Monthly Archives: February 2020

Πλάτων Ροδοκανάκης : De Profundis – Τὸ Ἰδανικὸν, Νύξ – Πηνελόπη

ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟΝ (1908)

Pehr Gabriel Wickenberg, Oedipus och Antigone (1833)

ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟΝ (1908)

Οἰδίπους ἡ ψυχὴ μου ἔκπτωτος, πλανᾶται ὑπὸ τὰς κατάρας καὶ τοὺς ἐμπαιγμοὺς τοῦ πεπρωμένου.
Θὰ ἐκρημνίζετο εἰς τὰ χαώδη βάραθρα τῆς πείρας καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως, τυφλὴ ὡς εἶναι καὶ ἀδύνατος,
ἂν μία Ἀντιγόνη τρυφερά, δὲν ἤρχετο νὰ τὴν χειραγωγήσῃ ἀσφαλῶς.

THE IDEAL

Oedipus is my soul overthrown/fallen, lingering under the curses and mockery of destiny.
It would collapse into the chaotic abyss of experience and dismay, blind as is it is and weak,
(had it not been for) if an Antigone tender, did not come to lead my soul safely by the hand.

ΝΥΞ – ΠΗΝΕΛΟΠΗ (1908)

John William WaterhousePenelope and the Suitors (1912). Pre-Raphaelite (influence on British Aestheticism)

Ιωάννης Ουίλλιαμ Ουότερχαους, Η Πηνελόπη και οι Μνηστήρες (1912). Προραφαηλίτες (επιρροή στον Βρετανικό Αισθητισμό)

ΝΥΞ – ΠΗΝΕΛΟΠΗ (1908)

Οἱ χρυσοχίτωνες ἥλιοι, ὡς μνηστῆρες περὶ τὴν σεμνὴν περιφέρονται νύμφην.
Ἀλλ᾽ ἐκείνη καθ᾽ ἑκάστην ἑσπέραν τὸν μαῦρον ὑφαίνει ἱστὸν καὶ ὑπόσχεται.
Εἰς τὸν ἀπόντα ἥρωα πιστή, διαλύει τὸν πέπλον κατὰ πᾶσαν πρωΐαν.
– Ἀναμένει τὴν ἐπάνοδον τοῦ συζύγου της Χάους.
Ὅπως ἀποσύρῃ τὸν κεστὸν ἀπὸ τὴν ἄδρακτον.
Διὰ νὰ σαβανώσῃ τὴν Δημιουργίαν.

NIGHT – PENELOPE

The golden cloaked suns, as suitors they roam around the humble bride.
But every single evening/ evetide the black she weaves web/ shroud and promises.
To the absent hero loyal, she dissolves the veil through every morning.
– She awaits the return of her husband, Chaos.
So as to remove the ornament/ girdle from the spindle.
So as to shroud Creation. 

Παράβαλε: Ἔργα καὶ Ἡμέραι, Θεογονία – Ἡσίοδος.

510 B.C. Attic red-figured amphora, depicting Penelope weaving on the loom in presence  of Telemachus.
National Archaeological Museum of Chiusi, Tuscany, Italy.

510 π. Χ. Αττικός ερυθρόμορφος αμφορέας, απεικονίζει την Πηνελόπη να υφαίνει στον αργαλειό, παρουσία του Τηλεμάχου.
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Κιούζι, Τοσκάνη, Ιταλία.


(Translated by : Ilias Kolokouris)
Copyright: Greek Texts : © Academy of Athens, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη. 
English Translation: © The Paideia Institute & Ilias Kolokouris

Source:

Ροδοκανάκης Πλάτων, Αφηγήματα, επιμ. Αθανασόπουλος Β., Αθήνα: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2010.

Platon Rodokanakis was born in Smyrna in 1883. At an early age, he got ill and his family had to move to Kordelio, a beautiful seaside village near Smyrna. A student, still, he decided to become a priest and took up Theology at the the Theological School of Chalke. But the narcissism of his idiosyncrasy did not let him finish his studies. He decided to return to the world and, in his words “worship beauty”. He moved to Athens where he worked as a bookstore assistant and a journalist for the newspaper Acropolis. In 1916 he was assigned to organize and found the Byzantine Museum of Thessaloniki and a year later he was put on the Head of the Byzantine Department for the Ministry of Education in Athens. He passed away on 1919 of tuberculosis. His main works where Cassock in Flames and Purple Rose. In his first work, De Profundis, the influence of Oscar Wilde is visible from the title already. Brief fragmental prose, with a tendency for sensuality and hedonism that is more than profound. His shift from Christianity to Paganism was already noted from the critics of his era. Tellos Agras wrote that “he began as a Jesus-to-be and ended up an Adonis” (Nea Hestia 32- 1942). An idiosyncrasy of pessimism yet adoration of the beautiful that was immense. And of course, a scandal and a lawsuit against his Purple Rose characterized his brief life. After being accused of narrating the life of another writer and friend of his, Constantinos Christomanos, Rodokanakis rewrote his semi-autobiographical novel to avoid the charges of defamation and libellography.


Παύλος Νιρβάνας : Ἀκρόπολις

ἈΚΡΟΠΟΛΙΣ (1898)

Students of Hill Memorial School at the Acropolis, 1860. Photographer: Philippos Margaritis.

Μαθήτριες τῆς Σχολῆς Χιλλ στὴν Ἀκρόπολη, 1860. Φωτογράφος: Φίλιππος Μαργαρίτης.

Μαδοῦν, μαδοῦν ἐπάνω εἰς τὰ πεθαμένα νερὰ τῆς Σαλαμῖνος, μαδοῦν οί μενεξέδες τῆς δύσεως. Τὰ μάγια τῶν χρωμάτων ὑφαίνουν γλυκὰ γλυκὰ τὸ σάβανον τοῦ ἥλιου. Τὸ φῶς λιγοθυμᾶ ἐπάνω εἰς τὰ θλιμμένα μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνος καὶ ὁ ἀέρας τοῦ δειλινοῦ εἶναι παγωμένος, εἶναι παγωμένος, ὦ βασίλισσα τῆς ζωῆς μου.

