Category Archives: book reviews

Εβρυκολάκιασε ;

Εως τώρα γνωρίζαμε πως ο Πλάτων Ροδοκανάκης και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος έφθασαν έως τις αίθουσες του δικαστηρίου για την πρώτη δίκη για λογοκλοπή εν Ελλάδι. Ο Ροδοκανάκης, έχοντας αφηγηθεί την πλοκή του διηγήματός του στους Γιαννόπουλο, Χρηστομάνο, Παλαμά και Κατσίμπαλη, Το βυσσινί τριαντάφυλλο βρέθηκε να διαβάζει λίγες ημέρες μετά πάνω – κάτω την ίδια ιστορία γραμμένη από τον φίλο του, Χρηστομάνο, (σύμφωνα με την γνώμη του, βεβαίως) ως επερχόμενο θεατρικό, υπό τον τίτλο Τα τρία φιλιά. Ο Χρηστομάνος ισχυρίστηκε το ακριβώς αντίθετο, πως ο Ροδοκανάκης τον είχε ρουφήξει σαν το σφουγγάρι. Στην δίκη, ο Ροδοκανάκης, είρων και ωραίος, απεφάνθη πως στο έργο του οι πρωταγωνισταί δίδουν “χίλια φιλιά” και όχι τρία, ενώ ο Κωστής Παλαμάς υπέδειξε πως και οι δύο είχαν αντιγράψει έναν νέον, λεγόμενον Κάρμα Νιρβαμή, το Νίκο Καζαντζάκη και το Οφις και Κρίνο.  Περισσότερα στην εργασία της κυρίας Ειρήνης Σουργιαδάκη περί του θέματος.

Έχει προταθεί φιλολογικά, αλλά και λογοτεχνικά (Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού) και ο Ροδοκανάκης και ο Χρηστομάνος να αφηγούνται λογοτεχνικώς την πραγματική ιστορία του έρωτος του Περικλή Γιαννόπουλου για τη Σοφία Λασκαρίδου. Βγαίνουν οι ημερομηνίες; Δεν ξέρουμε, αλλά καλύτερα ας το αφήσουμε στη φαντασία. Εκείνο το οποίο δεν γνωρίζαμε έως τώρα ήταν η παρακάτω πλαστή θεατρική κριτική του Ροδοκανάκη σε μία προσπάθεια παράστασης της Κερένιας Κούκλας του άσπονδου φίλου του. Ενδεχομένως, επίσης, να πήγανε έως τα δικαστήρια μόνο και μόνο για την πρόκληση. Φίλοι ήταν, δούλευαν μαζί σε αρχεία και καφενεία. Βιτριολικός, είρων, παιγνιώδης, μεταφυσικός και αυτοσαρκαζόμενος, ο Πλάτων Ροδοκανάκης μέσα σε δύο παραγράφους σατιρίζει την ίδια την δικαστική τους διαμάχη, τις ηθοποιούς της εποχής , Κυβέλη και Σοφία Σπανούδη.

…ἐτράβηξα τόσα ἀπὸ τὴν αἰφνιδίαν κακοδιαθεσίαν, ὅσα μόνον χρηστομάνειος ἐφευρετικότης θὰ μποροῦσε νὰ επιβάλῃ εἰς τὸ θῦμά του…

ΕΒΡΥΚΟΛΑΚΙΑΣΕ; 

Μήπως ο Χρηστομάνος εβρυκολάκιασε ; Το ανήσυχον πνεύμα που δεν ημπορούσε να μένη ευχαριστημένον αν δεν έκλειε την ημέραν του με το μπέρδευμα όλων των λογίων, που συναντούσεν. εις τον δρόμον του, μήπως επέρασε με ένα σάλτο την ‘Αχαιρoυσίαν, και έρχεται να μας δώση σβερκιές με ένα μάτσο ασφοδελών, που κρατεί εις το χέρι εν είδει μαστιγίου ; Αλλά ποιος ετελετούργησε τα μάγια που μας έφεραν οπίσω μίαν αγαπητήν μέν μορφήν, η οποία όμως καλά θα έκαμνε να εξακολουθούσε περιφερομένη κά τω από τα κυπαρίσσια του Ἅδου, ὅπου τόσα μεγαλεία σύρουν την πορφύραν των αναμνήσεων και όπου οι εγωϊσμοί του πνεύματος και του αίματος παρέχουν ευμεταχείριστον λαβήν διά τσακώματα, με τα οποία θα εγλεντούσεν η μεστή ειρωνείας μορφή του διδασκάλου ;

Αν τον εξήγειρε κατά των επιζώντων η τελευταία επιχείρησις της αγαπητής του Κυβέλης, αναλαβούσης να αναβιβάση εις το θέατρόν της την «Κερένιαν Κούκλαν», τότε δεν βλέπω δια ποιον λόγον ή μήνες του νεκρού συγγραφέως δεν στρέφεται κατά του κ. Χόρν, του παρασύραντος την Λιόλιαν εις ένα παρόμοιον τόλμημα. Μέχρι τοῦδε ενόμιζα, ότι οι μάκαρες εξηκολούθουν να δροσίζουν τα χείλη των εις τα ύδατα της Λήθης, αλλά φαίνεται ότι η λειψυδρία δεν είνε αποκλειστικών προνόμιον της αιωνίας πόλεως, διότι δεν εξηγείται αλλέως το κυνηγητό που έκαμεν ο Χρηστομάνος προ ολίγων ημερών εις την πλαζ του Παλαιού Φαλήρου, κραδαίνων ένα ρεβόλβερ εις την δεξιάν. Θα τον σκοτώσω, εφώναζεν. Αυτό το είδε και το ήκουσεν η Κυβέλη, η οποία κατοικεί εις το Παλαιόν και συνεπώς κοιμάται επί τόπου. Τώρα, ότι όλα αυτά εξετυλίχθησαν με κλειστά τα βλέφαρα κάτω από την κουνουπιέρας, δεν έχει καμμίαν σημασίαν, διότι από της εποχής του Ιακώβ, τα ενύπνια παίζουν ρόλον εις την ζωήν των ανθρώπων και ο ονειροκρίτης είνε το μάλλον διαδεδομένον βιβλίον του κόσμου. 

– Αί… Να σου πω… Είδα στον ύπνο μου να σε κυνηγά ο Χρηστομάνος για να σε σκοτώση… εκεί στην πλάι του Παλαιού Φαλήρου. Ἐβαστοῦσε ἕνα ρεβόλβερ καὶ ἐφώναζε· Θὰ τὸν σκοτώσω ! Καὶ σὺ ἔφευγες τρεχᾶτος γιὰ νὰ γλυτώσῃς… 

Ἐβαστοῦσε ἕνα ρεβόλβερ καὶ ἐφώναζε· Θὰ τὸν σκοτώσω !

Την καταδίκην μου την ήκουσα ένα απόγευμα που εγίνοντο η πρόβες του «Πανοράματος», από την φίλην καλλιτέχνιδα. Ευρίσκοντο αρκετοί γνωστοί εις τα καθίσματα της πρώτης σειράς και η κυρία Σοφία Σπανούδη, η συμπαθής λογία και μουσικός, καταλαμβάνουσα με το μώβ φόρεμα της ένα ολόκληρον πάγκον πέντε θέσεων, εστράφη, και με το σύνηθες απέραντον ύφος της, μου είπε. 

– Αϊ, τώρα πια ετελείωσε… Θα πεθάνης κακομοίρη…

Αποτεινομένη δε προς την Κυβέλην ηρώτησε με ενδιαφέρον. 

– Του τράβηξε, ψυχούλα μου ; Του τράβηξε, Κυβελίτσα 

-Όχι… μόνο που τον εκυνηγούσε…

– Αϊ, τότε, συνεπέρανεν η κυρία Σπανούδη με μίαν ανακούφισιν, μπορείς και να γλυτώσης, κακομοίρη….

Το πραγμα καθίστατο σοβαρόν. ‘Ηρχισα να σκέπτομαι ότι μία σπονδή από γάλα, ένα λευκό πιτσούνι και άφθονα γιασεμιά, επάνω εις τον τάφον του αδυσώπητου φίλου μου, ίσως και εξηυμένιζον το πνεύμα του. Αλλά δεν επρόφθασα να εκπληρώσω τον πόθον μου αυτόν, διότι την ιδίαν νύκτα επήρχετο η έκρηξις του κακού και εις διάστημα δύο ημερών, ετράβηξα τόσα από την αιφνιδίαν κακοδιαθεσίαν, όσα μόνον χρηστομάνειος εφευρετικότης θα μπορούσε να επιβάλη εις το θυμά του. Ευτυχώς εγλύτωσα και την φοράν αυτήν. Διαμαρτύρομαι όμως διά τήν και πέραν του τάφου καταδίωξιν ταύτην. Υποθέτω ότι οι παλαιοί φιλολογικοί καυγάδες δεν έπρεπε να του εμπνεύσουν την υπόνοιαν, ότι συνετέλεσα και εγώ εις την διαπόμπευσιν της «Κερένιας Κούκλας» του.. Διά να είμαι μάλιστα μακράν από τα γενόμενα, ούτε καν παρευρέθην εις τας δύο παραστάσεις της διασκευής. Ιδού λεπτομέρειαι, τας οποίας έπρεπε να λάβη υπ’ όψιν το βρυκολακιάσαν πνεύμα και να στρέψη το ρεβόλβερ του κατά των ενόχων. 

Ο Πλάτων Ροδοκανάκης σε φωτογραφία αφιερωμένη στο Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
Αν τον εξήγειρε κατά των επιζώντων η τελευταία επιχείρησις της αγαπητής του Κυβέλης, αναλαβούσης να αναβιβάση εις το θέατρόν της την «Κερένιαν Κούκλαν», τότε δεν βλέπω δια ποιον λόγον ή μήνες του νεκρού συγγραφέως δεν στρέφεται κατά του κ. Χόρν, του παρασύραντος την Λιόλιαν εις ένα παρόμοιον τόλμημα.
Ευρίσκοντο αρκετοί γνωστοί εις τα καθίσματα της πρώτης σειράς και η κυρία Σοφία Σπανούδη, η συμπαθής λογία και μουσικός, καταλαμβάνουσα με το μώβ φόρεμα της ένα ολόκληρον πάγκον πέντε θέσεων, εστράφη, και με το σύνηθες απέραντον ύφος της, μου είπε. – Αϊ, τώρα πια ετελείωσε… Θα πεθάνης κακομοίρη…

Π. ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ


Oscar Wilde ~ Η Ελένη της Τροίας

Όσκαρ Ουάιλντ

Οι Γυναίκες του Ομήρου

Μία εισαγωγή – Ηλίας Κολοκούρης

Πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πολύ χρήσιμος τόμος δοκιμίων του Daniel Mendelsohn Περιμένοντας τους βαρβάρους. Ο δοκιμιακός λόγος του Mendelsohn, μαζί με την ικανότητά του να ευρίσκει αισχυλικά διακείμενα σε σειρές που όλοι αγαπάμε όπως οι Sopranos, μόνο να εμπνεύσουν μπορούν. Ωστόσο, δίχως να επιθυμούμε να υποτιμήσουμε την μεγάλη αξία των δοκιμίων, πιστεύουμε πως σε ένα συγκεκριμένο, το αναφερόμενο στον Όσκαρ Ουάιλντ τον κλασικιστή, η εστίαση αν και στοχευμένη, υποτιμά την αξία ενός αμετάφραστου στα ελληνικά, κειμένου. Μιλάμε για το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ, Γυναίκες του Ομήρου.

Ο Mendelsohn αφηγείται με εμβρίθεια την σχέση του Ουάιλντ με τα κλασικά κείμενα, τα Ηθικά Νικομάχεια. Παρουσιάζει το δοκίμιο “Ιστορική κριτική στην αρχαιότητα”, επίσης του Ουάιλντ. Πλην όμως, επιθυμώντας να αποδείξει κάτι το οποίο εμπίπτει στα δικά του ενδιαφέροντα, αποφαίνεται πως ο Ουάιλντ επιλέγει να γράψει για τις γυναίκες στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια επειδή ήταν ένα ασφαλές, ήπιο κεφάλαιο στο βιβλίο του John Addington Symonds Studies of the Greek Poets.

