Oscar Wilde, Women of Homer – Η Πηνελόπη

Oscar Wilde, Women of Homer – Η Πηνελόπη

He’s a real nowhere man
Sitting in his nowhere land
Making all his nowhere plans for nobody

Oscar Wilde – Women of Homer – Penelope

Penelope after Helen is like the moon rising pale after the crimson glories of the sun, like the linnet singing after the nightingale, or the snowdrop blooming when the rose has withered.  She comes before us, a wan, sad woman; the brightness of her eyes dimmed with tears, her beauty faded through mourning for her absent lord — true wife to him during those twenty long years, a trusty watchdog of his home, educating his son to be an honourable and wise prince.  Shrewd and prudent, too, meet wife for Odysseus, the crafty and enduring one. And so when her lawless suitors pressed her hand she promised that she would choose the best and noblest among them . . .

. . . when [writes Mr. Symonds] she has woven a winding-sheet for Laertes.  Three years pass, and the work is still not finished. At last a maiden tells the suitors that every night Penelope undoes by lamplight what she has woven in the daytime.  The ruse of the defenceless woman has passed into a proverb, and has become so familiar that we forget, perhaps, how true a parable it is of those who in their weakness do and undo daily what they would fain never do at all, trifling and procrastinating with tyrannous passions which they are unable to expel from the palace of their souls.

We are too prone nowadays to look for similes and allegories where all is clear, and for hidden meanings where there is nothing hidden.32  So that now nature has become to us almost a mere symbol of the beauty and decay of life; and when we look on the glory of the grass and the splendour of the flower, our minds are filled with the thoughts of its decay and death.33 But Mr Symonds is perhaps right in saying that it is a true parable.

A very dreary life was hers; not the queen of a gay court nor even mistress of her own house, she waits patiently on the lone, barren island for her lord, knowing not if he had been slain in fight for Helen or was already in the Asphodel meadows;  hoping and yet without hope, despairing yet never completely losing trust. She catches at every idle rumour listening eagerly to the stories of every wandering vagabond. Sorrow and despair had eaten into her soul, waiting, for her husband had become a part, nay the entirety of her life.  She is like Queen Constance sorrowing for her dead boy.34

And so she is the last of all to recognise her own husband.   Telemachus, whom he had left a child, falls on his neck and kisses him; the goatherd knew him for his old master and Eurycleia for the boy that she had nursed; and the dog Argus dying neglected on the dung-heap tried to fawn on him.  But Penelope will not be convinced till she has proved him and found him to be indeed Odysseus and none other.35

For though his return was the consummation, yet it was in some way the breaking up of her life; for her occupation was gone. This is an extremely subtle psychological point in her character, and it shows that Homer had accurately studied the nature of women.  It is entirely misunderstood, however, by Mr Symonds and, indeed, by all other writers I have read.36  It shows us how great was her longing, how terrible the anguish of her soul, and it makes her final recognition of him doubly impressive.


Πάει χαμένο σε σπονδή το κρασί ποιος φεύγει το καράβι ή το νησί;
Ποιος ξέρει ποιος σαλπάρισε στο γιαλό; Ο Οδυσσέας ή μήπως η Καλυψώ;

Η Πηνελόπη


Η Πηνελόπη μετά από την Ελένη είναι σαν τη σελήνη που ανατέλλει χλωμή μετά από την πορφυρή μεγαλοπρέπεια του ηλίου. Σαν τον σπίνο, που τραγουδά μετά από το αηδόνι. Ή σαν τον γάλανθο ανθισμένο, όταν το τριαντάφυλλο έχει πια μαραθεί. Έρχεται μπροστά μας, μια ωχρή, θλιμμένη γυναίκα. Η λάμψη των ματιών της θολωμένη από τα δάκρυα. Το κάλλος της ξεθωριασμένο από τον θρήνο για τον απόντα κύριό της. Σύζυγος πιστή προς αυτόν, όλα τούτα τα είκοσι χρόνια. Ένα αξιόπιστο μαντρόσκυλο, ακοίμητος φρουρός του οίκου του. Πάντοτε ταγμένη να διδάσκει τον υιό του πώς να είναι ένας σεβαστός και σοφός πρίγκηπας. Ευφυέστατη και συνετή, επίσης, μια ταιριαστή σύζυγος για τον Οδυσσέα, τον πολυμήχανο και τον αιώνιο. Έτσι, όταν οι άνομοι μνηστήρες ζήτησαν πιεστικά το χέρι της, εκείνη υπεσχέθη πως θα διάλεγε τον καλύτερο και ευγενέστερο ανάμεσά τους…


… όταν (γράφει ο κύριος Σύμοντς) θα έχει υφάνει έναν πέπλο για τον Λαέρτη. Τρία χρόνια περνούν, και το έργο δεν έχει ακόμη τελειώσει. Τελικά μια θεραπαινίδα λέει στους μνηστήρες πως κάθε νύχτα η Πηνελόπη ξηλώνει υπό το φως του λύχνου ό,τι έχει υφάνει υπό το φως της ημέρας. Το τέχνασμα της ανυπεράσπιστης γυναικός έχει μείνει παροιμιώδες. Μας είναι πια τόσον οικείο, ώστε να λησμονούμε, ίσως, περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Περί μίας παραβολής για εκείνους που, μέσα στην αδυναμία τους, φτιάχνουν και χαλούν καθημερινώς ό,τι προθύμως δεν θα έφτιαχναν καν. Χωρατεύοντας και χρονοτριβώντας με τυραννικά πάθη, τα οποία είναι ανίκανοι να αποβάλουν από τα ανάκτορα των ψυχών τους.