Δὸς μου τὸ χλωμόν σου χέρι, ὦ Μιράντα, καὶ ἔλα κάθισε εἰς τὸ πλευρόν μου, κάτω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάρμαρα. Ἐδῶ ἐπάνω ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ τὰ χρόνια περνοῦν μαλακὰ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς στύλους. Ἔλα καὶ κάθισε εἰς τὸ πλευρόν μου. Τὸ χέρι σου εἶναι ψυχρὸν καὶ εἰς τὸ πρόσωπόν σου ἁπλώνεται ἡ χλωμάδα τῶν ἐρειπίων. Διατὶ ἔχεις κλεισμένα τὰ χείλη σου καὶ διατὶ αἱ μεγάλαι σου βλεφαρίδες σκεπάζουν τὴν λάμψιν τῶν βλεμμάτων σου; Τὸ χέρι σου εἶναι ψυχρὸν, ὦ Μιράντα. Διατὶ κρύβεις τὸ πρόσωπόν σου, ὦ Μιράντα;

Sophia Loren at the Acropolis, from the film Boy on a Dolphin1957.

Ἡ Σοφία Λόρεν στὴν Ἀκρόπολη, ἀπὸ τὴν ταινία Τὀ παιδὶ καὶ τὸ Δελφίνι, 1957. (λινκ για την ταινία)

~~~~

Δόξα σοι, δόξα, ὦ Παλλάς ! Δόξα σοι, δόξα ὦ Νηΐθ. Κάτω ἀπὸ τοὺς σκιεροὺς κλώνους τῆς ἱερᾶς ἐλαίας, εἰς τὸ ἄδυτον τοῦ Ἐρεχθείου, ὦ λευκόν ἄνθος τοῦ Νείλου καὶ ὦ πλάσμα τοῦ ἀττικοῦ αἰθέρος, αἱ παρθένοι τοῦ ἄστεως ὑφαίνουν τὸν κροκωτὸν πέπλον σου. Δόξα σοι, δόξα, ὦ Ἀνδρόγυνε, ὦ κόρη τῆς Σκέψεως, ὦ Ὑγεία καὶ ὦ Νίκη καὶ ὦ Σώτειρα καὶ ὦ Σάλπιγξ. Ἀπὸ τὴν λάμψιν τῆς γυμνότητός σου τυφλώνονται οἱ Τειρεσίαι καὶ ἀπὸ τὴν δύναμίν σου κυλᾶ ἡ Αἴτνα ἐπάνω εἰς τὸν Ἐγκέλαδον. Δόξα σοι, δόξα !

Ἡ βοὴ τῶν Παναθηναίων ὑψώνεται ἀπὸ τὴν Ἀγορὰν τοῦ Κεραμεικοῦ καὶ δονεῖ τὸν χλιαρὸν ἀέρα τοῦ ἐκατομβαιῶνος. Ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ ἀγκυροβόλιον φθάνει ἐπάνω εἰς τὸν ἀφρὸν τῆς ἐφηβικῆς σαρκὸς ἡ ἱερᾶ χιλιάκωπος. Αἱ εὐώδεις αὖραι κολπῶνουν τὸν τίμιον πέπλον ἐπὶ τοῦ ὑψηλοῦ ἱστοῦ καὶ τὸ φῶς φιλεῖ τὰ χρυσᾶ ποικίλματα εἰς τὸν δρόμον τοῦ Διπύλου. Ὑψηλᾶ εἰς τὸν ἀέρα λάμπουν τὰ κανὰ τῶν θυσιῶν καὶ σείονται αἱ θαλλοὶ τῆς ἐλαίας καὶ ὁ ποδοβολητὸς τῶν ἵππων γεμίζει μὲ θρίαμβον τὸν ἀέρα. Εἰς τοὺς πόδας σου κυλᾷ ὁρμητικὸν τὸ ῥεῦμα τῆς λατρείας, ὦ Παρθένε.

~~~~

Κλεῖσε τὰ τρομασμένα μάτια σου. Τὸ ὄνειρον ἁπλώνει ἐπάνω σου τὰ πτερὰ του. Ὦ ! Νὰ τὰ Παναθήναια τοῦ ἔρωτός μας. Ἡ ἱερὰ πομπὴ τῆς ἀγάπης μου κυλᾷ ὁρμητικὴ εἰς τοὺς πόδας σου. Ἡ αὐγῆ τῆς παρθενίας λάμπει ἐπάνω εἰς τὸ ὑψηλὸν βάθρον τῆς νεότητος. Σοῦ φέρνω τὸν πέπλον τὸν ὁποῖον ὕφανα κάτω ἀπὸ τὰ μάγια τοῦ Γαλαξία μὲ τὰς ἀκτῖνας τῆς σκέψεώς μου. Ὦ ! Νὰ τὰ Παναθήναια τοῦ ἔρωτός μας. Δός μου τὸ χέρι σου, ὦ Μιράντα. Τὸ ὄνειρον τῆς νεότητος καὶ τῆς ἀγάπης εἶναι ἀθάνατον.

Ἀπὸ τὴν φύσιν καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴν (1898)

θλιμμένα Μάρμαρα : τριμμένα; Κομμάτια; Διαλυμένα

They wither, they wither on the dead waters of Salamis, they wither, the violets of the West. The magic/ sorcery of colors weave sweetly sweetly the shroud of the sun. The light is fainting/ swoons on the sorrowful Parthenon marbles and the air of dusk is icy, icy, oh queen my life.