Δηλαδή, ο Ουάιλντ γράφει για τις γυναίκες στον Όμηρο επειδή δεν είναι και τίποτε σπουδαίο ως θέμα, δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τον ίδιο, άρα μπορεί να γράψει ανερυθριάστως περί αυτού. Εμείς φυσικά δεν μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε επί του ερωτήματος γιατί γράφει για αυτό και όχι για εκείνο το κεφάλαιο, πόσω μάλλον να μπούμε στην θέση του Ουάιλντ και να ισχυριστούμε ότι μάλλον θα προτιμούσε να γράψει για το σκανδαλώδες τελευταίο κεφάλαιο στο βιβλίο του Symonds, αλλά ντράπηκε. Χάριν αντεπιχειρήματος, ωστόσο, αν ήταν τόσο ασήμαντο το θέμα και ο Ουάιλντ γράφει για αυτό επειδή είναι ασφαλές, τότε γιατί η κριτική του παρέμεινε αδημοσίευτη όσο ζούσε;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, πριν απολαύσουμε ένα απόσπασμα από το δοκίμιο αυτό καθαυτό.

Το βιβλίο Studies of the Greek Poets κυκλοφορεί σε δύο τόμους, ο πρώτος το 1873 και ο δεύτερος τον Μάιο του 1876. Ο Όσκαρ Ουάιλντ σπουδάζει κλασική φιλολογία στο Magdalen College της Οξφόρδης. Καταλήγει εκεί, μετά από εξαιρετικές επιδόσεις ως μαθητής στο Βασιλικό Σχολείο Portora, όπου οι προφορικές μεταφράσεις του σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Πλάτων και του Βεργιλίου παραμένουν αξέχαστες, όπως μαρτυρεί ένας συμμαθητής του. Μάλιστα δε, μεταφράζει τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και η φωνή που του δίδει στα αγγλικά θεωρείται viva voce. Υπότροφος της Βασιλίσσης Βικτωρίας, συνεχίζει τις κλασικές του σπουδές στο Δουβλίνο. Κερδίζει βραβεία μεταφράσεως, μετάλλια και γράφει κωμικά ποιήματα στην αττική διάλεκτο, τα οποία δεν σώζονται δυστυχώς σήμερα. Αποφασίζει να δώσει εξετάσεις για το Magdalen College και το 1874 ξεκινά τις σπουδές του στην Οξφόρδη με υποτροφία.

Τον Αύγουστο του 1876, μετά από μία κουραστική εξεταστική περίοδο, ο Ουάιλντ κάνει διακοπές στο θερινό εξοχικό της οικογενείας του στην Κονεμάρα, στα μοναδικά φιορδ της Ιρλανδίας. Στο ψαροχώρι όπου διαμένει, ψαρεύει σολομούς και πέστροφες, κυνηγάει χήνες και κουνέλια και αθλείται. Γράφει ελάχιστα, αλλά γράφει την κριτική για το βιβλίο “ενός από τους πιο αξιόλογους λογίους του 19ου αιώνα” (όπως τον αποκαλεί σε μεταγενέστερο δοκίμιό του). Το βιβλίο είναι το Studies of the Greek Poets και ο καθηγητής και μύστης του Ουάιλντ στα ελληνικά πράγματα John Mahaffy έχει υποσχεθεί να επιμεληθεί το δοκίμιο του ανερχόμενου κριτικού.

Αυτό το βιβλίο που επιλέγει ο Ουάιλντ, καθιέρωσε εν πολλοίς την οπτική που είχαν οι βρετανοί Αισθητιστές / Ντεκαντέντ για την αρχαία Ελλάδα. Το άρθρο του, εκτός από κριτική του βιβλίου είναι και μία ιδιοσυγκρασιακή εισαγωγή του ιδίου του Ουάιλντ στις ηρωίδες των ομηρικών επών. Φαίνεται, από το ύφος του χειρογράφου, πως ο Ουάιλντ σκόπευε να εκφωνήσει το συγκεκριμένο κείμενο πριν το δημοσιεύσει, αλλά το εγκατέλειψε, όμορφο, αλλά μισό.

Η κριτική του Ουάιλντ, προμηνύουσα την μεικτή μέθοδο που ακολουθεί στο μεταγενέστερο Ο κριτικός ως δημιουργός (στα ελληνικά σε μετάφραση του Σπύρου Τσακνιά, εκδόσεις Στιγμή, 1984) δεν δημοσιεύτηκε ούτε ολοκληρώθηκε ποτέ. Το χειρόγραφο παρόλα αυτά, επιβίωσε. 8500 λέξεις με ενιδαφέρουσες παρατηρήσεις και ένας ρέων λόγος ο οποίος μάλλον ξεπερνά το επίπεδο των σημειώσεων έχει διασωθεί. Πρόκειται για την σχετικά πρόχειρη εκδοχή ενός άρθρου το οποίο δυστυχώς ουδέποτε επεξεργάστηκε τελικώς. Είναι, ωστόσο, το πρώτο κείμενο πρόζας του Ουάιλντ που έχουμε στην διάθεσή μας και επίσης περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης γραφής του. Αναδημιουργεί το κείμενο το οποίο αναλύει, συνάπτει όμορφες και στολισμένες περιλήψεις κλασικών κειμένων, ενώ εμάς τουλάχιστον μας οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα από εκείνα του Mendelsohn.

Το χειρόγραφο, σαρανταπέντε φύλλα με πλήρεις ενότητες εστιασμένες κάθε φορά σε διαφορετική ηρωίδα του Ομήρου, με αρκετά κενά και διορθώσεις του νεαρού κλασικιστή βρισκόταν στην κατοχή του φίλου του Ουάιλντ, Ρόμπερτ Ρος. Ο Ρος το παρέδωσε στον γιο του Ουάιλντ, Βίβιαν Χόλαντ, ο οποίος το πούλησε σε μία δημοπρασία το 1923. Το 1981 το χειρόγραφο ευρίσκεται στη Νέα Υόρκη και δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Το αγοράζει η Βιβλιοθήκη του J.P. Morgan, ναι, του γνωστού χρηματιστού. Εκδίδεται σε μία όχι ιδιαίτερα χρηστική έκδοση, προσβάσιμη στους θαμώνες της Βιβλιοθήκης μονάχα.

Δίχως να μπορούμε να εννοήσουμε γιατί, οι Γυναίκες του Ομήρου, όπως και το δοκίμιο του Ουάιλντ με τίτλο Ελληνισμός παραμένουν έξω από τις εκδόσεις των Απάντων του. Το ασαφές σκεπτικό πως “δεν είναι πλήρη έργα” μας βρίσκει ασύμφωνους. Τύχη αγαθή, το 2008 κατόπιν εξαιρετικής επιμέλειας των Thomas Wright και Donald Mead οι Γυναίκες του Ομήρου εκδόθηκαν στην Μεγάλη Βρετανία, ως ειδική έκδοση της Oscar Wilde Society και του Estate of Oscar Wilde.

Αλλά ας μη πούμε άλλα, ας απολαύσουμε τον λόγο του Όσκαρ Ουάιλντ στα ελληνικά, προσμένοντας την πλήρη έκδοση του κειμένου στα ελληνικά. Ευχαριστούμε την Oscar Wilde Society, τον Thomas Wright και τον εγγονό του Όσκαρ Ουάιλντ, Μέρλιν Χόλαντ, για την παραχώρηση του υλικού.

Η Ελένη της Τροίας

Ήταν του Ποσειδώνα ο γιος, ο Θησέας, που πρώτος αγάπησε την Ελένη, σαν την αντίκρυσε. Κοράσι ακόμη, μα πρώιμης ήδη ομορφιάς (οὔπω μὲν ἀκμάζουσαν, ἤδη δὲ τῶν ἄλλων διαφέρουσαν). Πεπεισμένος ότι δεν αξίζει να ζει χωρίς εκείνη, ούτε έχουν καμιά αξία το σπίτι ή η εξουσία σε οποιονδήποτε τομέα, αψήφισε την εξουσία του Τυνδάρεω, του Κάστορος και του Πολυδεύκη. Η Ελένη απήχθη από τον Θησέα, που την πήγε στις Αφίδνες της Αττικής.

Όμως όταν ο Θησέας έπρεπε να κατέβει στον Άδη, με τον Πειρίθου, για να τον βοηθήσει να αρπάξει το παιδί της Δήμητρας, την Κόρη [Περσεφόνη] η Ελένη επέστρεψε στην Σπάρτη. Και οι πρίγκηπες όλης της Ελλάδας ήλθαν για να την κορτάρουν κι ούτε που σκέπτονταν τις γυναίκες των πόλεών τους. Κι ο κλήρος πέφτει στον Μενέλαο. Η Ελένη, το έπαθλο. Και έπειτα ήλθαν εκείνα τα άθλια καλλιστεία ανάμεσα στις θεές, η πρώτη έναρξη του μεγάλου πολέμου. Διότι η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη ήλθαν προς τον γιο του Πριάμου και τον πρόσταξαν να αποφασίσει ποια ήταν η ομορφότερη. Και η Ήρα του προσέφερε την ηγεμονία όλης της Ασίας. Και η Αθηνά του έταξε αιώνια νίκη στην μάχη. Και η Αφροδίτη, την Ελένη, για γυναίκα του. Και ήταν τόσον τέλειον το κάλλος της, ώστε ο Πάρης δεν μπορούσε πια να αποφασίσει ανάμεσα στις τρεις θεές. Έτσι περιορισμένος να κάνει μιαν επιλογή έστω ανάμεσα στα δώρα τους, επέλεξε τον γάμο με την Ελένη. Διερωτώμαι, λέει ο Ισοκράτης, αν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως τάχα ήταν βλάκας ο Πάρης που επέλεξε να ζήσει μαζί της, αφού για το χατήρι της τόσοι και τόσοι ημίθεοι ήσαν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους. Μάλλον βλαξ θα ήταν, αν περιφρονούσε την ομορφιά, όταν έβλεπε τους θεούς να ερίζουν για αυτήν. Ή ίσως, αν δεν την θεωρούσε ένα τόσον ακριβό δώρο, για το οποίο οι ίδιοι οι θεοί είχαν τόσην επιθυμία.

Ποιος θα μπορούσε να απορρίψει έναν γάμο με την Ελένη, όταν θα έβλεπε πως την στιγμή της απαγωγής της οι Έλληνες οργίσθηκαν, ωσάν να είχε λεηλατηθεί όλη τους η γη. Ενώ οι Βάρβαροι περηφανεύτηκαν, ωσάν να είχαν κατακτήσει την Ελλάδα ολόκληρη. Αντί να την παραδώσουν αμαχητί, οι Τρώες αντιστάθηκαν τόσο, ώστε να δουν τις πόλεις τους λεηλατημένες και την χώρα τους ερημωμένη. Αντί να γυρίσουν σπίτι τους χωρίς εκείνη, οι Έλληνες επέλεξαν να παραμείνουν σε μια ξένη γη ως τα βαθειά γεράματα, και να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους ποτέ ξανά.

Πλην όμως δεν μάχονταν ούτε για τον Αλέξανδρο, ούτε για τον Μενέλαο, μα για την Ασία και την Ευρώπη. Πεπεισμένοι πως εκείνη η γη στην οποία η Ελένη θα διέμενε τελικά, εκείνη η γη θα ήταν η πιο ευλογημένη. Πολλώ δε μάλλον: όχι μόνον γέμιζαν οι άνδρες από τον πόθο να υποβληθούν σε δυσμένειες και αγώνες για χάρη της. Αλλά κι οι θεοί οι ίδιοι έστειλαν τα παιδιά τους να πολεμήσουν για το χατήρι της, γνωρίζοντας καλά πως θα συναντούσαν το θάνατό τους. Ο Δίας έστειλε τον Σαρπηδόνα, και η Ηώς έστειλε τον Μέμνονα, ο Ποσειδών τον Κύκνο και η Θέτις τον Αχιλλέα. Με την πίστη πως ένας θάνατος στην μάχη για την Ελένη ήταν πιο τιμητικός από μια ζωή δίχως μερτικό στους κινδύνους που πάντοτε περικύκλωναν εκείνη. Και ποια ήταν τελοσπάντων αυτή η μεγαλειώδης γοητεία και δύναμη της Ελένης που έκανε θεούς κι ανθρώπους να λογαριάζουν ως τιμή τον θάνατο για χάρη της; Ήταν το κάλλος, η ύψιστη, η πιο τιμητέα και θεϊκή αρετή που υπάρχει. Το κάλλος, που υποτάσσει ακόμη και τον Παντοκράτορα Δία, ο οποίος ταπεινώνει εαυτόν ενώπιον της ομορφιάς (πρὸς δὲ τὸ κάλλος ταπεινὸς γιγνόμενος).

