Το Γυμνόν ~ Ο Διωγμός των Λουομένων

Το Γυμνόν ~ Ο Διωγμός των Λουομένων

Evelyn de Morgan
The Sea Maidens
(1886)


Οι αιώνιοι σεμνότυφοι και οι αιώνιοι παραπονούμενοι εχάλασαν τον κόσμον εναντίον του λουόμενου λαού εις την Φαληρικήν ακτήν.  Διότι τους πειράζει η θέα του γυμνού διότι το θεωρούν βάρβαρον.διότι θέλουν να κάμουν τους ευρωπαίους και αναγκάζουν και τον Τύπον να γίνεται ηχώ.  Και εάν αι Αμερικανίδες πετούν τα καπέλλα και ελευθερώνουν τους λαιμούς των και πετούν τα υποδήματα και πετούν τις κάλτσες και περπατούν με γυμνά πόδια και με Ελληνικά σανδάλια όπως έγεινε αρχή και εις της Αμερικής τα λουτρά και εις της Ευρώπης, ημείς εδώ τα Ιουλιανά μεσημέρια περιπατούμεν θεοτυλιγμένοι με υπερβόρεια υφάσματα, και πετσιά και καπέλλα, μαυροντυμένοι , άρρωστοι, σκασμένοι και κακομοιριασμένοι θεοπάλαβοι. Αυτοί λοιπόν οι σεμνότυφοι οι εσπεριοειδείς  Τσούτσιδες, εξώθησαν με τας φωνάς  των την Αστυνομίαν να εμποδίση τους λουόμενους ή να τους ενδύση με βρακιά. 

Και η Αστυνομία εκδίδει την διαταγήν και οι θαυμάσιοι αστυφύλακες εφαρμόζουν απλοποιούντες ελληνικώτατα αυτήν, δηλαδή πετώντες τα ενδύματά των αβρακώτων εις την θάλασσαν! Και όπως συμβαίνει η μέν Γυνή, ή Ελληνίς, να έχη έμφυτον και ακρότατα ανεπτυγμένην την αντίληψιν του τι εστι γυνή και μετ’ αυτής δυνατότατον το αίσθημα της σεμνότητος, δι’ αυτό και ουδέποτε φαίνεται γυμνή, ο δε ανήρ ο Έλλην νά έχη έμφυτον και θαυμάσια ανεπτυγμένην την αντίληψιν του τι εστι ανήρ και δι’ αυτό θεωρεί γελοίον και εξευτελιστικόν να καλυφθή είς τα λουτρά, οι λουό μενος παύουν ή θα παύσουν να λούωνται. Και οι λουόμενοι αυτοί είνε χιλιάδες λαού, Και γνωστόν ότι αι χιλιάδες αύται αι ηλιαζόμεναι, αεριζόμεναι, πλυνόμεναι, εξυγιαινόμεναι το θέρος δεν λούονται τον χειμώνα, δηλαδή δεν πλύνονται. Ώστε πότε θα λoύεται, πότε θα πλύνεται ο λαός κύριοι τρισβάρβαροι; 

~~~

Μα δεν εβαρύνθησαν τέλος ο Τωρινοί ένα αιώνα να αγωρίζωνται να φορέσουν καλά τα ευρωπαϊκά υποδήματα, φορέματα, κολλάρους και να έχουν ως μοναδικών σκοπόν να περιμένουν τους Ευρωπαίους να περάσουν από την Ελλάδα την οποίαν oνειροπολούν ένα μεγάλο ξενοδοχείον-διά να τους ιδούν εις τάς αποβάθρας και εις τας θύρας των ξενοδοχείων σαν τελείους λακέδες και τους επαινέσουν διά τον πολιτισμόν των; Δεν είνε δυνατόν να εννοήσουν ότι το έχειν Ευρωπαϊκόν ή κάθε άλλον πολιτισμόν και μή έχειν ίδιον, αυτό είνε το τρισδαρβαρότατον και ουτιδανότατον πάντων δι’ ένα λαόν ; Δεν είνε δυνατόν να εννοήσουν ότι οι ξένοι τους οποίους επικαλούνται όλην την ώραν χωρίς να τους γνωρίζουν, χωρίς να είνε εις θέσιν να τους αντιληφθούν τους περιφρονούν και περνούν μόνον διά να μεταβούν εις τα αρχαία διότι δεν βλέπουν ίχνος ιδιαιτέρου πολιτισμού; Και εάν δεν είνε εις θέσι να έννοήσουν τίποτε, τα χάλια των τέλος δεν είνε εις θέσιν να τα αισθανθούν;

Δεν είνε εις θέσιν να αισθανθούν ότι με τα υπερβόρεια ιδρύματα, σπήτια, ξενοδοχεία, καφενεία, θέατρα και κάθε ε ι α με τα οποία εκουκουλώθησαν, ότι με τα υπερβόρεια ήθη και έθιμα με τα οποία εφορτώθησαν και με τα υπερβόρεια φορέματα με τα οποία εδιπλώθησαν, ετυλίχθησαν, εδέθησαν, εσφίχθησαν από τριχών μέχρις ονύχων, ετρέλλαναν, αρρώστησαν, απέπνιξαν, έθαψαν εθνικήν, κοινωνικών και ατομικήν ζωήν; Δεν είνε εις θέσιν να αισθανθούν ότι αυτοί οι ίδιοι ως άτομα με τον πολιτισμόν αυτόν που εφορτώθησαν τον βαρύτατον είνε σαν γαϊδούρια φορτωμένα με χίλια κοφίνια, δεν έχουν πλέον, κίνησιν, χαράν, ζωηρότητα, είνε άχαρείς, μελαγχολικοί, οκνηροί, άρρωστοι, παθιασμένοι, ότι η εθνική, κοινωνική, αυτή η ατομική των ζωή δεν είνε ζωή, είνε σκλαβιά, είνε κάτεργον, είνε ζωή πανωλική, ζωή πτωματική; Δεν είνε καιρός ν’ αρχίσουν έννοούντες ότι ο υπερβόρειος πολιτισμός δεν είνε δυνατόν να εγκατασταθή εδώ, ότι θα τους ξεπατώσει αυτούς και τα τέκνα αυτών, ότι ο ήλιος δεν παίζει ότι οι Ελληνες θεοί δεν χoρατεύουν ότι ο Απόλλων εκδικείται φρικτά; 

