remains of the divine oak. The grass withers where its shade once was, the hares seek shelter elsewhere, and the birds no longer sing there.” I hate men! But I pity them because they know only how to enslave, steal and kill. Invincible and pitiful, they are the masters of the world. They possess the earth, but joy does not blossom there for them.” They come, and we go. With step they take they erase our steps. They advance, and the sylvans, the nymphs, the satyrs, the dryads flee like hunted beasts. We will soon disappear, they are stronger than we are.

“That is why, in spite of my hatred, I come as a friend, so that they no longer deserve the name of destroyers; so that they may be compassionate to the beings they have vanquished, and that they may feel, at last, the soul of things.  Since I have been wandering the bare earth, a hundred times I have seen the swallows leave. I am sad and weary. But before I enter into deep peace, I want to act once more. I have long sought a human being worthy of possessing a secret that I possess. To you I can reveal it, for you are of my race. You have been told, have you not, that your great-great-grandfather was born of a dryad, and that, for the love of a woman, he abandoned the woods? You are his daughter; a few drops of sap still mingle with your blood. I recognised you, and I did not hide myself at your approach, and I called you. What I have to say to you, you can hear. 

The dryad fixed her clear gaze on the young woman: Since I returned to Arcadia, I have been watching you, and I have also been watching Photion, your husband, your friend, your master. Invisible and mute, I have approached you and penetrated your hearts. You respect life, joy and beauty. You have never trampled the ant, stolen the nightingale’s egg, crumpled the butterfly’s wing, I love you, O my sister, you who have not offended the spirit of the forests! I want to talk to you, to you alone.Myrrhine trembled with fear. What would she learn? What secret could the dryad reveal to her? Something terrible, no doubt, perhaps superhuman. She did not wish to know it. She desired nothing, for she possessed love. But she knew that Photion would have gathered, on his knees, the words that Thymbris was going to pronounce.

“If I refuse to hear them, I will be a criminal to my husband, she said. I want to be worthy of him, I do not want to fear the unknown. She turned to the dryad: “Speak! but know that what you say, I will repeat to him whom I love. If there is a single word of yours that he should not hear, be silent, for I cannot be silent. The dryad replied: “I do not require any feeling from you. When you possess my secret, you will see for yourself what you must do. This is it.” Solitary and free, I have travelled through ‘ll ellade. I, the daughter of the ancient forests that cover the plains, have climbed the high peaks, I have descended into the valleys. Wherever a blade of grass grows, wherever a flower blooms, wherever a tree rises, I have set foot. In the mountains I have picked the wild thyme; in the gardens of kings, the snow lilies and the purple roses; in the meadows, the anemone wasteland; in the cemeteries, the golden asphodel; the belladonna among the ruined temples, and the hemlock in the swamps. An exile from Egypt brought me the seed of the dark poppies. In the rays of the moon I bent over the limpid ponds, and the transparent fingers of the nymphs held out to me the mystic lotus, the pale water lily. I picked the flowers that carpet the fields, that crawl in the rubble, that entwine themselves with trees and stones, that adorn the tombs; those that open to the sun, to the stars or to the shade, that float on the waters. All the flowers of pleasure, ecstasy, dream, oblivion and death; I have kissed them with my lips, pressed them against my naked breasts, crushed them in my hands. I have mingled with their petals the salubrious leaves of the eucalyptus, the poisonous leaves of the noble laurel, the oak leaves which once crowned my head and which I am no longer worthy to adorn. From this marvellous vegetation I have asked for its perfumes, its honey and its poisons. I have distilled from its substance the juice it drew from the earth, the drop of fire that the sky poured on it.

“I have made a miraculous elixir from it. Happy is he who can drink it! He will feel an intense life flowing in his veins. His soul will awaken. Joy and pain will surrender to him. He will sing of pity, love and hope. His eyes will perceive the distant stars. He will read hearts. He will discover buried treasures. The voices of the earth will speak to him. When the rain does not fall from the sky, when the fields are hard as rock, and the grass withers in the bottom of the dried-up streams, he will hear the fresh murmur of springs under his feet; he will dig the ground, and the water will gush forth.” His children will be proud and magnanimous. His thought will inspire the disciples who will follow him. And little by little a heroic, noble, generous and subtle race will be born. I have suffered for a long time. When my sisters dance around the divine tree, I cry with shame and move away from them. The day I see the new men walking in the shade of the woods, I will be consoled. The oak leaves no longer adorn my head. I would like to put the laurel crown on it. Then I can die. The liquor contained in this silver bottle would be enough to preserve the flesh of a corpse for ever.