[απόσπασμα από το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ – Οι Γυναίκες του Ομήρου,

μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης
επιμέλεια : Thomas Wright , Donald Mead
copyright: The Oscar Wilde Society, 2008


«Ορισμένοι είναι γεννημένοι ηθογράφοι ή ελληνολάτρες»

ΤΕΤΑΡΤΗ, 04 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015 00:00

alt

Ανέκδοτη συνέντευξη του Παύλου Μάτεσι από το 2007 για τον Αριστοφάνη και τις μεταφράσεις του.

Του Ηλία Κολοκούρη

Tο 2007, με αφορμή μια εργασία μεταφραστικής θεωρίας και πρακτικής για το μάθημα του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, συνάντησα τον Παύλο Μάτεσι στα Εξάρχεια, στο Βοξ. Η μέρα ήταν ωραία και ο κύριος Μάτεσις είχε κέφια. Έχει μόλις επανεκδοθεί η Μητέρα του σκύλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κι έχουν κυκλοφορήσει σε μετάφρασή του οι Σφήκες του Αριστοφάνη. Συνάντησα άλλες δύο φορές τον κύριο Μάτεσι, και κάθε φορά τελείωνε τη συνάντηση ευχόμενος «Χαίρε, Υγίαινε, Σκίζε!». Το 2013 ο Παύλος Μάτεσις ακολούθησε τον Διόνυσο και τον Ξανθία στην διαμάχη Ευριπίδη – Αισχύλου στον Κάτω κόσμο, κοάζων είρων και ωραίος “Βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ”. Αποχώρησε στα 80 του χρόνια, 20 Ιανουαρίου 2013.

Στο θέατρο, το κείμενο, η λέξη πρέπει την στιγμή που εκφέρεται, εκείνη την στιγμή να γίνεται κατανοητή από τον θεατή. Δεν φταίει ο θεατής.

Υπάρχει δύσκολο θέατρο ή είναι δύσκολο το κοινό;

Στο θέατρο, το κείμενο, η λέξη πρέπει την στιγμή που εκφέρεται, εκείνη την στιγμή να γίνεται κατανοητή από τον θεατή. Δεν φταίει ο θεατής. Αν την καταλάβει μετά από δέκα δευτερόλεπτα, δεν συμβαδίζει με το έργο και τον ηθοποιό. Χρειάζεται να υπάρχει καθαρότητα και ευθυβολία και του νοήματος και του ήχου. Έχεις σπουδάσει τη μουσική;

Είχα κάνει λίγο πιάνο, αλλά όχι πολλά πράγματα, εσείς;

Έχω τελειώσει βιολί και θέλω να πω ότι αντιλαμβάνομαι πως η λέξη συγγενεύει με την μουσική, αφού έχει ως πρώτη ύλη τον ήχο, παράλληλα όμως έχει μια έννοια, ένα νόημα. Αυτό απευθύνεται στον εγκέφαλο. Δηλαδή, η λέξη είναι ένας ήχος που απευθύνεται στο υποσυνείδητο και δεν ξέρουμε πώς θα επιδράσει στον κάθε δέκτη. Ο συγγραφέας ξέρει όμως. Αν θυμάσαι στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, όπου στο τέλος ο Οιδίπους καταριέται τον γιο του, οι λέξεις είναι πάρα πολύ σκληρές ηχητικά, όλο μπρρρ ντρρρρ γκρρρ. Ήξερε τι έκανε ο Σοφοκλής, το ίδιο και ο Αριστοφάνης.

Πώς σας φαίνονται οι υπάρχουσες μεταφράσεις του Αριστοφάνη;

Οι παλιότερες μεταφράσεις του Αριστοφάνη ντρέπονται να πούνε και τα σύκα σύκα. Έτσι, βλέπεις πολλούς αριστερούς (Ρώτας, Βάρναλης κλπ) οι οποίοι, ενώ θέλανε να ξεμπροστιάσουν την γλώσσα, σε πράγματα που έχουν σχέση με το σεξ ήταν ντροπαλοί.

Κάθε λέξη ως ήχος επιδρά διαφορετικά σε κάθε δέκτη. Από κει και πέρα το να προσπαθήσεις να στρατεύσεις την γλώσσα και να τη χρησιμοποιήσεις για τα κόμματα, το δημιούργημά σου είναι λίγο ζαβό. Οι μεταφράσεις που έχουν γίνει του Αριστοφάνη, αν ιδωθούν με κριτικό μάτι σε σχέση με το πρωτότυπο, θα φανεί ότι η γλώσσα είναι στρατευμένη. Κομματική. Ακόμα και του Βάρναλη. Καλά, του Ρώτα είναι φρίκη, δεν συζητιέται. Του Σταύρου είναι άμουσες, είναι μη ποιητικές. Ο Αριστοφάνης είναι μέγας ποιητής. Βλέπεις εκεί που μιλάει, λέει λέει λέει, χρησιμοποιεί την γλώσσα την τότε καθημερινή, αλλά στα χορικά είναι τόσο λυρικός που τα χάνεις. Όπου του το επιτρέπει η κωμωδία, ο λυρισμός του διαχέεται. Στις Νεφέλες υπάρχει ένας λυρισμός ιερατικός, δεν σηκώνει κουβέντα. Και μάλιστα το τελειώνει το έργο κι οι Νεφέλες λένε: «Βγάλτε μας από ’δω, αρκετά σας χορέψαμε για σήμερα!», κάτι δίσημο, αφού και χορέψαμε για εσάς αλλά και σας χορέψαμε. Οι παλιότερες μεταφράσεις του Αριστοφάνη ντρέπονται να πούνε και τα σύκα σύκα. Έτσι, βλέπεις πολλούς αριστερούς (Ρώτας, Βάρναλης κλπ) οι οποίοι, ενώ θέλανε να ξεμπροστιάσουν την γλώσσα, σε πράγματα που έχουν σχέση με το σεξ ήταν ντροπαλοί. Μετέφραζαν σαν μέλη χριστιανικής ένωσης. Του Γεωργουσόπουλου οι αριστοφανικές μεταφράσεις είναι κακές. Ο άνθρωπος ξέρει αρχαία όσο κανείς, αλλά δεν έχει αίσθηση του χιούμορ, κι έτσι το περνάει όλο στο χωριάτικο. Είναι ορισμένοι άνθρωποι που είναι γεννημένοι ηθογράφοι ή είναι ελληνολάτρες. Ο Γεωργουσόπουλος θέλει να βγάλει τα ηπειρώτικα τραγούδια μες στην τραγωδία.

Διαφωνείτε όταν γίνεται σύνδεση της Ελλάδας των πρώτων χρόνων μετά το ’21 με την Ελλάδα της αρχαιότητας μέσα σε μια μετάφραση;

Ναι. Συχνά καταντά γελοίο, γιατί από μια στιγμή και μετά, η ελληνική πραγματικότητα υπέστη μια καθίζηση και μια ήττα εξαιτίας της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Αριστοφάνης, ή τα σύμβολα, τα φαλλικά σύμβολα (στους Αχαρνείς που βάζει την κορούλα του Δικαιόπολι να κρατάει τον φαλλό) σήμερα θα ήταν τερατώδη, όχι το τότε γονιμικό σύμβολο. Σήμερα θα λέγανε ότι έβαλε την κόρη του να κρατάει την πούτσα.

alt

Ο χριστιανισμός κατέστρεψε ή έσωσε κάτι από την αρχαία Ελλάδα;

Ο χριστιανισμός μετέβαλε τα πράγματα, έφερε την αίσθηση της αμαρτίας. Σου λέει ό,τι και να κάνεις θα είναι αμαρτία, στο σεξ, στον έρωτα. Ποιο; Το πιο φυσιολογικό πράγμα για τους αρχαίους, ο έρωτας. Ακόμα και ο έρωτας μεταξύ αντρών δεν ήταν κατακριτέος, εκτός απ’ την πορνεία, δηλαδή όταν το παιδί πήγαινε και γαμιότανε για λεφτά, τότε ήτανε όνειδος. Αυτή η αίσθηση της αμαρτίας σήμερα μας εμποδίζει στην μετάφραση. Επιπλέον είναι και ένα άλλο πράγμα, σχετικά με τις λέξεις που έχουν να κάνουν με τα γεννητικά όργανα και τις φυσικές λειτουργίες του σώματος. Οι λέξεις οι σημερινές είναι λίγο βάναυσες ηχητικά, επειδή είναι οι περισσότερες παρμένες από ξένες γλώσσες. Οι αρχαίες λέξεις, εκτός του ότι δεν έχουνε την χροιά της αμαρτίας, δεν είναι άσχημες. Αν κυριολεκτήσεις όταν μεταφράζεις, βρωμάει το πράγμα. Εκεί πρέπει να βρεις έναν τρόπο να «περάσεις από το πλάι». Λόγου χάρη το «πούτσα» προέρχεται από τη σλάβικη λέξη bozzo. Μπορεί η αρχαία λέξη να ’ναι όντως η «ψωλή», δεν μπορείς όμως να το βάλεις έτσι. Αν πάλι πεις «πουλί», εκεί γίνεται πολύ χαδιάρικο. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο χιουμοριστικό. Παραδείγματος χάριν, στο τελευταίο που μετέφρασα, στις Σφήκες, το «ευρύπρωκτος», να βάλεις πούστης; Είναι άσχημο. Εγώ το έβαλα «κώλος δημοσίας χρήσεως». Έτσι, περνάει αυτό που θέλει ο Αριστοφάνης και με χιούμορ και βρίζει, και ξεφωνίζει.

Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς τον Αριστοφάνη ως προσωπικότητα;

Ο Αριστοφάνης ήτανε αστός και εύπορος. Δεν ήτανε χωριάτης, όπως θέλουν μερικοί να τον παρουσιάσουν. Βεβαίως, ορισμένοι ήρωές του είναι χωριάτες. Κι εκεί, ως έξυπνος συγγραφέας που είναι, τους βάζει να μιλάνε χωριάτικα. Ορισμένες φορές η γλώσσα δεν ανήκει στον συγγραφέα, ανήκει στο πρόσωπο.

Όπως με την Ραραού στο δικό σας έργο. Σωστά;

Ναι, υπήρξε και μία ωραία παρεξήγηση με ένα δικό μου έργο. Όταν μεταφράστηκε Η Μητέρα του σκύλου στα γαλλικά στις εκδόσεις Gallimard, κάποιοι το διάβασαν και είπαν ότι ο μεταφραστής είναι αγράμματος. Το διάβασε και ο Jacques Bouchard, ο οποίος είναι διαπρεπής μεταφραστής, μέλος της Ακαδημίας και λοιπά και τους εξήγησε ότι δεν είναι αγράμματος ο μεταφραστής, είναι αγράμματη η ηρωίδα, η Ραραού. Πρέπει όμως να σκεφτείς, ακόμα κι όταν ο επί σκηνής μιλά με ιδίωμα, αν οι λέξεις που χρησιμοποιείς είναι γνωστές στο κοινό. Δηλαδή, εγώ βάζω τον Ψευδαρτάβα τον Πέρση στους Αχαρνείς να λέει «Πάρη παπάρι» και «Γιουνάν». Γιατί αν την ώρα που μιλά ο θεατής καθυστερήσει έστω και λίγο, πάει, έχασε και τα επόμενα. Βέβαια, η λογοτεχνία γενικά σήμερα και το θέατρο απευθύνεται σε μία μειονότητα. Αναγκαστικά θα αγνοήσεις τους αγράμματους, προσπαθώντας όμως να μη τους δυσκολέψεις κι άλλο. Παίζει μερικές φορές τεράστιο ρόλο ο ρυθμός σε μια μετάφραση, ο τρόπος που ο ήχος κατευθύνεται προς τον εγκέφαλο. Ο ρυθμός της λέξης ορίζει πάρα πολλά πράγματα, στην τυπολογία και στην διάθεση. Αλλιώς επιδρά ο στίχος που τονίζεται στην λήγουσα κι αλλιώς στην προπαραλήγουσα. Αυτό το ξέρει πολύ καλά και το κάνει πολύ καλά ο Αριστοφάνης. Έχει διαβάσει τους Προσωκρατικούς, δεν είναι αγράμματος.