Give me your pale hand, oh Miranda, come and sit by my side, under the big marbles. Up here life is eternal and years pass by gently atop the sacred columns. Come and sit by my side. Thy hand is cold / frigid and in thy face is spreading the paleness of the ruins. Wherefore keep thy lips sealed and wherefore veil thy great eyelashes the sparkle of thy gaze? Thy hand is frigid, oh Miranda. Wherefore hide thy face, oh Miranda?

~~~~

Glory to Thee, glory, O Pallas! Glory to Thee, glory O Neith. Under the shady branches of the sacred olive tree, deep inside the innermost sanctuary of the Erechtheion, oh white flower of the Nile and oh creature of aether of Attica, virgins de la Cité / of the Polis weave thy saffron dyed veil/ cloak. Glory to Thee, glory, oh Androgynous, O daughter of Thought, Oh Health and Nike and oh Saviouress / Salvatrix / Servātrix and oh Clarion. From the sparkle of thy nudity Teiresiai are blinded and from your power Etna exudes/ flows/ seeps/ rolls upon Enceladus. Glory to Thee, glory! 

The roar of Panathenaic Festivities heights / rises / raises from the Agora of Kerameikos and vibrates the warm air of Hekatombaion. From the anchorage of Areopagus arrives atop the spume / froth of teenage / ephebic flesh the Sacred Chiliakopos Ship of Thousand Oars. Fragrant breezes engulf the holy/ dignified/ decorous veil on the up-high/ lofty / sublime mast and the light kisses the golden garnishments / adornments on the road of Dipylon. Sublime in the air are shining the jugs of sacrifice and shaking are the fronds of the olive tree and the clop / clatter of the horses fills the air with triumph. On thy feet rolls the impetuous stream of worship is exuding / rolls / exudes, O Virgin.

~~~~

Close thy fearful eyes. The dream is spreading its wing upon thee. Oh! Here are the Panathenaic Festivities of our eros. The Holy Procession of my love rolls impetuously on/ into thy feet. The dawn of virginity shines upon in the high /sublime pedestal of youth. I bring thee the veil which I wove under the spell of the Galaxy with the rays of my thought. Oh! Here are the Panathenaic Festivities of our eros. Give me thy hand, oh Miranda. The dream of youth and love is immortal.

On nature and life (1898)

Translated by: Ilias Kolokouris

κροκωτός α) είδος επενδύτη που φορούσαν οι γυναίκες ελαφριών ηθών,
β) ελαφρό ένδυμα που φορούσε ο Διόνυσος πάνω από το χιτώνα του.

Νηΐθ: Η Αιγυπτία θεά του Πολέμου, η Αθηνά του Νείλου: 

*Ο Τειρεσίας: Τυφλώθηκε από την Αθηνά, επειδή την είδε τυχαία γυμνή την ώρα που λουζόταν, μετά όμως συγκινήθηκε τόσο από τις ικεσίες της μητέρας του Τειρεσία, ώστε απέσπασε από την αιγίδα της το φίδι Εριχθόνιο και το πρόσταξε: “Καθάρισε τα αφτιά του Τειρεσία με τη γλώσσα σου για να καταλαβαίνει τη λαλιά των προφητικών πουλιών”. Έτσι, ο Τειρεσίας έγινε μάντης. Επίσης, ενδιαφέρουσα είναι η εκδοχή σύμφωνα με την οποία ο Τειρεσίας επειδή όργισε την Ήρα, μεταμορφώθηκε για επτά χρόνια σε γυναίκα, τεκνοποίησε και μετά, αφού βρήκε δύο φίδια να ζευγαρώνουν, δεν τα ενόχλησε και έγινε πάλι άνδρας. Η εκδοχή αυτή σώζεται στον Υγίνου, ίσως συνδέεται με το μοτίβο του Ανδρόγυνου εδώ.

Παράβαλε: Καλλίμαχος,

εἰς Λουτρά τῆς Παλλάδος

δή ποκα γὰρ πέπλων λυσομένα περόνας 
ἵππω ἐπὶ κράναι Ἑλικωνίδι καλὰ ῥεοίσαι 
λῶντο: μεσαμβρινὰ δ᾽ εἶχ᾽ ὄρος ἁσυχία. 
ἀμφότεραι λώοντο, μεσαμβριναὶ δ᾽ ἔσαν ὧραι, 
πολλὰ δ᾽ ἁσυχία τῆνο κατεῖχεν ὄρος. 
Τειρεσίας δ᾽ ἔτι μῶνος ἁμᾶ κυσὶν ἄρτι γένεια 75
περκάζων ἱερὸν χῶρον ἀνεστρέφετο: 
διψάσας δ᾽ ἄφατόν τι ποτὶ ρῥόον ἤλυθε κράνας, 
σχέτλιος: οὐκ ἐθέλων δ᾽ εἶδε τὰ μὴ θεμιτά: 
τὸν δὲ χολωσαμένα περ ὅμως προσέφασεν Ἀθάνα 
‘τίς σε, τὸν ὀφθαλμὼς οὐκέτ᾽ ἀποισόμενον,  80
ὦ Εὐηρείδα, χαλεπὰν ὁδὸν ἄγαγε δαίμων;᾽ 
ἃ μὲν ἔφα, παιδὸς δ᾽ ὄμματα νὺξ ἔλαβεν. 
ἑστάκη δ᾽ ἄφθογγος, ἐκόλλασαν γὰρ ἀνῖαι 
γώνατα καὶ φωνὰν ἔσχεν ἀμηχανία. 
ἁ νύμφα δ᾽ ἐβόασε ‘τί μοι τὸν κῶρον ἔρεξας 85
πότνια; τοιαῦται δαίμονες ἐστἐ φίλαι; 
ὄμματά μοι τῶ παιδὸς ἀφείλεο. τέκνον ἄλαστε 
εἶδες Ἀθαναίας στήθεα καὶ λαγόνας, 
ἀλλ᾽ οὐκ ἀέλιον πάλιν ὄψεαι. ὦ ἐμὲ δειλάν,

According to the mythographic compendium Bibliotheke, different stories were told of the cause of his blindness, the most direct being that he was simply blinded by the gods for revealing their secrets. An alternate story told by the poet Pherecydes was followed in Callimachus’ poem “The Bathing of Pallas”; in it, Tiresias was blinded by Athena after he stumbled onto her bathing naked. This, readable as a doublet of the Actaeon mytheme , was the version preferred by the English poets Tennyson and even Swinburne.