Seven living people, even old men, can draw superhuman strength from it. I give it to you. But learn this: you must pour it only to those who love and think. For these alone it has magical properties. For the others, it is as ineffective as river water. It must not flow in vain. You would be a criminal if you lost a single drop of this precious drink. Drink yourself, O woman, if you deem yourself worthy of drinking, and if you dare, but do not forget my promises or my threats. I place in your hands the elixir of life. So grave was the accent of the melodious voice that Myrrhine hesitated. She was afraid. Then she thought: “I will give Photion this wonderful drink. He alone will decide. He will know how to choose the chosen ones to whom I will pour it. I will only dip my lips in it if he allows me to, if he orders me to. – I thank you, O dryad! – she said. – I accept, trembling, the gift you give me. But I want to be free to give it back to you tomorrow.  – It is well, let it be so. The moon shone high in the sky. Its silver rays shone through the dark foliage. The birds were sleeping. The dead leaves fell noiselessly. Nothing disturbed the luminous peace of the autumn night. Sitting in front of her door, Myrrhine looked into the distance. She was pale. Her thin face had the rigidity of a mask. The hare shone in her black eyes. Her head, stripped of its blond hair, bent sadly. Suddenly, a few steps away from her, the dryad appeared, and, as the first time, called her by her name: Myrrhine Myrrhine! The young woman shuddered: – What do you want, O dryad? what do you want of me? – Why are you so sad For twenty days I have been waiting by the laurel. You have not come. Why I saw, on the ground, the silver flask where I engraved my name. It was empty. The young woman did not answer. – In vain you keep silent. I know that when you left me you found the husband you adore lying lifeless on the threshold of your house. On the perfumed pillow of your hair I know whose head lies. I know that you kiss mute lips and that every night you clasp in your arms a corpse as warm as your lover’s breast. I know on which flesh the elixir of life has flowed, drop by drop. Ah! poor woman! so tender, so weak and so criminal! What have you dared to do? Myrrhine answered with pride: – I did not want to deliver the body of my husband to the earth or to the flame. I embalmed it piously. The miracle that you announced to me has been accomplished, it is more beautiful than in the first days of our love! and I keep it forever against my heart.

You have offended those whom no one offends with impunity. I pity you, but I can do nothing for you. And Myrrhine saw the red dryads with their green eyes, the hairy satyrs, the centaurs with their shiny rump and coppery bust, the light and pure naiads like springs, the wild bacchants, slowly approaching her in a crowd. Farther on appeared, half-drowned in the shadow, the rough and melancholic face of a cyclops. And all these fearsome beings were staring at her with their threatening eyes… Silent, motionless, she was waiting. Then a voice resounded: – O wandering and desolate dryad, for the second time defeated, you who had chosen this woman to give her the elixir of life, pronounce her sentence!  Thymbris spoke:  -Kill the first of those who will dissipate the precious aromas of the fields and woods to embalm the corpses. For this crime there is no forgiveness. This is your punishment: “You shall not go down to the grave until you are very old. But never again shall you come near a living being. Men, robbed by you, will deny you. Beasts and birds will flee from you. Even the bees, sensing you coming, will abandon their hive full of honey. By day, you will live alone with your inanimate husband. At night you will press your lips to his lips as you did yesterday, and embrace him with your arms. He is yours, the dead man to whom you sacrificed the joy and nobility of so many beings to come, the dead man you loved too much. Yours forever!” Without prayer or tears she had listened. In her eyes shone the terrible look of those who defy Fate. She proudly raised her bare head and returned to the dead man.

Τέλος, υπάρχουν και άλλα δύο Ειδωλολατρικά Όνειρα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα “Censeur politique et littéraire” 3 août 1907. Rêves païens. : Prière de l’avenir au poète. Les cyclopés, par C. Psycha. 434-435.

Εκδόθηκαν όλα μαζί σε βιβλίο; Αν ισχύει η παρακάτω παραπομπή από τον Mercure de France της 16ης Νοεμβρίου 1908, σελ. Catina Psycha “Rêves païens” impr. de Vaugirard 1908.

Βιβλιοκριτική αρνητική και ανώνυμη, στο Polybiblion-BIBLIOGRAPHIQUE UNIVERSELLE, Janvier 1909. T. CXV. 1. 

Rêves païens, par C. Psycha. Paris, imp. de Vaugirard, s. d., 

in. 8 de 100 p. 125

 Les Rêves païens, publiés sous la signature C. Psycha, sont 

des poésies on prose, mais d’une prose qui ne justifie pas ses préten- 

tions poétiques. Ce sont de vagues évocations, moitié récits, moitié 

rêveries, mettant en scène des dieux ou des personnages antiques, 

mais peu intéressantes dans le fond et sans qualités saillantes de forme. 

L’auteur vise à la simplicité dans le style. Peut-être, du reste, plaira- 

t-il à certains amateurs qui trouvent du charme à ces « tranches de 

mythologie » découpées par l’intellectualisme moderne. Le volume est 

illustré de vignettes assorties. 

Τα Ειδωλολατρικά Όνειρα, που δημοσιεύονται με την υπογραφή C. Psycha, είναι 

ποιήματα σε πεζό λόγο, αλλά ενός πεζού λόγου που δεν δικαιολογεί τις ποιητικές του αξιώσεις. Είναι αόριστες αναμνήσεις, μισές αφηγήσεις, μισές ιστορίες, μισές ονειροπολήσεις, με θεούς ή αρχαίους χαρακτήρες, αλλά με μικρό ενδιαφέρον στην ουσία και χωρίς εξέχουσες ιδιότητες μορφής. 

Ο συγγραφέας στοχεύει στην απλότητα του ύφους. Μπορεί να ικανοποιήσει κάποιους  της μυθολογίας” που κόπηκε από τον συγγραφέα και την οποία βρίσκουν γοητευτική, της μυθολογίας” που έχει κοπεί από τον σύγχρονο διανοητισμό. Ο τόμος είναι εικονογραφημένος με διάφορες βινιέτες. 

Το 2016 επωλήθη σε γερμανική δημοπρασία ένα αντίτυπο του βιβλίου της: 

– 48. Psycha, C. Rêves païens.

(Vaugirard), o. J. OBrosch. – Aussen gebrauchsspurig, gebräunt, teils stärker bestossen; Innen zumeist gebräunt, vereinzelt kl. Randeinrisse

oder gebrochene Bindung. Insgesamt aber in guter Erhaltung. – Nicht eingehend kollationiert, kein Rückgaberecht.