Ναι, αλλά παρωδεί τον Ευριπίδη. Πώς κι έτσι;

Σήμερα υπάρχει ένα είδος πνευματικής τρομοκρατίας: όταν ένα πρόσωπο είναι διάσημο και δεν αρέσει σε κάποιον, εκείνος δεν τολμά ούτε να τον ξεφωνίσει, ούτε καν να πει την γνώμη του. Ο Αριστοφάνης γενικά δεν φοβάται να σατιρίσει και να αμφισβητήσει.

Ο Αριστοφάνης λάτρευε τον Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης είχε αρχίσει να αμφισβητεί τους δύο προηγούμενούς του, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή που ακόμη και σήμερα αποτελούν το «τοτέμ» της τραγωδίας. Ο Ευριπίδης αμφισβήτησε τους θεούς, εισήγαγε την ειρωνεία. Ορισμένα έργα του είναι εντελώς ειρωνικά, δεν αστειεύεται. Γι’ αυτό και στον καιρό του ήταν σκάνδαλο. Πήρε μόλις τέσσερα βραβεία σε μια ζωή. Ο από μηχανής θεός του Ευριπίδη είναι καθαρή ειρωνεία, είναι σαν να λέει το έργο «Παιδιά είμαι σε αδιέξοδο, βγάλτε τον θεό, αλλιώς βγάλτε τα πέρα μόνοι σας». Αυτό είναι ειρωνεία νομίζω. Με όλα αυτά κινδύνευε κιόλας, να τον περάσουνε στην αθεΐα και να τον θανατώσουν. Ο Αριστοφάνης ειρωνεύεται τον Ευριπίδη συνέχεια, αλλά και τον λατρεύει, γι’ αυτό του αφιερώνει τόσους στίχους και στους Αχαρνείς. Η σκηνή είναι καθαρή παρωδία, αλλά ο ποιητής επιλέγει να παρωδήσει τον μέγιστο. Όταν θες να κάνεις σωστή σάτιρα, ας πούμε στις πουτάνες, θα πάρεις την κορυφαία πουτάνα. Όταν σατιρίσεις θα πάρεις την κορυφαία προσωπικότητα, δεν θα πάρεις τους «δεύτερους». Θέλει να σατιρίσει ένα είδος της λογοτεχνίας, κι έτσι επιλέγει τον κορυφαίο του είδους. Δεν θα μπορούσε να πάρει έναν άσημο της εποχής. Πήρε τον Ευριπίδη, μία κορυφή, η οποία προκαλούσε κιόλας. Δεν είναι αντιδραστικός απέναντί του. Οι άλλοι δύο της τραγωδίας δεν ζούσαν πια, γι’ αυτό τον επιλέγει, και επειδή προκαλούσε σκάνδαλο. Σήμερα υπάρχει ένα είδος πνευματικής τρομοκρατίας: όταν ένα πρόσωπο είναι διάσημο και δεν αρέσει σε κάποιον, εκείνος δεν τολμά ούτε να τον ξεφωνίσει, ούτε καν να πει την γνώμη του. Ο Αριστοφάνης γενικά δεν φοβάται να σατιρίσει και να αμφισβητήσει. Στους Βατράχους του σατιρίζει τον Διόνυσο με πολύ ελευθερία. Τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα μπορούσε κανείς σήμερα να τολμήσει να σατιρίσει όχι τον ηγέτη της κρατούσας θρησκείας, κάποιον δευτερεύοντα, τον Άγιο Διονύσιο. Θα σε φάνε. Υπήρχε ένα κοινό με ανοιχτό μυαλό που επέτρεπε στον Αριστοφάνη την τόλμη του. Δεν είναι εμπαθής, είναι έντονος.

Μπορεί ο μέσος αναγνώστης να απολαύσει από μόνο του σήμερα Αριστοφάνη;

Πιστεύω ότι για να διαβάσεις, να καταλάβεις και να μεταφράσεις σωστά Αριστοφάνη, πρέπει να προηγηθεί ανάγνωση του Θουκυδίδη. Γιατί ο Αριστοφάνης έχει άμεση σχέση με την πατρίδα του. Πατρίδα τότε δεν ήταν η χώρα, όπως σήμερα. Πατρίδα ήταν οι άνθρωποι.

Πιστεύω ότι για να διαβάσεις, να καταλάβεις και να μεταφράσεις σωστά Αριστοφάνη, πρέπει να προηγηθεί ανάγνωση του Θουκυδίδη. Γιατί ο Αριστοφάνης έχει άμεση σχέση με την πατρίδα του. Πατρίδα τότε δεν ήταν η χώρα, όπως σήμερα. Πατρίδα ήταν οι άνθρωποι. Υπάρχει μια φράση στον Θουκυδίδη που λέει «Ἄνδρες γαρ πόλις». Τώρα να τ’ ακούσουν οι γυναίκες θα μας σφάξουνε… (γέλια) Δεν υπήρχε η σημερινή απόσταση που υπάρχει από το «κράτος». Ο απλός Αθηναίος φρόντιζε για την ιστορία της πατρίδας του. Σήμερα εννοείται δεν έχουμε καμία σχέση, είμαστε ένα μικρό, ασήμαντο και γελοίο κράτος. Ισχύει το «ο σώζων εαυτώ κατ’ ιδίαν σωθήτω». Τότε ήταν το μεγαλύτερο κράτος της γνωστής οικουμένης. Βέβαια, έκαναν και λάθη, έγιναν αυτοκρατορία του κερατά. Απόπειρες εξάπλωσης σε όλη την Μεσόγειο, αυτή η Αυτοκρατορία της ανατολικής Μεσογείου ήταν και το όνειρο του Αλκιβιάδη με την εκστρατεία στην Σικελία. Ο Αριστοφάνης είχε την συναίσθηση ότι κινδυνεύουν όλα αυτά από τις μαλακίες των Ελλήνων, την διχόνοια ανάμεσα και στους πολίτες και ανάμεσα στα κράτη της Αθήνας και της Σπάρτης. Ο Αριστοφάνης έβλεπε ότι όλα αυτά χάνονταν. Στην αρχή προέτρεπε για την νίκη και άλλα τέτοια. Μετά την Σικελική Πανωλεθρία, με τους Ὄρνιθες, πάει στην ουτοπία. Ο Πλοῦτος είναι μιας άλλης εποχής, υπάρχει λογοκρισία, γι’ αυτό και δεν υπάρχει παράβαση και άλλα τμήματα του χορού, δεν επιτρέπεται.

Όταν ο Αριστοφάνης αναφέρεται σε άγνωστα σήμερα ιστορικά πρόσωπα;

Το έργο, η μετάφραση προορίζεται μόνο να παιχτεί. Και πρέπει να γίνεται κατανοητό την ώρα που παίζεται, μόλις εκφέρεται ο λόγος.

Τι θα κάνεις; Ή θα βάλεις μια λέξη πλάι που να εξηγεί τι ήταν αυτός, αλλιώς κάνεις μία μετάφραση για το γραφείο. Το έργο, η μετάφραση προορίζεται μόνο να παιχτεί. Και πρέπει να γίνεται κατανοητό την ώρα που παίζεται, μόλις εκφέρεται ο λόγος. Ο Αριστοφάνης έχει τις αντιρρήσεις του ως προς αυτό. Κάνει τρελά πράγματα, είναι σουρεαλιστής. Αυτά που νομίζουν ότι έχουν γραφτεί τώρα, έχουν γίνει από τότε. Όταν σταματάει την δράση και βάζει την Παράβαση, όπου τους βρίζει γιατί δεν του έδωσαν το βραβείο, «ξυπνάει» το κοινό του και τους λέει «Είμαστε στο θέατρο! Μην ξεχνιόμαστε…». Μάλιστα, πάρα πολλές φορές στο μέσον της υπόθεσης, βάζει μες στον λόγο του έναν θεατή, κάνει αυτό που έγινε πολύ πιο μετά με το Θέατρο του Παραλόγου. Από τον Αριστοφάνη υπήρχε ήδη αυτή η ερωτική σχέση ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή. Οι αναχρονισμοί χρειάζονται σε αυτή την σχέση, η οποία σήμερα βγαίνει μέσω της μετάφρασης. Στους Σφῆκες μιλάει ο πατέρας και λέει «Θα επιβάλει δικτατορία» και έβαλα εγώ να του απαντά «Τι δικτατορία; Εδώ έχουμε να δούμε δικτατορία από το ’67!» Δηλαδή όταν υπάρχει ένα πρόσωπο τότε γνωστό, για παράδειγμα μια ξακουστή πουτάνα της εποχής, το να μεταφράσεις με μια πουτάνα σημερινή σχεδόν επιβάλλεται. Όχι βέβαια όταν μιλάμε για διάσημα πρόσωπα, ο Αλκιβιάδης είναι ο Αλκιβιάδης, ο Περικλής είναι ο Περικλής. Τα δευτερεύοντα τα αντικαθιστάς με σημερινά (πάλι στους Σφῆκες λέει «Πάμε για συμπόσιο» και έβαλα «Πάμε στου Μπαϊρακτάρη», ή στον Πλοῦτο «Δεν έχεις λεφτά; Σου γύρισα την πλάτη. Έχεις λεφτά; Σου γύρισα τον κώλο») Αμέσως περνάς αυτό που θέλεις.

Πώς όμως προκαλείται το γέλιο στον σημερινό θεατή του Αριστοφάνη;

Η μετάφραση δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς το πρωτότυπο έργο. Η μετάφραση αντιπροσωπεύει την περί του πρωτοτύπου άποψη της εποχής κατά την οποία γίνεται.

Με την μεταφορά στη εποχή μας. Η αναφορά σε μια σύγχρονη πουτάνα προκαλεί γέλιο. Η παρεμβολή σημερινών λέξεων προκαλεί γέλιο. Η χρήση γαλλικών όρων για παράδειγμα στις δικές μου Θεσμοφοριάζουσες (νεσεσέρ κ.λπ.) προσδιορίζει το αδερφάτο του εν σκηνή προσώπου, ενώ παράλληλα βοηθά τον σημερινό θεατή να «συγκατοικήσει» με τον τότε θεατή και συγγραφέα. Ο Αριστοφάνης δεν είναι ένα μουσείο, είναι ζων, ζωντανός. Παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η γλώσσα, για καθαρά θεατρικούς λόγους πρέπει να γίνεται κατανοητή. Δεν πρέπει να φοβηθείς να παρεμβάλεις όπου κρίνεις ότι χρειάζεται καθαρεύουσα. Για παράδειγμα, όταν μιλά μια πουτάνα με έναν πολύ καθωσπρέπει κύριο. Ή πάλι, όταν μιλάνε ημιμαθείς, μπορείς να βάλεις να πετάνε άγριες κοτσάνες, αυτά τα πιάνει το κοινό αμέσως. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς το αρχαίο κείμενο ως έχει, μιλάμε μόνο για λέξεις της καθαρεύουσας. Η καθαρεύουσα αποτελεί μια πρώιμη μορφή της σύγχρονης ελληνικής, είναι κοντά σχετικά στον σημερινό ακροατή. Θεωρώ αδιανόητο ένας μαθητής να μην ξέρει καθαρεύουσα. Δεν θα μεταφράσουμε τον Ροΐδη τώρα, όπως κάνουν μερικοί ανόητοι. Παίζει ρόλο ο ρυθμός στο πώς θα βγει γέλιο. Στο αρχαίο κείμενο αλλάζουν οι ρυθμοί εκεί που δεν το περιμένεις. Κι αυτό δίνει ένα μικρό μπατσάκι, ξυπνάει τον θεατή, βγάζοντας πράγματα κωμικά μέσα από τον ρυθμό. Δηλαδή, αν πάρεις έναν δυο ασήμαντους στίχους και τους μεταφράσεις σε επικό ύφος ή σε ανάπαιστους, το κείμενο γίνεται γελοίο, κωμικό. Ή όταν ετοιμάζεται ο Τρυγαίος στην Εἰρήνη να πάει στους θεούς για να κανονίσει ειρήνη και ανεβαίνει στο ζουζούνι το μεγάλο, έρχονται η κόρες του και τον ρωτάνε, αν αυτό μεταφραστεί σε ύφος τραγικό: «Ω μπαμπά μας μέσα στα δώματά μας…» κλπ, και απαντά «Πάω προς θεού μου», διαπράττοντας ταυτόχρονα μια ύβρη έναντι του θεού, αλλά δίνοντας και το αναπάντεχο που περιμένει ο θεατής για να γελάσει. Το απροσδόκητο χρειάζεται, πρέπει όταν αναφέρει ποιητές για παράδειγμα, να το μεταφέρεις σε σύγχρονους. Κάπου έβαλα (Ὄρνιθες) ότι θα τραγουδήσει τραγούδια «ελύτικα, ελυώτικα, ελυτοσεφεριώτικα, μακρόσυρτα ρετσέλια καβαφιώτικα» όπου βγαίνει κι ένας ρυθμός, εκείνος ο νωθρός του παλαιού τραγουδιού του Τώνη Μαρούδα. Τότε είναι πλήρης η σάτιρα, όταν έρχεται ο Αριστοφάνης κοντά στον σημερινό θεατή.