*Ο Εγκέλαδος: αρχηγός των Γιγάντων, γιος του Τάρταρου και της Γης που έπαιξε όμως πρωτεύοντα ρόλο στη Γιγαντομαχία στην οποία και φονεύθηκε από την Αθηνά η οποία αφού τον έτρεψε σε φυγή έρριψε εναντίον του τη Σικελία ή το όρος Αίτνα με το οποίο και τον καταπλάκωσε. Ο Εγκέλαδος κινούμενος και στενάζοντας ενίοτε μέσα στο τάφο του προκαλεί εκρήξεις ηφαιστείων και σεισμούς. Σήμερα στα νέα ελληνικά, λέμε ακόμη “Χτύπησε ο Εγκέλαδος”, ειδικά στην γλώσσα του τύπου και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, για σεισμικές δονήσεις.

Παράβαλε: Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1.6.2.

κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησεκαὶ Ἥρᾳ. 
Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους 
καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο: καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. 
τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν: 
Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. 
Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, 
Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα.

But in the battle Porphyrion attacked Hercules and Hera.
Nevertheless Zeus inspired him with lust for Hera, and when he tore her robes
and would have forced her, she called for help, and Zeus smote him with a thunderbolt,
and Hercules shot him dead with an arrow. 
As for the other giants, Ephialtes was shot by Apollo with an arrow in his left eye and by Hercules in his right;
Eurytus was killed by Dionysus with a thyrsus, and Clytius by Hecate with torches, and Mimas by Hephaestus with missiles of red-hot metal. 
Enceladus fled, but Athena threw on him in his flight the island of Sicily;
and she flayed Pallas and used his skin to shield her own body in the fight

Ο πρώτος μήνας του Αττικού Έτους, ο ζεστός “Ιούνιος”: 

https://el.wikipedia.org/wiki/Εκατομβαιών

Η Ιερά Ναυς των Παναθηναίων: http://digital.lib.auth.gr/record/90080?ln=el


Παύλος Νιρβάνας : Ἑκλεκταὶ Σελίδες

Η Ουγγαρέζα Χορεύτρια Νικόλσκα στην Ακρόπολη, Φωτογραφία της Νέλλυ’ς, 1929.

The Hungarian Dancer Nikolska at the Acropolis, Photograph by Nelly’s, 1929.

ΔΕΛΦΟΙ

ΔΕΛΦΟΙ

«Δὲν ἔχει δάφνη μάντισσα καὶ σπίτι πιὰ ὁ Θεός…»
Μέσ’ στὴ βραχώδη τὴν ἐρμιὰ παραμιλάει ἡ Πυθία.
Στὶς Φαιδριάδες, ἄγριες, πέφτει χλωμὸ τὸ φῶς
Καὶ δάκρυα στάζει, δάκρυα βουβά, ἡ Κασταλία.

Π. Νιρβάνας, Εκλεκταί ΣελίδεςΠοιήματα, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1922, σ. 18

DELPHI

“God has no laurel, oracle or home any more…”
Amid the rocky bleakness Pythia is muttering.
On the wild Phaedriades cliffs, pale light is falling  
And tears Castalia spring is dripping, silent tears.

Implied here by Pavlos Nirvanas is the famous Last Oracle of Delphi, given to the emperor Julian.
Julian the Apostate, tried to revive the ancient religion in order to save the Roman Empire from dissolution.
The oracle survived in the works of the Orthodox Father and Church Historian, Philostorgius.
The quote read:

εἴπατε τῷ βασιλῆι· χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά.
οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, ὀυ μάντιδα δάφνην,
οὐ παγὰν λαλέουσαν. ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.

Translated by the famous Decadent and Aesthete Algernon Charles Swinburne for his poem The Last Oracle

Tell the king, on earth has fallen the glorious dwelling,
And the watersprings that spake are quenched and dead.
Not a cell is left the God, no roof, no cover;
In his hand the prophet laurel flowers no more.

ΜΥΚΗΝΑΙ

Ο Ερρίκος Σλήμαν και ο Γουλιέλμος Ντόρπφελντ στην Πύλη των Λεόντων, στις Μυκήνες, τέλη 19ου αιώνα.

Heinrich Schliemann and Wilhelm Dörpfeld at the Lion Gate in Mycenae, late 19th century.

ΜΥΚΗΝΑΙ

Νεκρὰ σκεπάζουν σύννεφα τῶν Μυκηνῶν τὰ τείχη…
Παλάτια, τάφοι, ὅλα βουβά, κι’ ἀσάλευτος ὁ ἀγέρας,
Σὰν ὄνειρον ἀλαργινὸ μιᾶς παναρχαίας ἡμέρας.
Καὶ μέσ’ στοῦ ὀνείρου τὰ βαθειὰ φιλιῶν καὶ θρήνων ἦχοι.

 Π. Νιρβάνας, Εκλεκταί ΣελίδεςΠοιήματα, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1922, σ. 18

MYCENAE

Dead clouds obscure the walls of Mycenae …
Palaces, tombs, all still, and immovable the wind,
Like a dream faraway of an age-old day.
And in the depths of the dream sounds of kisses and laments.