~~~

Walter Crane
The Renaissance of Venus
(1877)

Το Λουτρόν, ώ Τωρινά ‘Ανδρείκελα, δεν εινε το εξαγαγείν με όλας τας προφυλάξεις το Σώμα και εμβαπτίσαι αυτό εις το ύδωρ δίκην Σταυρού κατά τα Θεοφάνεια και έπειτα εγκλείσαι αυτό είς τα άδυτα των αδύτων; Το Λουτρόν δεν είνε το εξαγαγείν το Σώμα δίκην Γιαταγανίου από την θήκην και καθαρίσαι και ξαναχώσαι αυτό εις το φυκάρι του. 

Δεν είνε ακαριαίον βρέξιμου νερού και σφόγγισμα νερού, αυτό είνε μόνον ανάθευκτος βλακεία. Το Λουτρόν είνε η χαρά του Σώματος. Και το θαλάσσιον Λουτρών είνε η εορτή του Σώματος. Είνε περίπατος προς την θάλασσαν διασκεδαστικός εινε κίνησης σώματος, είνε φωτισμός σώματος, εινε αερισμός σώματος ενδεδυμένου. Και έπειτα εις την θάλασσαν εινε γυμναστική, είνε κίνησις, είνε ενέργεια, εινε ζωογόνος καθαρισμός εσωτερικός και εξωτερικός ολοκλήρου της ανθρωπίνης μηχανής, είνε παίξιμον είνε γέλως-Παρατηρήσετε πώς και οι σοβαρώτεροι των ανθρώπων αισθάνονται εις την θάλασσαν την διάθεσιν να παίξουν, να παιδιαρίσουν να γελάσουν-είνε τρελλή χαρά Σώμα το Γυμνόν. Και δεν είνε μόνον νερόλουτρον αλλά και αερόλουτρον και ηλιόλουτρoν κατά τας εισόδους και εξόδους – πίσης στουδαίον εξυγιαντικόν. 

Και το Λουτρόν αυτό γνωρίζει φύσει και παραδόσει ο “Ελλην λαός και αυτό κάμνει. Και το κάμνει τελείως υγιεινόν, τελείως εορταστικά και τελείως ωραία. Κινά είτε περί τα χερέγματα, είτε περί τα βασιλεύματα οικογενειακώς με πολυάνθρωπα κάρρα, είτε με της ελαφρότατες, κομψές και ελαστικές σούστες, γελών, τραγουδών, διασκεδάζων. Και αφού εγκατασταθή είς την ακτήν, εις την εμμον και αερισθή, και παίξη και λουσθή μετά γυναικών, παιδιών, δουλικών, αλόγων και κάρρων ακόμη, καταδροσισμένος και κατευχαριστημένος στρώνεται εις το φαγητόν και το πιοτόν, το οποίον φέρει μαζί του και ευφραίνεται ψυχή τε και σώματι, θωπευόμενος από την θαλασσίαν αύραν και επανέρχεται τραγουδών, ανακουφισμένος, ευτυχής εις την σκλαβιάν της εργατικής του ζωής. 

Και αυτό είνε το πραγματικόν Λουτρόν. Και αυτό το Λαϊκόν –δηλαδή το φυσικόν– πρέπει να λάβετε ως βάσιν διά να σκεφθείτε πώς πρέπει να γίνωνται τα λουτρά εις την Ελλάδα. Και εξ αυτής της φυσικής βάσεως αναχωρούντες θα τα διαρρυθμίσετε καλύτερον. Ώστε αντί να εμποδίζετε να ενθαρρύνετε, Και αντί να θέλετε να αλλάξετε τα ωραίως έχοντα, να αλλάξετε σείς, και αντί να θέλετε να διδάξετε να πάτε να διδαχθήτε εξ αυτών. Και αντί να τα περιφρονήτε τα Ελληνικά πράγματα να βοηθήτε να γίνουν αυτά όλα λογικώτερα, φυσικώτερα, εορταστικώτερα, ωραιότερα. 

Σοφίας Λασκαρίδου
Περικλής Γιαννόπουλος
(1897)

Περικλής Γιαννόπουλος