Τελικά, ποια είναι καλή μετάφραση;

Η καλή μετάφραση είναι θνησιγενής. Η μετάφραση δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς το πρωτότυπο έργο. Η μετάφραση αντιπροσωπεύει την περί του πρωτοτύπου άποψη της εποχής κατά την οποία γίνεται. Τίποτε άλλο. Δεν αντέχει πάνω από είκοσι χρόνια. Μπορεί το 1930 να ’ναι τέλεια και το 1980 να μην βλέπεται. Κι εγώ τώρα τις παλιές μου μεταφράσεις όταν ξαναπαίζονται, τις αλλάζω όλες. Δηλαδή, μετέφρασα το «Τάνγκο» το 1972, το έπαιξε ο Ευαγγελάτος και το μετέφρασα πάλι όλο από την αρχή όταν ξαναπαίχτηκε. Γιατί ειμαρμένη του ανθρώπου και της ιστορίας γενικά, είναι η αλλαγή.

*Ο ΗΛΙΑΣ ΚΟΛΟΚΟΥΡΗΣ είναι υποψήφιος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ. 

Πρώτη δημοσίεση: Bookpress, 2015.


The Parthenon Bomber: Biopolitics, Heterotopia and Reframing History

Talk / Presentation Given at the Faculty of Medieval and Modern Languages, University of Oxford, November 2017. Under the supervision of Dimitris Papanikolaou, Associate Professor in Modern Greek and Fellow of St. Cross College

Basic article to which this rough presentation owes most of its structure and points is Vassilis Lambropoulos’s Unbuilding The Acropolis in Greek Literature in the Volume:
Classics and National Cultures, Edited by, SUSAN A. STEPHENS AND PHIROZE VASUNIA. Oxford : Oxford University Press, pp. 182 – 198. Available at the link below:

1) A society, as its history unfolds, can make an existing heterotopia function in a very different fashion; for each heterotopia has a precise and determined function within a society and the same heterotopia can, according to the synchrony of the culture in which it occurs, have one function or another.
2) The heterotopia is capable of juxtaposing in a single real place
several spaces, several sites that are in themselves incompatible. Thus it is that the theater brings onto the rectangle of the stage, one after the other, a whole series of places that are foreign to one another;
3) Heterotopias are most often linked to slices in time—which is
to say that they open onto what might be termed, for the sake of symmetry, heterochronies. The heterotopia begins to function at full capacity when men arrive at a sort of absolute break with their traditional time.

Michel Foucault, Heterotopia, From: Architecture /Mouvement/ Continuité , October, 1984;
(“Des Espace Autres,” March 1967, Translated from the French by Jay Miskowiec) pp. 5-6.

Hellas, the most classical country in the world, is a topos of architectural and sculptural ruins. This is true, especially of Athens, Greece’s cosmopolitan capital, with its crowning Acropolis. In modernity’s secular imagination “this ground is holy”. Certainly, the Acropolis was holy for ancient Athenians, too, but in a very different sense. In the modern period, artists, diplomats, and scholars have conjured up a different spiritual landscape in their descriptions of the place. Travel annotations, letters, journals, these texts make the Acropolis European, the traveler Hellenic. This is one of many patterns of expression, thought and practice commonly found in texts. Hellas is a heterotopia, a space set apart precisely because it contains classical ruins. The Acropolis is the most frequented and the most formidable place, the one in which all meet their measure of sacredness, harmony, beauty and grandeur. A place of homecoming, from home. Here one finds unexpected reversals of colonial powers’ self-representation as mother to pockets of civilization outside the West.

Artemis Leontis, Topographies of Hellenism – Mapping the Homeland (Myth and Poetics), Cornell University Press, 1995.

A rethinking of the role that a piece of art can play within a city.

Minimalistic narrative strategy, with a collection of documenta, realia, each of which plays a different and significant role in forming the whole story.
A 21 year old X.K. has a messianic mission; he will relief the city of its eternal weight, of the most renowned monument of western civilization. He will blow up the Parthenon.

The short novella was first published by a rather alternative publishing house, in 1996, Anatolikos.
The first version was slightly far from the Archive style that we have today. Yet, it was still written in a scattered, post-modernist manner.
The differences from the older text are the addition of the reference to the surrealist poet Yiorgos Makris, who, at the age of 21 and a little before Dekemvriana and the greek civil war, wrote a utopian call for the blowing up of the Parthenon, as a political act against progonopliksia, the emotional stain connected to the ancestors. Makris considered this the main reason for the ideological and intellectual fall of the modern greek people.
Written in bits and pieces, like a puzzle that the reader is supposed to solve, with real or made up evidence and exhibits, testimonies and witnesses narrations, the narrative is built in a kaleidoscope manner; the bomber decides to destroy the Parthenon following an old call, inspired by a surrealist poet and intellectual. He believes in the rather romantic ideal of “Creative Destruction”.
The modern hellenic identity is being questioned; who are the modern Athenians? Where will they go without the main monument of their so-called ancestors ? What life will they lead ? The blowing up of the Parthenon is a liberating act; now the modern Greeks are able to choose, to act upon their lives in their own, liberated way. The eidolon of themselves is no longer their. The security guard that testifies on the bomber cannot believe his eyes. He accuses himself of not having taken enough care of the archaeological site. But in the end of his testimony, he wonders “Have I said it correctly?”


It is this correctness that is vital to what the bomber wants to destroy; a national narrative has been formed, on to all of the Greeks are pre-supposed to abide by. They all have to be “correct”, they all have to follow the national rules concerning the monument. They cannot question, they cannot disagree, they have to follow the state’s opinion on this national treasure.
The liberty that derives from the act of destroying is enormous. Everybody considered the monument impossible to overcome. Now that it is no longer there, everyone can create their own narrative. No longer connected to what has been, but focusing on what will be from now on.
The monument was the mirror, up until the moment of its destruction. All of modern greeks were obliged to see themselves on that mirror. But was that something possible ? For the Bomber, it was utopia. Therefore, he had to destroy the mirror, so that the greeks would no longer see the Eidolon of themselves, but their real identity would be revealed.
At the online edition of the book, Chryssopoulos makes connections with the dadaist movement and the Paris Communa, painters that wanted to destroy monuments. Also, he describes briefly the surrealist poet Nikolaos Kalas, who also called for the destruction of the monument, only a few years before Yiorgos Makris. But it is Makris who foresaw the tourist industry taking over, the modern materialistic world ruling over the city scape, in a continuum, throughout the civil war, after the civil war, throughout the Military Junta and after the Junta in Greece.
It has always been the Greek national illusion, according to Chryssopoulos, the schizophrenic present, a certainty that kept going, no matter how the political situations changed in Greece. A
national labour camp, that never seized to exist. In the hands of every man in power, the Monument took shape in the forms the Authorities longed for. Everybody believed (and still does) that the monument belonged to them, so they were able to use it as evidence and proof of belonging, of ancestry and of continuation.
But our Bomber believes that all of Greeks have been living on borrowed time. The myth, the constitutional of myth of the modern greek state, is just a borrowed made up fairy tale. This is why, using the monument whenever we were in need or in awe, whenever we felt small or poor, was just an excuse for not inventing our own selves of today.
Creation needs Destruction, the writer believes, we must stop turning back and through destruction start looking forward. The Bomber is not a paranoid criminal, or monstrous charmer. His actions are not irrational. He believes in sabotaging the old, so that everyone will have now the ability to bring the new forward.
The same way the Monuments comes to pieces, in a quite similar manner the book is structured;
We start off with a poem, written by a friend of Yiorgos Makris, Then we have a possible monologue of the Bomber. Testimonies of the Bomber’s neighbors and acquaintances. News coverage of the act of Bombing. The whole “terrorist” so to say proclamation of Yiorgos Makris, edited. Other, real testimonies concerning the Proclamation of Makris, by friends of his and other underground figures of Athens, like Leonidas Christakis, editor of the magazine Ideodromion. The security guard’s testimony. A list of the people to which the Bomber referred to, presumably from police document sources. Photos of Yiorgos Makris. Other Athenians testimonies, watching the Blowing Up of the Parthenon from the News. The sentence and the shooting of the Bomber, by troops who almost did not believe that had shot a man.


Then, on the online edition of the book there are additions which make it intertextual and multimedia friendly. The excerpts and snippets make the book of the print version intertextual already, but here we have some extra photos of different Parthenons and also a bibliography of other writers and creative minds who wanted to destroy the Parthenon, or other monuments.
I believe that the writer wants to oppose to the Oneiric Archaeology that seems to constitute the national narrative in Greece. Greeks, and the greek state, choosing the name “Hellenes” as opposed to the closer-to-reality “Graeci” formed a national discipline, a national imagination to which the national body keeps the Parthenon as a core. It is the sacred mission and obligation to participate in this; it is not something to be used by academics or archaeologists only. It is everyone’s job to adore the Parthenon and to feel humble in front of it. It is the national treasure, the central national treasure, and all antiquity findings are to be called “treasures” as well.
Politicians drop their original identity and adopt the politician-archaeologist persona. They are obliged to become everything connected to their ancestors. They are prophets of a possible promise of enrichment through the ancients.


The recent live concert of the band Foo Fighters at the Herod Atticus Odeon is just another proof of this national narrative. Even the singer of the band revealed that “this is a concert we will remember and treasure for the rest of our lives!” The rock star’s ideas do not differ much from the ideas behind the occult economy that seemed promising, the national hope for salvation that occurred during the Amphipolis excavation in the national (public and private) media in Greece.
Our ancestors are there when we need them, They conquered the world and today, they can possibly be resurrected, come back again to rescue their descendants in their darkest hour, the hour of the Crisis and the fall of the economy. This is why the bomber wants to destroy this imagined solution, because he know that this is an imagined community, a nationalism built up on a socially constructed idea, that here we have this big ancient thing, the Parthenon, and not only is it ours, it is US ! It is our collective property and hope.

Here I must make some remarks on why I consider the structure of the book as an archival impulse. The failed vision of the Parthenon is what the writer is trying to recoup. He wants to turn it into an alternative scenario of social relations, amongst the greeks. He seeks to transform the no- place of his archive into the no-place of utopia. Since the topos of the Parthenon will no longer be there, the excavation site will turn into a construction site. Together, the greeks after the Blow up of the monument will create their own identity. Liberated from national treasures and fixed ideas. So far, the culture has been melancholic, view the past as something sacred. Now it will be something more then the traumatic experience of the past.

The archive aims for reinvention; as very well mentioned its mood is “characterised by depression, dissociation, pragmatism, cynicism, optimism, activism, or an incoherent mash”
This fits perfectly for the Bomber. He is depressed and a cynic. He wants to destroy, therefore he becomes an activist, a bomber. He is optimistic about the future. Now the Greeks, the modern Athenians will be free ! They are allowed to re-invent themselves. They talk about the past and it remnants not in order to find a solution but as a practice of re-invention, and they do so against all odds; they will be creative and optimistic.
The Bomber has a pervasive sense of urgency; it makes an iconoclastic return to the past; Hence the connections with the term “Archive Trouble”. The length of the book is small. This happens because the book makes a statement, and the statement has to be urgent . Brief. Cut to pieces. And handed on to the public, like a proclamation. The Bomber reframes historical and political understanding of the monument. He alerts us to the modalities of a history in the present. What is the Parthenon now ? is the question of the Bomber.

The novella does not answer. It questions national reassurances. It stands against the national narrative, the official materiality of the monument. In a very creative manner, Chryssopoulos uses an older text, the surreal proclamation of Makris, within a new modality, a post-modern manner. Hence, as Archive Trouble does, he recontextualises while accepting that its own context, the Crisis, is inescapable.
Chryssopoulos uses photos, advertisements and other media in his book. Therefore, as Archive Trouble does, he takes into account and interacts with the surge in information flow. The Bomber’s archival poetics presuppose a public interaction with this flow of images and data from different sources, questioning information from the past, the whole national idea of the Parthenon as the Treasure. He creates personal, novel and agonistic archives.