ΟΛΥΜΠΙΑ

ΟΛΥΜΠΙΑ

Ὦ φῶς καὶ χλόη καὶ νερὰ καὶ κρουσταλλένιε ἀέρα,
Ζωὴ καὶ χάρο ἀσύγκριτα τὰ σμίξατ’ ἐδῶ πέρα.
Κ’ ἐδῶ ἡ ὀλύμπια ἡ ζωὴ τὰ μάτια ἂν ἔχει κλείσει,
Τόσο γλυκὰ κοιμήθηκε, ποὺ λές: κι’ ἂς μὴν ξυπνήση.

Π. Νιρβάνας, Εκλεκταί ΣελίδεςΠοιήματα, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1922, σ. 17

OLYMPIA

Oh light and grass and water and crystal air,
Life and Death incomparably you coupled here.
And even if here Olympian Life has shut its eyes,
She slept so sweetly, that you might say: “Let’s not wake her up.”

 Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο σπίτι του στο Μαρούσι.


Πλάτων Ροδοκανάκης : Συνέντευξη στον Μήτσο Χατζόπουλο, εφημερίδα Αθήναι – 1911


ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΙ ΜΕΤΑ ΛΟΓΙΩΝ :  

αντιγραφή : Ηλίας Κολοκούρης

Ο κ. ΠΛΑΤΩΝ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ – 8 Ιουνίου 1911

Η λογοκλοπία του «Βυσσινιού Τριανταφύλλου» –

Απόπειρα συντάξεως ελληνικού Γκότα

ΑΓΡΙΟΣ ΦΟΝΟΣ ΔΥΟ ΔΟΓΑΡΕΣΣΩΝ

Ο κ. Πλάτων Ροδοκανάκης εφάνη επιεικής: προς τας ερωτήσεις μου και είπε:

– Σας παρακαλώ αφήσατε τας γενικές ερωτήσεις. “Ας έλθωμεν απ’ ευθείας εις τους φιλολογούντας και τα πράγματα. Απλούστατα, εγώ θεωρώ ως κορυφαίος των εν Ελλάδι λογίων του κ. Χρηστομάνον. ‘Ανεξαρτήτως του ότι το θέατρον οφείλει την σημερινή του όψιν εις αυτόν, ευρίσκω ότι το κύριον έργον του είναι η δημιουργία λόγου πεζού, τελείως μουσικού εις την φράσιν, εξόχως ποιητικού εις τας εικόνας και δυναμένου να περιγράση της σύγχρονου ελληνικήν ζωήν, χωρίς να περιορίζη τους αναγνώστες του μέσα εις τα όρια της χώρας μας, Ως παράδειγμα σας φέρω την «Κερένια Κούκλα». Θέλω δηλ. να είπω, ότι το πεζογραφικών ταλαντον του κ. Χρηστομάνου φέρει “cachet universel” ιδιότης η οποία χαρακτηρίζει την μεγαλοφυίαν. Διά τα θεατρικά του έργα δεν ημπορώ να ειπώ τίποτε, επειδή δεν τα είδα. Φρονώ όμως ένεκα διαφόρων λογων τα «Τρία Φιλια» θα έχουν πάντως αξίαι. 

– Η περίφημος φιλολογική δίκη

– Διατί ένεκα διαφόρων λόγων; 

– ‘Αλλά, δεν ξέρετε την φιλολογικήν δίκην;

-Όχι.

-Είνε ιστορία η οποία απασχόλησεν ευρύτατα τον φιλολογικόν κόσμον και έκαμε τον Νιρβάνα να ειπή ωραιότατα πράγματα εις μίαν διάλεξίν του εις τον «Παρνασσόν,» Έπειτα από την δημοσίευσιν του “Φλογισμένου Ράσσου” μου | εις την «Ακρόπολιν,» έγραψα ένα ρομάντζο τιτλοφορούμενον το «Βυσσινι Τριαντάφυλλο». Το έργον είχεν ώς ήρωα ένα εύελπιν και κάποιο μεσημέρι εις το «Πανελλήνιον» κοντά εις τον κ. Καμπούρογλουν, τον Κατσίμπαλη, τον Χρηστομάνον και τον μακαρίτη Γιαννόπουλον διηγήθην την υπόθεσιν εις όλας τας λεπτομερείας της. Μετα ολίγας ημέρας ή «’Ακρόπολις» μου ανέθεσε μίαν αποστολήν εις την Θεσσαλίαν και ένα απόγευμα που έπαιρνα το παγωτόν μου εις την προκυμαίαν του Βόλου, εδιάβασα με μεγάλην μου έκπληξιν, ότι ο κ. Χρηστομάνος έδιδεν εις την «Νέα Σκηνήν,» διά να παιχθή από την Μαρίκα, μια τραγική σονάτα, που την έτιτλοφορούσε τα “Τρία Φιλιά”, και η οποία δεν ήτο άλλο τίποτε παρά η υπόθεσις του «Βυσσινιου Τριανταφύλλου» “Όποιος κι αν ήτο, το πράγμα θα του εφαίνετο πολύ παράξενον. “Έστειλα αμέσως δύο δελτάρια, ένα προς τον Μελά και ένα προς τον Ξενόπουλο και διαμαρτυρόμην δια το γεγονός. Εννοείται, ότι οι δύο κύριοι από το ταχυδρομείον διηυθύνθησαν εις το σπίτι του κ. Χρηστομάνου, τόση δε ήτο η δήθεν ταραχή του συγγραφέως των «Τριών Φιλιών, ώστε αμέσως έδημοσίευσεν εις την «Εστιαν» δίστηλον χρονογράφημα, εις το οποίον έλεγεν, ότι εγώ «είχα αντλήση την φιλολολογικήν μου υπόστασιν απ’ αυτόν, και ότι «τον είχα ρουφήξη σαν σφουγγάρι, και ότι «είμαι απαγωγεύς, αφού κι’ αυτό το δελφίνι της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ το επήρα να στο. πίσω την αγγελίας του “Ντε Προφούντις”.