Σήμερα είμαστε επιρρεπείς στην αναζήτηση παρομοιώσεων και αλληγοριών εκεί όπου όλα είναι προφανή. Ψάχνουμε για κρυμμένα νοήματα εκεί όπου τίποτε δεν κρύπτεται. Τόσο λοιπόν, ώστε η φύση να έχει γίνει για εμάς μονάχα ένα σύμβολο του κάλλους και της φθοράς του βίου. Και όταν παρατηρούμε με θαυμασμό το μεγαλείο της χλόης και τη λαμπρότητα του άνθους, ο νους μας γεμίζει με την σκέψη  της φθοράς και του θανάτου του. Όμως ο κύριος Σύμοντς πιθανότατα έχει δίκαιο όταν επισημαίνει πως πρόκειται περί μιας προφανούς παραβολής.

Ο βίος της ήταν πολύ μελαγχολικός, ανιαρός. Όχι η Άνασσα μιας εύθυμης αυλής. Ούτε καν κυρία και δέσποινα του ιδίου του οίκου της δεν ήταν. Η Πηνελόπη περιμένει υπομονετικά στην ερημία της. Στο άγονο, στέρφο νησί της, τον κύρη της προσμένει. Δίχως να γνωρίζει αν έπεσε ηρωικά στη μάχη για την Ελένη ή αν ήδη βρισκόταν στους ασφοδελούς λειμώνες. Να ελπίζει, μα δίχως ελπίδα. Να απελπίζεται, μα δίχως να χάνει την πίστη της απολύτως. Αρπάζεται από κάθε μάταια, άπραγη φήμη, ακούγοντας προθύμως τις μπαγαπόντικες ιστορίες του όποιου περιπλανώμενου αλήτη. Η θλίψη κι η απόγνωση είχαν φάει την ψυχή της, να περιμένει, διότι ο σύζυγός της είχε πια γίνει κομμάτι, ή μάλλον η ζωή της ολόκληρη. Και εκείνη, καθώς η Βασίλισσα Κώνστανς, θρηνεί για το νεκρό της αγόρι.



Κι έτσι, εκείνη τελευταία από όλους αναγνωρίζει τον ίδιο της τον σύζυγο. Ο Τηλέμαχος, που ακόμα παιδί τον είχε αφήσει, πέφτει στον λαιμό του και τον φιλά. Ο γιδοβοσκός τον εννόησε ως τον παλιό του άρχοντα κι αφέντη. Η Ευρύκλεια ως το αγόρι που είχε κάποτε αναθρέψει. Και ο σκύλος του, ο Άργος, καθώς ψυχορραγούσε παραμελημένος πάνω σε έναν σωρό σβουνιές, προσπαθούσε να του κάνει χαρές και κουνούσε την ουρά. Όμως η Πηνελόπη δεν θα πεισθεί μέχρις ότου έχει αποδείξεις για αυτόν και βρει θετικά πως όντως είναι ο Οδυσσέας μπροστά της και κανένας άλλος.

Επειδή, παρ’ όλο που η επιστροφή του αποτέλεσε την ολοκλήρωση του βίου της, εν τω άμα υπήρξε και η διάλυση του ιδίου αυτού βίου. Διότι, με την έλευσή του το αντικείμενό της, η μόνη της ασχολία χάθηκε. Τούτο είναι ένα εξαιρετικά ανεπαίσθητο ψυχολογικό σημείο του χαρακτήρα της, και δείχνει ότι ο Όμηρος είχε μελετήσει με οξυδέρκεια τη φύση των γυναικών.

Ένα σημείο απολύτως παρανοημένο από τον κύριο Σύμοντς, ωστόσο, καθώς και πράγματι από όλους τους συγγραφείς που έχω διαβάσει. Μας αναδεικνύει πόσο μεγάλος ήταν ο πόθος και τι ζωηρή ήταν η επιθυμία της. Πόσο τρομερή και φρικτή ήταν η αγωνία της ψυχής της. Και τέλος, κάνει την τελική αναγνώρισή του από εκείνην διπλά εντυπωσιακή.

μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης
επιμέλεια : Thomas Wright , Donald Mead
copyright: The Oscar Wilde Society, 2008