Archive Trouble aims to “unearth” hidden voices or lost patterns. And this, in The Parthenon Bomber, is done with the lost voice of the poet Yorgos Makris. One book, leads to the other, after reading the Parthenon Bomber, we feel the need to read the writings of Yiorgos Makris in total. The archival structure of the book aims for incompleteness, it does not creat a fuller archive, but lays bare the constitutive incompleteness of the historical archive itself. The book makes the reader want to read more. And of course, it does criticize institutional archives, institutional symbols and institutional time. The reader has to participate in writing and reading the book, filling in the gaps between the testimonies with his/her creative imagination. The bomber’s testimony itself if full of irony, and the whole book is pastiche. We do have a genre playfulness and the forms of different types of literature are mixed.
Here, concluding, I must say that the writer does not seem to find anything positive in the Parthenon itself. The Bomber seems to hate the monument. Alas, the Security Guard seems to believe that the Bomber loved the monument. This position I will take myself. Since the book allows you to read it from many perspectives, I will believe that yes, the Bomber loved the Parthenon but could not bear the nationalistic ideas built around the monument. Therefore, he decided to solve the Archive Trouble and destroy the monument.

If we take into account only the nationalistic fever around the Parthenon, yes, we do have to destroy it. If that would liberate us from idea groups like the Golden Dawn. Yet, I believe that such would not be a solution. Probably education and the knowledge that every nation is an imagined community, as Benedict Anderson put it, would liberate us from such fixated thoughts.


Via Fra Diavolo

Χτες το βράδυ είχαμε πάει στο «Καστέλο» για να πιούμε ένα ωραίο κρασάκι κόκκινο. Το «Καστέλο» βρίσκεται μέσα στην παλιά πόλη, ένα περιποιημένο μεσαιωνικό μπαρ. Βγήκα λίγο μέσα στο κρύο να κάνω ένα τσιγάρο, απαγορεύεται εντός. Η Βιβή, φοιτήτρια Ιστορίας Τέχνης είχε κρυφτεί σε μια γωνία και στα στριφτά έκρυβε ένα τσιγάρο. Βγήκαν όλοι έξω από το «Καστέλο» να καπνίσουμε παρέα. Κάτι Σικελοί παλαβοί άρχισαν να με φωνάζουν Καπαρέτσα και να ραπάρουν στα ιταλικά. Η Βιβή άρχισε να γελάει δυνατά: «Χιονίζει! Χαχα! Χιονίζει!» Πού χιονίζει ρε Βιβή Σεπτέμβρη μήνα; Πάλι μαστουρωμένη είναι.

Πάλι καλά σήμερα το πρωί πήρα το τρένο μόνος μου να πάω να δω το Σπίτι του Ντάντε στην Φλωρεντία. Χώρος για τον οποίο είναι περήφανοι οι Φλωρεντινοί φαντάζομαι. Αμ δε! Άδειο, ούτε καν ουρά για το ταμείο. «Ούνο μπιλιέτο περ στουντέντι» λέω του ταμεία και του δίνω τέσσερα ευρώ. Μπαίνω βιαστικά μέσα. Εδώ λοιπόν έγραψε την Θεία Κωμωδία, τρομοκρατώντας τον Μεσαίωνα με την πολυώροφη Κόλασή του ο Ντάντε. Με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Όχι, δεν είναι από το λογοτεχνικό δέος. Χτες το βράδυ που η Βιβή είχε παραισθήσεις, εγώ έφαγα κάτι αποτυχημένα νιόκι και σήμερα φεύγοντας χαράματα από το σπίτι δεν τα ξεφορτώθηκα. Τώρα το στομάχι μου διαμαρτύρεται. Αίσχος, μέσα στο Σπίτι του Ντάντε βρήκε να μου έρθει; Για να δούμε λοιπόν. Απάτητος χώρος το Σπίτι. Μα περκέ δεν έρχεται κανείς; Πού είναι οι Γιαπωνέζοι με τις ψηφιακές; Κανένας δεν ενδιαφέρεται πια για την λογοτεχνία λοιπόν… Α! Η ιστορία του σπιτιού! Για να δούμε…

«Εδώ δεν είναι το αληθινό σπίτι του Ποιητή. Έμενε κάπου εδώ γύρω. Το σπίτι αυτό χτίστηκε το 1995 με δαπάνες της Ε.Ε. προς τιμήν του. Τα εκθέματα αποτελούν φωτογραφικές αναπαραγωγές χειρογράφων της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας» Μάλιστα. Μούφα όλα. Κάθε ντροπή φεύγει. Πού είναι η τουαλέτα παρακαλώ; Στον δεύτερο, γκράτσιε, δεν κρατιέμαι άλλο. Πεντακάθαρη, το χαρτί ανέγγιχτο. Έκτακτα. Της τα εξομολογήθηκα όλα και ξαλάφρωσα. Κάπως έτσι έχεσα στο σπίτι του Ντάντε Αλιγκιέρι.

Ελεύθερος πλέον (έτσι νόμιζα ο αδαής), σουλατσάρισα στους δρόμους γύρω από το ψεύτικο σπίτι. Κουράστηκα κι είπα να αράξω στις σκάλες μιας μικρής εκκλησίας. Σήμερα είχα αποφασίσει ότι θα σταματήσω μια άσχετη αλλά όμορφη ιταλίδα, να βγάλω φωτογραφία μαζί της, να την ανεβάσω στο Facebook, να της δώσω κι ένα ωραίο όνομα (Καρλότα, Σύλβια, Φραντζέσκα;) να κάνω κι εγώ το κομμάτι μου για τη νέα ιταλίδα γκόμενά μου. Αλλά πού; Κωλώνω. Περαστικές αβέρτα, καλοντυμένες κι όμορφες. Δεν σταματάει καμιά. Ώσπου, επιτέλους! Περνά μια τριαντάρα, με περνά για ζητιάνο και μου πετάει ένα δίευρο. Ύστερα, περνά μια Αγγλίδα γηραιά τουρίστρια. Περιεργάζεται με ενδιαφέρον τις αφίσες στον τοίχο της εκκλησίας.

Γυρίζει να με ρωτήσει: «Κουάντο κόστα;» Με πέρασε για πάστορα, ενδιαφέρεται για την αυριανή συναυλία έργων του Μπαχ. Να ξυριστώ επειγόντως. «Αη ντοντ νόου μαη φερ λέηντη». Τέλος, περνά και μια φοιτητικής ηλικίας ιταλίδα. Πράσινο παλτό, σκουφάκι και δίπλα το ποδηλατάκι της. Μάτια παιχνιδιάρικα. Σταματά μπροστά μου «Μπουοντζόρνο! Κόμε βα;» Εεεεεε, εεεε, εκείνη χαμογελάει κι εγώ στο παρατεταμένο φωνήεν. Στέκεται κάνα δίλεπτο κι ύστερα «Τσάο!», μπράβο αγόρι μου κατάφερες και στην Φλωρεντία να κάνεις τον μαλάκα. Διεθνούς καριέρας.

Ας φύγω από δω να ξεχάσω την τρομπαρισιά που με δέρνει. Παγωτό κάστανο επειγόντως, γιαμ γιαμ. Στην γωνία ένας γεράκος παίζει σε κάτι ποτήρια το «Στρέηντζερς ιν δε νάητ». Πού βρίσκομαι τέλοσπάντων; Τοσκάνη, Φλωρεντία, για να δω δρόμο.

Via Fra´ Diavolo. Ε; Οδός Εν Χριστώ Αδελφού Διαβόλου; Ζαλίζομαι. Τότε, μέσα στην υγρασία του Άρνου και πριν το πλακόστρωτο της Πόντε Βέκιο εμφανίζεται μπροστά μου ο Κρίσνα σε όραμα:

«Γιε της Πρίτχα, το κρύο και η ζέστη, η ευχαρίστηση κι η δυσαρέσκεια, το κέρδος κι η ζημιά, η έλξη κι η αποστροφή, η νίκη κι ήττα είναι ίσα. Να αποβάλεις των αντιθέτων τα ζεύγη για να φτάσεις στο Νιρβάνα του Βράχμα.» Είπε ο Κρίσνα ο κοσμοσείστης κι ελάλησα. Γι’ αυτό λοιπόν ο Εν Χριστώ Αδελφός Διάβολος δίνει το ρευματάκι του κι ηλεκτρίζει την Μαρία την Παναγία. Να ’σαι καλά Κρίσνα, την επόμενη φορά θα τραγουδάω « Ω μπέλα τσάο! Ίο βόλιο ούνα ντόνααααααα!»

Κοιτάζω τον αναπτήρα, λέει πάνω “Sardegna”, έχει ένα ζευγάρι νεόνυμφων με παραδοσιακές στολές να χορεύουν. Η Σαρδηνέζα Καρλότα Σάββα ζει σε μια κονσέρβα για σαρδέλες, το ακατάστατο, βρώμικο δωμάτιό της. Στην Καρλότα αρέσουν τα καρότα, κι αν το καταφέρω θα της κλέψω μια κιλότα. Τώρα έχουν κάπως ηρεμήσει τα πράγματα. Πριν έπρεπε να τα έβλεπες από μια μεριά.

Η Ελένη, που συγκατοικεί με την Καρλότα έκανε μια φέστα, έτσι τις κάνουν εδώ στην Φλωρεντία, γλέντι για το γλέντι, σα να λέμε τέχνη για την τέχνη, μόνο που για να καταφέρω να βρω παρέα για να πάω στο Παλάτσο Πίτι έπρεπε να κάνω τάμα στην Σάντα Μαρία Ντέλα Κρότσε! Αθάνατο ξενιτεμένο ελληνικό φοιτηταριό!

Τέλοσπάντων, σήμερα στη φέστα της Ελένης ήρθε κι ο Γιάννης. Ο Γιάννης είναι ένας ευπαρουσίαστος νεαρός, αλλά επειδή τον είχε χωρίσει η κοπέλα του όταν εκείνος τράκαρε, σήμερα βασανίζει τις γυναίκες. Και την Καρλότα, την πανέμορφη, Κλαούντια Καρντινάλε και βάλε ή έπρεπε να την λένε Καυλότα, αλλά είναι μια βλαχούλα, άβγαλτη εντελώς κι αφελής από ένα ψαροχώρι της Σαρδηνίας.

Διαβολοδειλίνισσα, βλασερό κι εύθραυστο ματσέττο ζουμπούλια, τι στέκεις έτσι ανάστραβα; Ό,τι πρέπει για τον Γιάννη, που βίτσιο το έχει να εκδικείται εκ των υστέρων το γυναικείο φύλο. Απόψε χώρισε με την Καρλότα για τέταρτη φορά από τότε που ήρθα εδώ. Χαίρομαι, γιατί τον ρώτησα και δείχνει αποφασισμένος. Στο μεταξύ η Καρλότα έφυγε απ’ τη φέστα με μαυρισμένη την ψυχή για το δωμάτιό της.

Τα διαόλια μου με πιάσανε να πάω να την παρηγορήσω αλλά κρατήθηκα. Έπειτα από δέκα λεπτά βγήκε, κι είχε πάει όχι για καρότο, αλλά για χόρτο. Έχει βγει κεφάτη λέμε τώρα.

Η Ελένη που κάνει τη φέστα το χαίρεται σήμερα, έχουν μαζευτεί όλοι οι συμφοιτητές σπίτι της και τραγουδάνε! «Να ανοίξω ένα σπουμάντε;» λέει ενθουσιασμένη. Σπουμάντε είναι αυτά τα κρασιά που βγάζουν αφρό σαν τις σαμπάνιες. Φτηνά κρασιά, και τελικά αυτές οι ψευτοσαμπάνιες στις ρεβεγιόν είναι απλώς σπουμάντε! Η Καρλότα ακούει την Ελένη κι αρχίζει να κλαίει. Κάτι να της θύμισε το κρασί; Εγώ κοιτάω αμήχανα, δεν ξέρω και καλά ιταλικά, της πετάω ένα «Μην κλαις μωρέ αφερεμένο! Του έ λα πιου μπέλα ντέλα παέζε!» και σιγά μην κατάλαβε μέσα στα λιβάδια που πλέει. Γέρνει στον ώμο μου. Σαρδηνέζα δαιμόνισσα! Μπορεί να μυρίζει σαν σαρδέλα απ’ την απλυσιά, αλλά είναι χάρμα οφθαλμών… «Άχιιιι, ίο βόλιο βίνο γκρέκο… Γκρέκο!… Άχιιιι…» Ναι, αυτό το κατάλαβα, η Καρλότα είπε ότι θέλει κρασί ελληνικό, οίνον ελληνικόν Πελοποννήσου ξηρό. Κι εγώ έχω Καρλότα, ο παππούς μου κρασί έβγαζε, ροδίτη και σιδερίτη, Διονύσου σπονδές κατέχω τες!