 – Αί σκηναι εις το δικαστήριον

– Τι ήτο αυτό το δελφίνι;

– Ο κ. Χρηστομάνος διετείνετο, ότι το σύμβολον της Αυτοκράτειρας, το οποίον διαρκώς διέσχιζε την θάλασσαν ήτο το δελφίνι. Αυτό εγώ δεν το εγνώριζα. Επειδή το λατινικον “ντε Προφούντις” σημαίνει «εκ βαθέως» ηθέλησα να παραστήσω συμβολικώς την έννοιαν αυτήν με το δελφίνι, που βγαίνει από τα βάθη της θαλάσσης. Να είστε βέβαιος, ότι δεν θα έφθαναν ολόκληραι αί στήλαι των «’Αθηνών» δια να εκθέσω τας κωμικάς σκηνάς, τας οποίας επροκάλεσε το εξωυλλον του «ντε Προφούντες, και το οποίον ήτο κίτρινον όπως και το βιβλίον της Αυτοκρατείρας 

– Πώς εξειλίχθη περαιτέρω η υπόθεσις;

-Κατά σύμπτωσιν της ίδιας ημέρας της | δημοσιεύσεως του χρονογραφήματος του κ. Χρηστομάνου, ευρισκόμην εις τας Αθήνας και δι’ ανοικτής επιστολής απήντησα καταλλήλως. ‘Αλλ’ | ο κ. Χρηστομάνος αγνοών, ότι είχα επιστρέψει, με κατεδίωξεν αυθημερόν εις Βόλον. Το μεσημέρι ευρίσκετο εις την Χαλκίδα, είδε την επιστολήν μου εις την «’Ακρόπολιν» και επέστρεψεν όπως αρχίση τον πόλεμον. Με κατήγγειλεν επί δυσφημήσει και η υπόθεσις παρεπέμφθη εις το τμήμα του Ειρηνοδικείου της βορείου πλευράς, όπου συναντήθην μετά του κατηγόρου μου και κατόπιν συγκινητικών σκηνών, ανεκρίθημεν και οι δύο. Εν τω μεταξύ ο Παλαμάς, ο Καμπούρογλους, ο Ξενόπουλος και άλλοι εδημοσίευσαν τας γνώμης των σχετικώς με το αν υπάρχη λογοκλοπία ή όχι. ‘Ανέτρεξαν εις τους αρχαίους κλασικούς και κατέληξαν εις τον Ροστάν και τον Δ’ ‘Αννούντσιο, όπως λάβουν στάσιν αιτίθετον προς τον κ. Χρηστομάνον, γνωμοδοτούντες, ότι ή κλοπή επιτρέπεται εις τα γράμματα, όταν και κλέπτης γνωρίζει να φονεύη τον ιδιοκτήτης. Εις την γνώμην αυτήν επροσχώρησε και ο ανακριτής, όλα δε τα δικαστικά έγγραφα ετέθησαν εις τα αρχεία διά τους ιστορικούς του μέλλοντος. ‘Εννοείται, ότι κατόπιν όλων αυτών τον ευελπιν του «Βυσσινιου Τριανταφύλλου” τον μεταμφίεση | εις μουσικών και αντί τριών οι ερισται δίδουν χιλια φιλιά.

– Κατασκευή τίτλων ελληνικών ευγενειών

-Βλέπω, ότι είχατε μεγάλες ιστορίας με τον κ. Χρηστομάνον;

– Υπάρχει ακόμα και ένα μυστικόν, η σύνταξις του ελληνικου Γκότα, δηλ. της Χρυσής βίβλου της ελληνικής ευγενείας, “Ένα πρωί συ. νηντήθημεν εις την Εθνικής Βιβλιοθήκης ο κ. Χρηστομάνος, ο κ. Καμπούρογλους και εγώ και αποφασίσαμεν λαμβάνοντες ως πρότυπον το Γκότα, να εκδώσωμεν παρόμοιου βιβλίου, το ο. ποιον να ενδιαφέρεται αποκλειστικώς με τα ελ. ληνικά οικόσημα. Ο κ. Χρηστομάνος και εγώ κατα τα συμφωνηθέντα, θα ασχολούμεθα εις την βυζαντινής και φαναριώτικης αριστοκρατίας, ενώ ο κ. Καμπούρογλους εις την αριστοκρατίας των “Ιονίων νήσων και του Αιγαίου Πελάγους, δηλ. την Ειετικής και την Ελλαδικήν ήτοι των επι τουρκοκρατίας χρόνων, χωρίς να παραλειφθούν και τα ονόματα των μεγάλων οικογενειών της επαναστάσεως, – Το Σύνταγμα και οι τίτλοι

-“Ένα μονον ελησμονήσατε.

-Τι;

-Το Ελληνικόν Σύνταγμα, το οποίον έχει εκφρασμένη αντίθετον γνώμην.

– ‘Εδώ θα σας επαναλάβω τι φρονεί ο κ. Καμπούρογλους σχετικώς με την συνταγματικήν ελληνική απαγόρευσιν.  Όπως το ιερατείον δια της επιθέσεως των χειρών εξακολουθεί να διατηρή τήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ούτω και τα μεγάλα ονόματα δια του δεσμού του αίματος κατόπιν διαδοχικής ζωής, ελευθερίας μορφώσεως και χλιδης διατηρούν υπερτέρας ψυχικάς και πνευματικάς δυνάμεις από τους άλλους ανθρώτους, γεγονός το οποίον δεν μπορεί να αρνηθή κανέν Σύνταγμα του Κόσμου.

– Ο αιων μας όμως δεν συμφωνεί με την διατήρησιν των ψυχικών και πνευματικών αυτών δυνάμεων, αί οποίαι, όπου απέμειναν το πολύ να καταγίνωνται εις την γραφειοκρατίαν.

-Αδιαφορώ τι φρονεί ο αιών μας, εγώ σας λέγω τι εφρόνoυν οι συνεργάται της Χρυσής Βίβλου. ‘Ηρχισαν λοιπόν το έργον των. ‘Ενα πρωί Φορτωμένος με το περί Φαναριωτων βιβλίου του Ραγκαβή και ακολουθούμενος κατά πόδας ύπο του κ. Χρηστομάνου, κρατούντος υπό μάλης λατινικα συγγράμματα μεσαιωνικού ενδιαφέροντος, διηυθύνθημεν εις την οικίαν του εις την οδον Φειδίου και εισήλθομεν εις μεσαιωνικής διακοσμήσεως αίθουσαν. 

– Η πρώτη και τελευταία συνεργασία περί τίτλων

– ‘Αλλ’ ο κ. Χρηστομάνος υποθέτω ίσως, ότι ήτο αρνουβιστής;

– Μη λησμονητε όμως, ότι έζησε και εις την “Όσμπουργ και συνανεστράφη μίαν Βίττελςμπαχ. Έκαθήσαμεν λοιπόν, ανοίξαμεν τους τόμους, εχάσαμεν μίαν ώραν συζητούντες πώς δ’ αρχίσωμεν και κατελήξαμεν,ότι τα πρωτεία πρέπει να δοθούν εις βυζαντινών οίκον, αρχόμενον από Α. Ευθύς αμέσως παρετήρησα ότι και συνεργάτης μου απέφευγε να λαμβανη σημείωσιν όλων εκείνων, που έπαιξαν κάποιον ρόλον εις την ίστορίαν, όταν δε εφθάσαμεν εις δύο ηγεμονίδας του οίκου αυτού, αι οποίαι έγειναν δογκρέσσες, ο κ. Χρηστομάνος κατ’ αρχάς, θέλησε ν’ αφαιρεση την μίαν προφασιζόμενος, ότι δεν είνε εξηκριβωμένον ιστορικώς ότι η μία ενυμφεύθη δόγην της Βενετίας και έπειτα ηρνήθη να λάβη υπ’ όψιν του και την άλλη, χωρίς άλλο, από λόγους ζήλειας. Εννοείται, ότι παρόμοια και χειρότερα έπαθαν και πολλαι άλλαι οικογένειας, έσπευδε δε ακατάσχετος ο κ. Χρηστομάνος προς το ψηφείον Μ, όπου καθώς με επληροφόρησεν ο κ. Καμπούρογλους, υπήρχεν εις το ψηφείον αυτό βυζαντινός οίκος εξασφαλίζων εις τον κ. Χρηστομάνον δουκικών θυρεον μι δύο κυανούς λέον| τις. Επειδή ο κ. Καμπούρογλους ήθελε να φτάσωμεν όσο το δυνατό ταχύτερον εις το 11, όπου ανέμενεν ένας δικέφαλος αετός και εγώ έ βαινον γοργως προς το P, όπου με ανέμενα τρεις σειραι αργυραι ρόδων, επήραμεν ο καθεί ιδικήν του διεύθυνσιν και δι’ αυτό έως σήμερο δεν συνηντήθημεν. Αρκετά σας είπον περί Χρηστομάνου. 

– Πώς συγγράφουν οι λόγιοί μας

– Ο πεζός λόγος δεν έχει άλλους;

– Κατ’ εμέ ο Καζαντζάκης, ανήκων και αν τος εις την σχολήν τού Χρηστομάνου, είνε μία από τας πραγματικάς δυνάμεις του μέλλοντος “Όσον αφορά τα κεριά, τα οποία είπεν ο και Σταματίου, ότι ανάπτει εις το κεφάλι και τα πόδια του ο κ. Καζαντζάκης, όταν γράφη, αυτα κατά την αντίληψιν μου, μαρτυρούν περί τη καλλιτεχνικής οντότητος του συγγραφέας του «Πρωτομάστορα». Μη λησμονώμεν, ότι ο Μπυν φον δεν μπορούσε να γράψη αν δεν έφορούσα μανικίτια από δαντέλλες. Πολλοί δε άλλοι συγγραφείς έχουν παρομοίας αδυναμίας και θα με συγχωρήση ο φίλος μου κ. Καζαντζάκης αν α. ναφέρω, ότι προ ολίγων στιγμών τώρα ο κ. Φιλύρας με διαβεβαίου, ότι εις το συρτάρι του γραφείου του, όπου θέτει τα ποιήματά του, έχει κλείση ζωντανάς σαύρας. Ο κ. Χρηστομάνος είχεν αγοράσει κάποτε από το Δημοπρατήριον εν στέμμα φραγκοπαναγίας, του έβαλε βελούδο κόκκινο και το έφορούσεν, όταν ήθελε να γράψη  ωραία πράγματα.


– Διάφοροι λόγιοι

– Και άλλοι;

– Μήπως ο Βώκος δεν έχει διαρκώς τον σκύλος του, ο δε Καρκαβίτσας δεν είχεν αλλοτε γκλίτσαν; Ο Καρκαβίτσας κι’ ο Βλαχογιάννης, μολονότι ανήκον εις άλλην σχολήν, μη παραδεχομένης τεχνοτροπίας, ειλικρινή όμως και διαυγή εις τας ιδέας της, είνε πολύ μεγάλοι, έως και πρώτος, ώστε να καταλάβουν εξέχουσιν θέσιν εις τα νεολληνικά γράμματα. Μολονότι είνς της μόδας να λέγουν,ότι τα χρονογραφήματα δεν εινε φιλολογία, θα θεωρηθή παράτολμον ν’ αρτηθή κανείς ισχυράν φιλολογικότητα είς τι χρονογραφήματα των κ. Χ. Παπαντωνίου, Κονδυλάκη, Τσακοπούλου και Ξενοπούλου: Ο κ. Νιρβά. μας, άνθρωπος, που ενεβάθυνεν ίσως περισσότερον παντός άλλου εις την σύγχρονον φιλολογίας, εινε μορφή πολύ σεβαστή. Αλλά και τα πεοισσότερα Λακωνικά του Γαβριηλίδη κι’ ο τρόπος με τον οποίον γράφεται η «Εστία», μήπως δεν είνε δημοσιογραφία φιλολογούσα;