Αφού έγειρε στον ώμο μου, ανακάλυψα πόσο εύκολο τελικά μου είναι να ρίξω μια γυναίκα. Την ακούμπησα στο λαιμό και σε δευτερόλεπτα, η Καρλότα έγινε ένα με το πάτωμα. Αναίσθητη, καριολάκι βαποράκι Μάσιμο την έκαψες… Κομπλεξάκι Γιαννάκη την έβαψες… Την κουβάλησα στο δωμάτιό της. Τριγύρω κιλότες της. Φόρμες. Διαόλου κάλτσες. Στον τοίχο κολλάζ με φωτογραφίες της, εδώ είναι μικρή, είναι Μεγάλη Παρασκευή, Επιτάφιος. Περιφέρουν τα Μυστέρι, ξύλινα γλυπτά που αναπαριστούν τα Πάθη του Χριστού. Η μπάντα παίζει πένθιμα στις τρομπέτες της, ένας γέρος σκουπίζει το μέτωπό του αποκαμωμένος κι η μικρή Καρλότα με τη φουστίτσα της κουβαλάει λουλούδια.

Ξαπλώνω την Καρλότα στο κρεβάτι της. Έχει μακριά, σατανικά πόδια, φιδίσια μαλλιά, Μέδουσα του Καραβάτζιο. Έχω πετρώσει. Στέκω μπροστά στην σπηλιά της Σίβυλλας, το κενό στα πόδια ανάμεσό της. Αρισμαρί, θανάσιμο ρόδο της θάλασσας, Καρλότα. Η μπότα της προεξέχει στο πλάι του κρεβατιού, Ιταλική Χερσόνησος, γέρνει προς το Ιόνιο να κλωτσήσει την Ελλάδα μα δεν φτάνει. Κάτσο.

Όλα στραβά και ίσα πήγανε σήμερα στο σουλάτσο μου, σχεδόν συνελήφθην ως λαθρεπισκέπτης στο Παλάτσο Πίτι, γύρισα μετά εδώ κι έγιναν όλα αυτά με τη φέστα, τη λιποθυμία της Καρλό. Τώρα πλέω σε ένα πέλαγο αλλοτινές Καρλοτινές κιλοτίνες γκιλοτίνες. Κοιτάζω τον αναπτήρα της. Sardegna. Βγάζω ένα τοσκανέλλο, ρημάδια πούρα, πνίγομαι πάλι. Κρίμα, τόσο ωραίο κορίτσι διάβολε. Κι εγώ να μην προλάβω να της πω τίποτα. Θα μου φύγει το τσερβέλο. Κοιμάται τώρα. Τη σκουντάω. Τίποτα.

Άμα δεν κάνω τώρα παλάβρα, δεν θα κάνω ποτέ. Πού ξέρεις, άμα ξυπνήσει μπορεί και να μην τσαντιστεί. Κι ένα χωρίο του Ηροδότου μου έρχεται στο νου. Τέτοια έπρεπε να κάνουμε στο σχολείο. Στην «Ευτέρπη» που πολύ με τέρπει τελευταία, λέει για τις πολύ όμορφες γυναίκες των επιφανών ανδρών στην Αίγυπτο και πώς τις ταριχεύουνε. Αφήνουν να περάσουν τρεις τέσσερις μέρες και μετά τις ταριχεύουνε. Να έχει αρχίσει λίγο η σήψη. Να είναι λιγότερο ποθητές. Παλιά, είχε πεθάνει μια τρισεύγενη καλλίκορμη νεαρά Αιγυπτία. Ο ταριχευτής της, με πάθια από τον έρωτα για κείνη χρόνια, έσμιξε με τη νεκρή γυναίκα. Σβήνω όλα τα φώτα. Τουλάχιστον, η Καρλότα ακόμα αναπνέε.

 

Dante Caparezza

Σε σκοτεινό πλανεύτηκα ρουμάνι, τι ήταν ο δρόμος ο σωστός χαμένος. Ο αχνός ήταν μαύρος σα ράχη θαλάσσιου κήτους. Η πλάνη μας έφερε στο σκοτεινός στενό, όπου η μοίρα μας θ ’άλλαζε ρούγα. Μια παλιά βίλλα έστεκε, γριά σκυμμένη με μάτια αινιγματικά τα σφαλιχτά παράθυρά της. Δυο ερωτιδείς στους στύλους της εισόδου πρόδιδαν την ανάμνηση μιας αλλοτινής ευφορίας. Πίσω απ’ την πύλη δύο γλάστρες με μαραμένες γαρδένιες. Στην κάθε γλάστρα μέσα, στο χώμα το άγονο πάνω δύο αβγά. Το αριστερό, στρογγυλό σαν τα βότσαλα της Μαρίνας της Πίζας. Το δεξί, αβγό ματαιωμένο με μια ραγισματιά σα να ’θελε να βγει νεοσσός μα να το ξανασκέφτηκε σε τι χάος να μεγαλώσει κι άστο καλύτερα. Η ώρα δύο, τα αβγά δύο, εγώ κι η Καρλότα δύο, μα τίποτε δεν πρόδιδε τον αστάθμητο παράγοντα, το τρίτο εκείνο πρόσωπο που θα διατάρασσε την ισορροπία της τραμπάλας μας.

Πηχτός καπνός φύσηξε απ’τα βόρεια, μια πυρκαγιά καψάλιζε τ’ αμπέλια της πλαγιάς, τα chianti. Αλλά όχι, δεν ήταν αυτό. Ήταν αναθυμιάσεις, από το πέρα του κόσμου, όπως ο αντι γιβελλίνος Γουέλφος ποιητής Δάντης Αλιγκέρι προσγειωνόταν. Της Κολάσεως τα καζάνια να μου στολίσει με λόγια θεόπνευστα.

Μόλις είχα μάθει πως πέρασα εκείνο το μάθημα – μύθο, τα Λατινικά Ογδόου, Ο Αινείας είχε τρικυμίσει την κεφαλή μου για βδομάδες δύο και χρόνια πέντε. Μα τώρα είχαμε λύσει τους λογαριασμούς μας. Το μάθημα είχε περαστεί κι ο Δάντης, εργατικός μαθητής του μέγα δασκάλου Βιργιλίου είχε έρθει να μου πει:

«Εσύ, ανάξιε τελειόφοιτε σου ’λαχε από Ηλίας Βιργηλίας να γενείς. Στολή πορφυρή θα ντυθείς και δάφνη στο κεφάλι. Μα σκουφί επαναστατικό δεν σου πρέπει, τι ειν’ το κεφάλι σου κεφάλα κι η κόμη σου κωμική. Η capa σου για rezza. Τα που θα δεις με λόγια ειλικρινή να τα στορήσεις. Μα πρώτα την Αινειάδα άμα δεν περάσεις θνητέ, πτυχίο δεν παίρνεις, στης Φιλοσοφικής τις φλόγες θα καψαλίζεσαι αιωνίως κι αμετακλήτως…» Την πέρασα του είπα. Τούτο Μπένε.

Η πλάση ζάρωσε γύρω μας κι η Καρλότα ένιωσε όπως μια φορά στον ύπνο της που την είχα πλακώσει με το χέρι μου στο στέρνο της κι ονειρεύτηκε πως την χτίσανε σε οικοδόμημα φερετροειδές. «Και σκίφο!» τραύλισε αηδιασμένη. Μα δεν υπήρχε κάτι το αηδιαστικό εκτός απ’ το σπασμένο αβγό. Λιποθύμησα και σκύφος με κρασί για να συνέλθω δεν υπήρχε.

Κάπου ακούστηκε ένα μαντολίνο. Την γεύση της θαλάσσης, άμα την περάσεις λάθος μην κάνεις και την χαλάσεις… Σαπόρε ντι μάρε, την ξινίλα μου πάρε!… Πλάτς πλούτς, τα πόδια γέμισαν άμμο, το πτυχίο άφησα χάμω νιώθω σα σε κρητικό γάμο, ρακές κι ο μεθυσμένος ο Δον Μικές. Κι εκείνη, ενωμένες όλες σε μία, εκείνη. Κάθε πρωί πιο εντυπωσιακή, χαμένες μάχες κάθε μέρα κι εγώ ο βασιλεύς της ήττας. Μ’ αρέσει. Από τον κήπο σου περνώ κι εσύ δε βγαίνεις να σε δω. Δεν έχει άλλο πλέον πια. Πόσο ωραία χορεύεις τα πόδια σου σαν της Εύης, αξούριστα κι όλο κοιτάζω και δεν μπαίνω στο χορό. Τάρα τατά τάρα τατά. Τα μαλλιά σου είναι σαν πράσινα μακαρόνια κι όταν ονειρεύομαι εκείνα μακραίνουν μακραίνουν για να τα μασήσω.

Απ’ το στόμα σου βγαίνει τραγούδι παρτιζάνικο Ο μπέλα τσάο παρτιζάνικο παρμεζάνικο τι; Τυρί να σου λούσει τα μαλλιά μακαρόνια μακάρια κι αιώνια. Δεν είμαι εκεί που είσαι, δεν ζω την ζωή που ζεις, νον σόνο κουελ κι σόνο, νο φάτσο λα βίτα και φάι. Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός. Είμαι του δρόμου, ο κόσμος είναι μικρός. Η νεότητά μας κραδαίνει ψηλά το φαλλικό άσμα, Πύργο της Πίζας μια στιγμή γερτό κι ύστερα στα ίσα του. Ο κόσμος να απορεί, να λέει μα ήρθα εδώ να φωτογραφηθώ να τόνε κρατάω που γέρνει κι εσείς τον ορθοποδήσατε;  Σπανιόλες τουρίστριες απογοητευμένες.

Τι είναι γλυκιά τούτη η νύχτα, τι είναι ώρια. Κι εγώ δεν ξαπλώνω περιμένοντας εσένα. Κι εδώ, μπροστά στο φινιστρίνι σου της καρδιάς μου σου ανοίγω την πένα. Εγώ πάντα εσένα σκέφτομαι γιατί εσένα ψυχή μου αγαπώ κι όπου πάω, όπου στέκω, όπου σέρνομαι, στην καρδιά μου πάντα εσένα βαστώ. Κι εσύ πια δεν μ’ αγαπάς ώρια μου πιτσουλίνα, δεν με πονάς πια, μα τα όμορφά σου χειλάκια άνοιξε να μου πεις λόγια αγάπης ευλογημένα. Τα αστεράκια που πάνω με βλέπουνε και μου φέγγουνε κρυφά απ’ το φεγγάρι, και γελούν και μου λένε: Στον άνεμο, τα τραγούδια που λες είναι χαμένα. Καληνύφτα, σ’ αφήνω και φεύγω, πλάγιασε εσύ, τι είναι πικρό που ήρθα εγώ εδώ πέρα. Μα όπου πάω, όπου σύρνω, όπου στέκω, στην καρδιά πάντα εσένα βαστώ.

Οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Τα γυαλιά μου λιώσανε μέσα σ’ ένα σύννεφο. Βρισκόμασταν στο μπάνιο. Οι αχνοί ήταν από το καυτό μπάνιο που είχαμε μόλις κάνει. Κι ο Δάντης Αλιγκέρι ήταν η Ελένη, που φώναζε από το δίπλα δωμάτιο πως τόσην ώρα στο ζέσταμα η πίτσα κάηκε πια, πίτσα μαργαρίτα που μαδήθηκε. Η Καρλότα φόρεσε μπουρνούζι μπλε ανδρικό και βγήκε στο διάδρομο να φωνάζει. Ότι είμαι για δέσιμο, πάτσο γκρέκο πάτσοοοοο! Έξι χρόνια βολόδερνα σε ένα γκρι κτήριο με σκάλες, γκρέτζο γκρέτζο γκρέτζο κι όλη την ώρα μιλάω για ένα μαγκαζίνο ντελι στουντέντι Καλειντόπιουμ! Μπάστα με τον Άθω, τον Πολυπόρθο και τον Χρηστάρα- μη! Τρεις σωματοφύλακες μα εγώ το ένα τούτο σώμα το καρλοτινό που από Καρλό Σαρλώ ντύθηκε με μουστάκι να κάνω χάζι, το ένα τούτο σώμα που σπαρτάραγε τόσην ώρα να το καπνίζω τράκα σε ντουμάνι δεν το φύλαξα τούτο το ένα σώμα, σωματοφύλακας αεριτζής. Ντουμάνι και δεν σκέφτομαι τι θα γίνει ντομάνι.

Σωματοφύλακας δεν γίνομαι, άσε που να μεταφράσω όσα γράφω δεν μπορώ. Να της τα δείξω τα γραμμένα, δεν. Δεν πάει άλλο, έγκωσα, λιγώθηκα, διψώ. Η Καρλότα άρχισε να κατεβάζει απ’ τα ράφια βάζα, φωτιστικά, βιβλία. Κάτι ηλέκτριζε το δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια στην βαλίτσα. Τύλιξα τα δύο τελευταία τεύχη του Καλειδοσκοπίου που είχα φέρει μαζί. Να της τα δείξω τι και πώς. Άστο καλύτερα.

Τύλιξα τα Καλειδοσκόπια μα εκείνα άρχισαν να διαμαρτύρονται σαν περιορισμένα περιστέρια. Άνοιξαν τα σαλόνια τους σα φτερά και πέταξαν μακριά απ’ το παράθυρο. Καλειδοσκόπια να πετάνε. Γλάροι με γράμματα τυπωμένα πάνω, κατεβατά από ελεύθερα φυλακισμένα σε εξακόσες λέξες. «Οι σοβαροί άνθρωποι κάποια πράγματα τα κρατάνε για τον εαυτό τους…» ψιθύρισε η Καρλό.

Ο Λουίτζι ντελε Μπικόκε, ο Λούης Ο Βερύκοκος άφησε την σπάτουλα του χτίστη. Εργάτης Σικελός ο Λούης άρχισε να ξεφυλλίζει απορημένος τα φοιτητικά αλαμπουρνέζικα με το καρπούζι στο εξώφυλλο. Άλλωστε, τα καρπούζια ως γνωστόν δεν τελειώνουν ποτέ.

 


Πάτι Σμιθ – Τραίνο της Γραμμής Μ – Ελληνικοί Μύθοι (2015)

Πάτι Σμιθ – Τραίνο της Γραμμής Μ (2015)

Ελληνικοί Μύθοι

Μετάφραση : Ηλίας Κολοκούρης

Patti Smith – M train  

Translated by Ilias Kolokouris

mtrain_author

Ο Τροχός της Τύχης

…Καθόμουν στην μέση του καφέ, εντός του επαναλαμβανόμενου ονειρώδους τοπίου του. Ούτε σερβιτόρα, ούτε καφές, πουθενά. Ήμουν υποχρεωμένη να πάω πίσω από τον πάγκο, να αλέσω μόνη μου λίγους κόκκους καφέ και να ψήσω μόνη μου τον καφέ. Κανείς δεν ήταν εκεί γύρω πλην ενός βουκόλου. Παρατήρησα πως είχε μιαν ουλή, σα μικρό φίδι να κινείται χαμηλά στο οστό της κλείδας του. Έβαλα και στον καθένα μας από μια αχνιστή κούπα καφέ, αλλά απέφυγα το βλέμμα του βουκόλου.

IMG_20170120_220326

Patti Smith – M Train

-Οι Ελληνικοί Μύθοι δεν μας λένε τίποτε, έλεγε ο βουκόλος. Οι θρύλοι είναι απλώς ιστορίες. Οι άνθρωποι τους ερμηνεύουν όπως θέλουν ή ευρίσκουν ηθικά διδάγματα σε αυτούς. Την Μήδεια ή την Σταύρωση, δεν μπορείς να τις αναλύσεις. Η βροχή και ο ήλιος ήλθαν ταυτοχρόνως και επέφεραν το ουράνιο τόξο. Η Μήδεια βρήκε του Ιάσονα τα μάτια και θυσίασε τα παιδιά τους. Συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, έτσι είναι, πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα του ζην.

Ο βουκόλος πήγε να ανακουφιστεί, ενώ εγώ αναλογιζόμουν το Χρυσόμαλλο Δέρας σύμφωνα με τον Παζολίνι. Στάθηκα στην πόρτα και κοίταξα πέρα στον ορίζοντα. Το μουντό τοπίο διέκπτοαν βραχώδη λόφοι στερούμενοι βλάστησης. Αναρωτήθηκα αν η Μήδεια αναρριχήθηκε σε παρόμοιους βράχους αφού κορέστηκε ο θυμός της. Αναρωτήθηκα ποιος ήταν τελοσπάντων αυτός ο βουκόλος. Κάποιο είδος Ομηρικού πλάνητος, υπέθετα. Περίμενα να βγει από τον καμπινέ, αλλά αυτός αργούσε. Υπήρχαν σημάδια ότι τα πράγματα επρόκειτο να πάρουν διαφορετική τροπή: ένα σπασμωδικό ρολόι εκτός ρυθμού, το περιστρεφόμενο σκαμπώ του μπαρ, μια ασθενής μέλισσα που μετεωριζόταν πάνω από την επιφάνεια ενός μικρού τραπεζιού που ήταν καλυμμένο με βερνίκι σε χρώμα κρεμ. Σκέφτηκα μια στιγμή να σώσω την μέλισσα, αλλά δεν υπήρχε τίποτε που να μπορούσα να κάνω. Ήμουν έτοιμη να σηκωθώ να φύγω χωρίς να έχω πληρώσει για τον καφέ μου, αλλά ύστερα που το ξανασκέφτηκα, πέταξα μερικά νομίσματα στο τραπέζι δίπλα στην εκπνέουσα μέλισσα. Αρκετά για τον καφέ και μία αξιοπρεπή κηδεία με σπιρτόκουτο.

Ταρακουνήθηκα και βγήκα από το όνειρο, πετάχτηκα έξω από το κρεβάτι μου, έπλυνα τα μούτρα μου, έκανα πλεξούδα τα μαλλιά μου, βρήκα το σκουφί μου και το σημειωματάριό μου και βγήκα έξω, σκεπτόμενη ακόμη τον βουκόλο και πώς τα ξερνούσε έτσι ωραία περί Ευριπίδου και Απολλωνίου. Στην αρχή μου την είχε σπάσει, αλλά τώρα όφειλα να παραδεχθώ πως η επανερχόμενη παρουσία του ήταν μια παρηγοριά. Κάποιος που μπορούσα να βρω, όποτε τύχαινε η ανάγκη, στο ίδιο εκείνο μεταίχμιο, στο ίδιο εκείνο τοπίο ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου.

Medea3

Καθώς περνούσα την Έκτη Λεωφόρο Η Κάλλας είναι η Μήδεια, η Μήδεια είναι η Κάλλας ο ρυθμός στροβιλιζόταν στο κεφάλι μου καθώς τα τακούνια απ΄τις μπότες μου χτυπούσαν την επιφάνεια του δρόμου. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι επεξεργάζεται προσεκτικά τον κλήρο του καστ και επιλέγει την Μαρία Κάλλας, μία από τις πιο εκφραστικές φωνές όλων των εποχών, για έναν επικό ρόλο με ελάχιστο διάλογο και απολύτως καθόλου τραγούδι. Η Μήδεια δεν τραγουδάει νανουρίσματα. Σφάζει τα παιδιά της. Η Μαρία δεν ήταν μία τέλεια τραγουδίστρια. Αντλούσε από τα βάθη της αβαθούς, άπειρης πηγής της και κατακτούσε τους κόσμους του κόσμου της. Αλλά όλος ο σπαραγμός των ηρωίδων της δεν την είχε προετοιμάσει για τον δικό της σπαραγμό. Προδομένη, εγκαταλελειμμένη και ταπεινωμένη, αφημένη δίχως έρωτα, φωνή ή παιδί, καταδικασμένη να ζει την ζωή της στην μοναξιά. Προτιμούσα να φαντάζομαι την Μαρία ελεύθερη από την βαρέα σκευή και στολή της Μηδείας, της κεκαυμένης βασιλίσσης στο ωχροκίτρινο φόρεμα. Αυτή φοράει μαργαριτάρια. Το φως πλημμυρίζει το Παρισινό της διαμέρισμα, καθώς εκείνη κάνει να φτάσει με το χέρι της μία μικρή δερμάτινη κασετίνα με κοσμήματα. Ο Έρωτας είναι το πιο πολύτιμο κόσμημα από όλα, ψιθυρίζει, ελευθερώνοντας τα μαργαριτάρια που πέφτουν από τον λαιμό της, φολίδες θλίψεως που υπερίπτανται και χαμηλώνουν.

Το Καφέ ‘Ινο ήταν ανοιχτό, αλλά άδειο. Ο μάγειρας ήταν εκεί μονάχος του, κι έψηνε σκόρδο. Περπάτησα μέχρι ένα κοντινό φούρνο, αγόρασα έναν καφέ κι ένα κομμάτι κέηκ κανέλας, κάθισα σε ένα παγκάκι της Πλατείας του Father Demo. Παρακολούθησα ένα αγόρι να σηκώνει την μικρή του αδερφή, ώστε να τα καταφέρει να πιει νερό από έναν ψύκτη. Αφού τελείωσε εκείνη, ήπιε κι αυτός τη γουλιά του. Τα περιστέρια ήδη συναθροίζονταν. Καθώς ξετύλιγα το κέηκ μου, φαντασιώθηκα μία χαοτική σκηνή εγκλήματος, που περιελάμβανε φρενήρη περιστέρια, μαύρη ζάχαρη και στρατούς από ακραίως ενθουσιασμένα μυρμήγκια. Κοίταξα χάμω στα κομμάτια γρασίδι που ξετρύπωνε από το ραγισμένο τσιμέντο. Πού πήγαν όλα τα μυρμήγκια ; Και οι μέλισσες και οι μικρές λευκές πεταλούδες που βλέπαμε παντού κάποτε ; Πού πήγαν ; Μήπως εκείνες οι μέδουσες και τα πεφταστέρια ; Καθώς άνοιγα το ημερολόγιό μου, έριξα μια ματιά σε κάτι ζωγραφιές. Ένα μυρμήγκι διαπερνούσε την σελίδα την αφιερωμένη στον Χιλιανό Φοίνικα που είχα βρει σε έναν Βοτανικό Κήπο στην Πίζα. Υπήρχε το μικρό σκίτσο του κορμού του Φοίνικος, αλλά όχι τα φύλλα του. Βρήκα επίσης το μικρό σκίτσο του Παραδείσου, αλλά όχι της Γης.

maria-callas-e-pasolini-a-napoli-settembre-1970


Και φύλακας και πιάστης: η νέα μετάφραση του Σάλιντζερ

Category : book reviews

fylakas

Κατ’ αρχάς, αυτή ήταν μια κατ’ αρχήν ψυχαναγκαστική διαδικασία, που δεν έχετε κανέναν λόγο να κάνετε: Διάβασα και τον παλιό και τον καινούριο, κι ανάμεσα τζόλευα τον πρωτότυπο του Salinger.

Ο Χόλντεν Κόλφηλντ, ο έφηβος μέσα μας, απλωμένος στις μαγικές σελίδες του μυστηριώδους συγγραφέα έχει θρέψει γενιές και γενιές αναγνωστών. Αποδέχεται αυθεντίες; Έχει μήπως εικονίσματα να προσκυνά και σιγουριές να περιφέρει;

“Read More”

Ο queer Καβάφης όλων μας

Category : book reviews

cavafy

Λίγο εν ψυχρώ γράφεται τούτη η κριτική για ένα βιβλίο που διαβάζεται εν θερμώ. Και πώς αλλιώς, άλλωστε, αφού ο Καβάφης του Δημήτρη Παπανικολάου είναι ένα μαχητικό, διαφωτιστικό βιβλίο. Αλλά ας αρχίσουμε με μερικές ορισμούς. Βέβαια, άντε να ορίσεις εκείνο που δεν ορίζεται. Εδώ σε θέλω κάβουρα.

Queer (κουίρ) σημαίνει σεξουαλική ελευθερία. Το queer άτομο επαναστατεί ενάντια στον ομοφυλόφιλο προσανατολισμό του, δεν αποδέχεται κανέναν ορισμό και κινείται ελεύθερα πάνω στο συνεχές της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Δεν στέκεται στο δίπολο «έτσι ή γιουβέτσι», παρά ελεύθερα επιλέγει κάθε φορά την διάθεση του εαυτού του.

“Read More”