– Οι ποιηταί 

– Και η ποίησις;

– Μου εινε αδύνατον να γράψω ένα στιχον και πολύ δύσκολο να διαβάσω δύο, πρέπει όμως να ομολογήσω, ότι ο Σικελιανός, αυτό το μεγαλόκαρδο παιδί, και ο Σκίπης, και περιπλανώμενος έφηβος, μου κάμνουν μεγάλην εντύπωσιν. Τα ποιήματα του κεφαλαιοκράτου Πορφύρα, μου ενθυμίζουν τας εικόνας του Ράλλη, όσον αφορά την εντελειαν της εργασίας. Έχω επίσης να σημειώσω ένα γερόν τάλαντον, που μορφώνεται. Είνε ο Λαπαθιώτης.

– Οχλοκρατικόν θέατρον 

– Περί θεάτρου τι θα μου ειπήτε;

– Δεν πηγαίνω σχεδόν ποτέ μου και δεν διαβάζω τα νέα έργα, που γράφονται. Το θέατρον βλέπετε αφίνει κέρδος βέβαια ο “Έλλην λυσσα δια το χρήμα τα θέατρα μας κατέχονται από ό. χλον συγγραφέων. Από εκεί θα προέλθουν δημιουργοί του νεοελληνικού θεάτρου. Επί του παρόντος το ζήτημα είνε διά να ποσοστά. – 

“Η σπιτονοικοκυρά ‘Αγλαΐα και ο κ. Σταματίου 

– Τι συνέβη μεταξύ υμών και της σπιτονοικοκυράς σας;

– Θα λέγετε δι’ αυτα που σας είπεν ο κ. Σταματίου εις την συνομιλίας σας μαζί του; Η σπιτονοικοκυρά μου, ένα αθώον πλάσμα.

– Πλάσμα λοιπόν ;

– Πλάσμα βατραχοειδες, ακούον υπό το όνομα “Αγλαΐα, έτρεος πάντοτε ιδιαιτέραν συμπάθειαν προς τον κ. Σταματίου, καθ’ ο υποψήφιον βουλευτήν. Ο φίλος μου ήρχετο εις το δωμάτιόν μου τακτικά και επρόβαλλεν ενώπιον της σπητονοικοκυράς μου τας εγκλογικάς αγορεύσεις του. Πολλάκις εγίνετο και διαλογική συζήτησις μεταξύ του ρήτορος και του φιλικού ακροατηρίου του. Από αυτάς τας ομιλίας επληροφορήτην πολλά σχετιζόμενα με τα ήθη και έθιμα εν “Ελλάδι, άτινα ήγνόουν ως Μικρασιάτης. Είχε λοιπόν δίκαιον ο κ. Σταματίου, λέγων, ότι κατέφευγον εις τα φώτα της σπητονοικοκυράς μου διά τα ανωτέρω. Όσον αφορά το τάλαντός του έπαθε τελείαν εξέλιξιν. “Ήρχισεν από δημοσιο γράφος, κατήντησε λόγιος, έγεινεν υποψήφιος βουλευτής και το ιδανικόν του τώρα είνε να υπάγη εις την πατρίδα του Ναύπακτον, να βόσκη χοίρους.

– “Ωστε ομολογείτε, ότι δεν γνωρίζετε καλώς τα ελληνικά έθιμα ;

– Δηλαδή δεν μπορούσα να τα γνωρίζω και πως ένα χωριάτης, γεννημένος εις το χωριό του καθώς ο κ. Σταματίου. Προκειμένου περί του τοπικιστικού πνεύματος εις την λογοτεχνίαν, αυτό μου διαφευγει, επειδή έχω συνηθίσει εις τας κυρίας γραμμές, ένεκα της κατά προτίμησιν αναγνώσεως παγκοσμίου κύρους έργων, επειδή γνωρίζω ξένες γλώσσας. 

Τρομερώτατος αντιφεμινιστής :

-Εκτιμάτε τας γραφούσας; 

– “Ο Γαβριηλίδης μού είπε μια μέρα: Γυναίκα είναι ένας μάτσος κόκκαλα τυλιγμένος με δέρμα και φορτωμένος με μιαν τους μιλλια. Σας γοητεύει το σύνολον. Υποθέτετε πως). πάρχει σκέψις κάτω από αυτή το σκιάχτρο;

-Δεν συμφωνείτε λ.χ. με τον Καντ, οο| ποιος λέγει ότι ο άνδρας μολις με την γυναίκα αποτελεί τον πλήρη άνθρωπον ;

– Δεν εξεύρω τι λέγει ο Καντ, εμένα μου φαίνεται πως η γυναίκα είναι ο άνδρας σταματισμένος εις την εξέλιξίν του. εις ένα σημείον ατελείας και δι’ αυτό δεν μπορει να μας δώση τιποτε πνευματικώς. Η γυναίκα, όπως λέγει και Δ’ ‘Αννούντσιο εις τον “θρίαμβος του θανάτου” εινε ο εχθρος της ζωής του ανδρός. Αυτός ο χαοακτηρισμός με κανει να φρονώ, ότι πρέπει να είμεθα πάντοτε εν επιφυλακή.

-Εστω λοιπόν το αιώνιον θήλυ θα σας εκδικηθή, αν δεν το έχει κάμη έως την ώρα και μας το κρύβετε με τον θυμόν σας,